Άρ. 99 Χάρτη ΟΗΕ: Στο μεταίχμιο προληπτικής διπλωματίας και κατάχρησης εξουσίας…

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών είναι -αναντίρρητα- το sine qua non όργανο του θεσμού, καθώς αποτελεί το μοναδικό σώμα εντός του συστήματος που λαμβάνει αποφάσεις δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη, και όχι απλώς ψηφίσματα συμβουλευτικού ή προτρεπτικού χαρακτήρα, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα όργανα. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίο το εν λόγω σώμα είναι επιφορτισμένο με σοβαρές αρμοδιότητες στο πλαίσιο του απώτερου στόχου – και, παράλληλα, αιτίας συγκρότησης – των Ηνωμένων Εθνών, της εξασφάλισης διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης. Μία από αυτές τις αρμοδιότητες – ίσως και η σημαντικότερη, όπως έχει αποδείξει περίτρανα η πορεία της διεθνούς κοινότητας μέχρι σήμερα – είναι η κατά το μέτρο του δυνατού έγκαιρη προειδοποίηση ενόψει επικείμενων διεθνών κρίσεων.

Τι εστί «προληπτική διπλωματία»;

Η ιδέα της προληπτικής δράσης του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν είναι νέα ή πρωτότυπη. Αντιθέτως, ήδη κατά τους εορτασμούς της τεσσαρακοστής επετείου για την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών το 1985, ο τότε Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού, Javier Perez de Cuellar, επεσήμανε ότι «από τη στιγμή που συχνά φέρονται ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας κρίσεις πολύ αργά για τη λήψη προληπτικής δράσης, παρουσιάζεται ως λογικό επακόλουθο η ανάγκη δημιουργίας από το Συμβούλιο μίας διαδικασίας προς διαρκή επιτήρηση του κόσμου, με στόχο την ανίχνευση εκκολαπτόμενων αιτιών έντασης» (S/PV.2608, 1985). Πράγματι, εντός των τριάντα ετών από τη συγκεκριμένη ρήση, τα Ηνωμένη Έθνη, υπό το πρίσμα τόσο του Συμβουλίου Ασφαλείας όσο και της Γενικής Συνέλευσης, υιοθέτησαν πλήθος ψηφισμάτων γύρω από την έννοια της έγκαιρης προειδοποίησης για επικείμενες διεθνείς κρίσεις.

Την ίδια στιγμή, όμως, που η εν λόγω ιδέα αποτυπώνεται σε θεωρητικό επίπεδο σε τόνους χαρτιού και μελάνης, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξακολουθεί να δρα αποκλειστικά με τρόπο κατασταλτικό, γεγονός που συνεπάγεται μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό κόστος, αλλά και την απώλεια εκατομμυρίων ζωών ανά τον κόσμο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι δεκαέξι ειρηνευτικές αποστολές εν ισχύι, με περισσότερους από 101.000 ειρηνευτές, ξεπερνούν τον προϋπολογισμό των οκτώ δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως (Stagno-Ugante, 2016). Στο σημείο αυτό ακριβώς εντοπίζεται και το πλέον ανησυχητικό σύμπτωμα της συστημικής παθογένειας των Ηνωμένων Εθνών: η αδυναμία υλοποίησης όλων των προτάσεων που συζητιούνται και, εν τέλει, αποτυπώνονται σε ένα φύλλο χαρτιού. Ποιος φορέας, όμως, είναι εκείνος που θα πρέπει να κριθεί υπεύθυνος για την έλλειψη της σχετικής πολιτικής πρωτοβουλίας; Η Γενική Συνέλευση, η οποία δεν εκμεταλλεύεται την απόλυτη εκπροσώπηση κάθε χώρας που την μετατρέπει στο μεγαλύτερο πολιτικό forum της διεθνούς κοινότητας; Το Συμβούλιο Ασφαλείας που αμελεί να κάνει χρήση της μοναδικότητάς του, με την υιοθέτηση δεσμευτικών αποφάσεων άμεσης εκτελέσεως; Ο Γενικός Γραμματέας υπό την ιδιότητά του ως «ενορχηστρωτή» της λειτουργίας όλων των οργάνων υπό τη σκέπη των Ηνωμένων Εθνών;

Τίς πταίει;

Αν πράγματι υπάρχει απάντηση στην παραπάνω ερώτηση, τότε αυτή οπωσδήποτε πρέπει να αναζητηθεί στο «Ευαγγέλιο» που διέπει τη λειτουργία του Οργανισμού, τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ειδικότερα, το άρθρο 99 του ανωτέρω διεθνούς νομικού οργάνου προβλέπει ότι «ο Γενικός Γραμματέας μπορεί να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ζητήματα που -κατά τη γνώμη του- μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας«. Η διάταξη αυτή πρακτικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να θέσει ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας ένα ζήτημα που αφορά την ασφάλεια της διεθνούς κοινότητας. Με τον τρόπο αυτό, ο Γενικός Γραμματέας καθίσταται όργανο κυρίαρχο, ανεξάρτητο και καθ’ όλα πολιτικό, αλλά κυρίως ικανό να ανατρέψει την ατζέντα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ενώ όλα τα υπόλοιπα άρθρα του Χάρτη που στρέφονται γύρω από το ρόλο του Γενικού Γραμματέα εξοπλίζουν τον τελευταίο με αμιγώς διοικητικές αρμοδιότητες, «το άρθρο 99 είναι εκείνο το οποίο έχει θεωρηθεί από τους συντάκτες του Χάρτη, περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα, ότι μετατρέπει το Γενικό Γραμματέα από ένα αμιγώς διοικητικό όργανο σε ένα όργανο με αποκλειστική πολιτική αρμοδιότητα«, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ένας από τους πρώην Γενικούς Γραμματείς των Ηνωμένων Εθνών, ο Dag Hammarskjold (Foote, 1962).

Πράγματι, το άρθρο 99 του Χάρτη έχει δυνάμει τεράστια πρακτική σημασία, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Γενικός Γραμματέας είναι το μοναδικό όργανο εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών που δέχεται καθημερινά καταιγισμό πληροφοριών από κάθε σχετικό φορέα, από πρακτορεία και εκπροσώπους του Οργανισμού και των κρατών-μελών αυτού ανά τον κόσμο, μέχρι τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών (Kirubaharan, 2013). Συνεπώς, ο Γενικός Γραμματέας είναι το όργανο που εξ αρμοδιότητος έρχεται πρώτο σε επαφή με πληροφορίες, μαρτυρίες και καταγγελίες σχετικές με ανησυχίες περί εκκολαπτόμενων διεθνών κρίσεων. Κατά λογική ακολουθία, μπορεί – και, ενδεχομένως, οφείλει – να είναι και το πρώτο όργανο που «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου», σε περίπτωση που προκύπτει σχετική ανάγκη από τις εν λόγω πληροφορίες.

Εκ πρώτης όψεως, και από το γράμμα του νόμου, προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια του Γενικού Γραμματέα να εφιστά την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας έχει άκρως υποκειμενικό χαρακτήρα, από τη στιγμή που θέτει ως μοναδική προϋπόθεση επίκλησης της διάταξης την προσωπική εκτίμηση του Γενικού Γραμματέα. Και η εκτίμηση αυτή είναι εξαιρετικά απαιτητική, από τη στιγμή που προϋποθέτει την εξισορρόπηση δύο αντίρροπων δυνάμεων: αφενός της ανάγκης για άμεση – στο μέτρο του δυνατού – ή έστω έγκαιρη προληπτική δράση ενάντια σε (επισφαλώς;) επικείμενες διεθνείς κρίσεις – οι πληροφορίες για τις οποίες ενδεχομένως να αποδειχθούν false alarm – και αφετέρου, του φόβου κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα, και ανάμειξης σε ζητήματα αρμοδιότητας του Συμβουλίου Ασφαλείας, με αυθαίρετη ανατροπή της ατζέντας του τελευταίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι οι ίδιοι οι συντάκτες του Χάρτη εξέφρασαν εξαρχής τις επιφυλάξεις τους, καθώς «είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς πώς θα εφαρμοστεί αυτό το άρθρο, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως η ευθύνη με την οποία επιφορτίζεται ο Γενικός Γραμματέας απαιτεί την άσκηση των υψηλότερων ικανοτήτων πολιτικής κρίσης, διακριτικότητας και ακεραιότητας«, όπως αποτυπώνεται στη σχετική αναφορά της Συντακτικής Επιτροπής, κατά την ολοκλήρωση των εργασιών του Χάρτη (Spijkers, 2007).

Ιστορικά παραδείγματα: Αμέλεια; Αδιαφορία; Επιφυλακτικότητα; Πολιτική Σκοπιμότητα;

Οι λεπτές αυτές ισορροπίες ίσως έχουν καταστεί η αιτία που η κομβική διάταξη του άρθρου 99 του Χάρτη έχει γίνει αντικείμενο επίκλησης μόνο τρεις φορές, και συγκεκριμένα στην κρίση του Κονγκό το 1960, στην κρίση σχετικά με τους Αμερικανούς αιχμαλώτους στο Ιράν το 1979 και στην κρίση του Λιβάνου το 1989, με τις δύο τελευταίες κρίσεις, μάλιστα, να φέρονται ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας κατόπιν «καθυστερημένων προειδοποιήσεων» (Kirubaharan, 2013).

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζουν οι περιπτώσεις στις οποίες δεν έγινε σε κανένα στάδιο επίκληση του άρθρου 99, παρόλο που υπήρχαν ανησυχητικές ενδείξεις, προμηνύουσες επικείμενων διεθνών κρίσεων: Ρουάντα 1994, Σρεμπρένιτσα 1995, Σρι Λάνκα 2009. Τρεις άκρως διαφορετικές περιπτώσεις, με έναν κοινό συνδετικό κρίκο: την απουσία οποιασδήποτε έγκαιρης προειδοποίησης και δράσης εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών. Τόσο ο Kofi Anan όσο και ο Ban Ki-moon, οι δύο Γενικοί Γραμματείς που κλήθηκαν να ανταποκριθούν εκ καθήκοντος στις παραπάνω κρίσεις, είχαν στη διάθεσή τους αναρίθμητες καταγγελίες παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις τρεις ανωτέρω περιπτώσεις, χωρίς, ωστόσο, να προβούν σε δραστικές ενέργειες για την πρόληψη περαιτέρω κλιμάκωσης με αποτέλεσμα, σε αναφορές που ακολούθησαν, να γίνεται λόγος για «συστημική αποτυχία» και «ανεπαρκή και κοινή ευθύνη παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Stagno-Ugarte, 2016). Σαφώς, θα ήταν τουλάχιστον αφελές να πιστέψει κανείς ότι η αδράνεια αυτή μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πολιτικά συμφέροντα που υποκρύπτονται. Χαρακτηριστικά, αξίζει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση της σύγκρουσης των λόμπι των Tamil, αφενός, και των LTTE, αφετέρου, στη Σρι Λάνκα, έχει υποστηριχθεί ότι ο Γενικός Γραμματέας εμποδίστηκε να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία, καθώς ο αδερφός ενός σημαντικού στελέχους του επιτελείου του ήταν σύμβουλος του στρατού της Σρι Λάνκα στο σχεδιασμό της επίθεσης κατά των LTTE (Kirubaharan, 2013).

Ακόμα και στην περίπτωση, βέβαια, που ο Γενικός Γραμματέας, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, επικαλεστεί το άρθρο 99, αυτό δεν συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη λήψη μέτρων πρόληψης μίας διεθνούς κρίσης, από τη στιγμή που απαιτείται σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ενδεικτικά, αξίζει να επισημανθούν ανάλογες περιπτώσεις. Ιούνιος 1950: ο Γενικός Γραμματέας προειδοποίησε το Συμβούλιο Ασφαλείας ότι η Βόρεια Κορέα ενδεχομένως να επιτεθεί στη Νότια Κορέα, αλλά το ζήτημα δεν τέθηκε ποτέ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεδομένου ότι η Σοβιετική Ένωση άσκησε μποϊκοτάζ στη σύσκεψη. Σεπτέμβριος 1959: η ισχυριζόμενη επίθεση του Βιετνάμ κατά του Λάος ανάγκασε το Γενικό Γραμματέα να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας, με απώτερο στόχο την αποστολή στρατευμάτων – στόχος που δεν επετεύχθη λόγω της αρνησικυρίας εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης. Ιούλιος 1961: η ένταση των εχθροπραξιών μεταξύ τυνησίων και γαλλικών δυνάμεων οδήγησε το Γενικό Γραμματέα στη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας, στην οποία, όμως, η Γαλλία αρνήθηκε να συμμετάσχει (Dorn, 2004). Μέσα από τα ενδεικτικά αυτά παραδείγματα, γίνεται σαφές ότι το άρθρο 99 καθίσταται άνευ περιεχομένου όταν η πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα καταπνίγεται με ένα veto από την πλευρά των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ενδεχομένως, λοιπόν, η ανεπαρκής πρόληψη εκκολαπτόμενων διεθνών κρίσεων να μην οφείλεται αποκλειστικά στις επιφυλάξεις του Γενικού Γραμματέα, αλλά κυρίως στην πολιτική απροθυμία των κρατών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, και ιδίως όσων προβαίνουν σε κατάχρηση του δικαιώματος αρνησικυρίας.

Τί μέλλει γενέσθαι;

Δεχόμενοι, έστω, το απολύτως αφοριστικό σενάριο ότι τα Ηνωμένα Έθνη αδρανούν, ότι ο ρόλος του Γενικού Γραμματέα είναι απλώς διακοσμητικός και ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θα παραμείνει δέσμιο πολιτικών συμφερόντων, η έγκαιρη προειδοποίηση ενόψει επικείμενων διεθνών κρίσεων πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα. Την ανάγκη αυτή φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει τα Ηνωμένα Έθνη, με την Αναπληρώτρια Γενική Γραμματέα, Jan Eliasson, να συστήνει την πρωτοβουλία «Rights up Front» – ένα σύστημα προληπτικής δράσης του ΟΗΕ βασιζόμενο στο τεκμήριο ότι, όπου σημειώνονται σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκεί πιθανολογείται βασίμως η εκκόλαψη διεθνούς κρίσης και, κατ’ επέκταση, γεννάται ανάγκη για προληπτική δράση εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών (Deplano, 2015). Πρόκειται, συνεπώς, για μία πρωτοβουλία, με την οποία επιδιώκεται ο συμβιβασμός των αρμοδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 99 του Χάρτη με τις εξουσίες του Συμβουλίου Ασφαλείας στο πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη μέθοδο του «horizon scanning» (Drucke, 1994).

Κι όμως, παρά τη φαινομενική ετοιμότητα δραστικής πρόληψης επικείμενων διεθνών κρίσεων με την υιοθέτηση των παραπάνω μεθόδων, η θεσμική ανεπάρκεια του Οργανισμού έγινε -προσφάτως- για μία ακόμα φορά αντιληπτή. Μόλις πριν από λίγες μέρες, συγκεκριμένα την 20η Οκτωβρίου 2016, ο νυν Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Ban Ki-moon, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι «το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει αποτύχει στην τήρηση των ευθυνών του σχετικά με τη διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας στη Συρία«, ζήτησε τη σύγκληση επείγουσας συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης, καλώντας τα κράτη-μέλη σε συνεργασία με σκοπό την «εκπλήρωση της συλλογικής ευθύνης» (Nichols, 2016). Για ποιον, όμως, λόγο δεν έγινε σε αυτήν την περίπτωση επίκληση του άρθρου 99, ώστε να αρθεί το ζήτημα προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, και όχι ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης; Η αιτία της εν λόγω έκκλησης του Γενικού Γραμματέα είναι αρκετά προβλέψιμη, αν αναλογιστεί κανείς ότι δύο από τα μόνιμη μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Ρωσία και η Κίνα, έχουν ήδη ασκήσει veto σε -πέντε και τέσσερα αντιστοίχως- ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη Συρία, ήδη από το 2011. Υπό αυτό το πρίσμα, το μέλλον ενός ακόμα ψηφίσματος από το Συμβούλιο Ασφαλείας, όσο υπάρχει και ασκείται το δικαίωμα αρνησικυρίας, παρουσιάζεται καταδικασμένο.

Αντί επιλόγου

Συμπερασματικά, το άρθρο 99 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και η αμιγώς πολιτική εξουσία την οποία αυτό επιφορτίζει στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού παρουσιάζεται ως «πυρηνικό όπλο» στη διακριτική ευχέρεια του τελευταίου, δυνάμει άμεσα αποτελεσματικό, αλλά και ανησυχητικά επισφαλές. Αναμφίβολα, ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας ενός παγκόσμιου οργανισμού, μία σοβαρή προσωπικότητα με τεκμαιρόμενη εμπειρία, διορατικότητα και διακριτικότητα στη διαχείριση διεθνών κρίσεων, δεν παύει να είναι άνθρωπος – και, μάλιστα, ένας άνθρωπος σε μία θέση που απαιτεί απόλυτη ψυχραιμία, αλλά συγχρόνως και αποφασιστικότητα. Οποιουδήποτε είδους επιφυλακτικότητα δεν φαίνεται να έχει την παραμικρή θέση όταν διακυβεύεται η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια. Αναρίθμητα περιστατικά παγκοσμίως και διαχρονικά αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο ρόλος των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να καταστεί περισσότερο προληπτικός και λιγότερο κατασταλτικός. Άλλωστε, η επίκληση του άρθρου 99 δεν σημαίνει αυτομάτως αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων, στρατευμάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών ή οποιαδήποτε επέμβαση σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας με το πάτημα ενός κουμπιού. Αντιθέτως, έχει απλώς το νόημα ότι ο Γενικός Γραμματέας, ο επικεφαλής, δηλαδή, του Οργανισμού, θέτει ένα ζήτημα προς διαβούλευση ενώπιον ενός forum, το οποίο με τη σειρά του καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει επί της ανάγκης σχετικής ανταπόκρισης.

Συνεπώς, αν προσπαθήσει κανείς να εξετάσει το περιεχόμενο του άρθρου 99 εκτός του σοβαροφανούς περιβλήματός του, ενδεχομένως να διαπιστώσει ότι πρόκειται απλώς για μία πρόσκληση προς συζήτηση η οποία, σε δεύτερο στάδιο, μπορεί να οδηγήσει στην πρόληψη επικείμενων κρίσεων διεθνούς βεληνεκούς. Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, η επίκληση του άρθρου 99, αλλά και η ανάγκη γενικής αναθεώρησης της λειτουργίας των Ηνωμένων Εθνών στο πλαίσιο επιδίωξης μίας «προληπτικής διπλωματίας», θα μπορούσε να αποτελέσει «τροφή για σκέψη» για τον επόμενο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Antonio Guterres, ο οποίος κατά την έναρξη του νέου έτους καλείται να αναλάβει ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα της διεθνούς πολιτικής σκηνής.

06-10-16guterres1

Ο νυν Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Ban Ki-moon, με τον επόμενο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, Antonio Guterres.

Πηγές:

  1. Deplano, R. (2015), «The Use of International Law By The United Nations Security Council: An Empirical Framework For Analysis», Available at:  http://law.emory.edu/eilr/_documents/volumes/29/Recent%20Developments/deplano.pdf (Accessed: 11/10/2016)
  2. Dorn, W. (2004), «Early and Late Warning by the UN Secretary-General of Threats to the Peace: Article 99 Revisited», Available at: http://walterdorn.net/30-early-and-late-warning-by-the-un-secretary-general-of-threats-to-the-peace-article-99-revisited (Accessed: 11/10/2016)
  3. Drucke, L. (1994), «The United Nations in Conflict Prevention», Available at:  http://www.ipw.uni-hannover.de/fileadmin/politische_wissenschaft/Dateien/luise_druke/un_conflict_prevention.PDF (Accessed: 11/10/2016)
  4. Kirubaharan, S. V. (2013), «Sri Lanka And The Article 99 Of The UN Charter», Available at: https://www.colombotelegraph.com/index.php/sri-lanka-and-the-article-99-of-the-un-charter/ (Accessed: 11/10/2016)
  5. Nichols, M. (2016), «U.N. chief pushes for rare General Assembly session on Syria«, Available at: http://www.reuters.com/article/us-mideast-crisis-syria-diplomacy-idUSKCN12K2SB (Accessed: 26/10/2016)
  6. Security Council Report (2016), «UN Security Council Working Methods»,  Available at: http://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_pv_2608.pdf (Accessed: 11/10/2016)
  7. Spijkers, O. (2007), «Hammarskjold’s grave and legacy (Part III: Article 99 of the UN Charter», Available at: https://invisiblecollege.weblog.leidenuniv.nl/2007/08/07/hammarskjold-s-grave-and-legacy-part-i-c/ (Accessed: 11/10/2016)
  8. Stagno-Ugarte, B. (2016), «Does the United Nations Need an Early-Warning System?», Available at: https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-09-19/high-alert (Accessed: 11/10/2016)

 

Tagged under:

Η Όλγα Κούτσικα είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ πρόσφατα αποφοίτησε από την Ανώτατη Επαγγελματική Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντός της για το διεθνές δίκαιο και τη διπλωματία, έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης των Ηνωμένων Εθνών και ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς και σε διαγωνισμούς εικονικής δίκης, αποσπώντας σημαντικές διακρίσεις. Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει την πρακτική της άσκηση στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και, κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, απασχολείται στη Διεύθυνση Διεθνών Οργανισμών και Διασκέψεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Τέλος, συμμετέχει ενεργά στις μη κυβερνητικές οργανώσεις European Law Students' Association και Space Generation Advisory Council.

Website: http://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This