Η “προβληματική” προσχώρηση της Ε.Ε. στην ΕΣΔΑ

Η προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ηπείρου ανήκει παραδοσιακά στο Συμβούλιο της Ευρώπης – ενός διεθνούς οργανισμού-θεματοφύλακα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με βασική αποστολή του την προάσπιση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Αναμφίβολα, η πλέον σημαντική συνεισφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης στον τομέα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ), η οποία υιοθετήθηκε το 1950, τέθηκε σε ισχύ το 1953 με 47 συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καίτοι, λοιπόν, όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ και, συνεπώς, δεσμεύονται από αυτήν, η ίδια η Ένωση δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΔΔΑ), που εδρεύει στο Στρασβούργο, κατά πράξεων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατοχυρώνεται στο άρθρο 6(3) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το οποίο: «τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και όπως απορρέουν από τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης». Όπως καθίσταται εμφανές, η συνθήκη της Λισαβόνας αποτελεί τη νομοθετική βάση για την αναγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καίριο στοιχείο του ενωσιακού δικαίου, αφού τα ενσωματώνει στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, και τα αναγνωρίζει ως έχοντα ίση νομική αξία με αυτή των Συνθηκών. Στο πλαίσιο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση, συνεπώς, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η ΕΣΔΑ, όπως φαίνεται από το προηγούμενο άρθρο, αλλά και από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με βάση το οποίο παρέχεται ρητά η νομική βάση για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης, όπως ορίζονται στις Συνθήκες».

Το σχέδιο συμφωνίας

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εδράζεται στο Στρασβούργο

Προς υλοποίηση των επιταγών των Συνθηκών, τον Ιούνιο του 2010 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δημιουργία ενός σχεδίου διεθνούς συμφωνίας, το οποίο θα περιελάμβανε τις διατάξεις που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να μπορέσει η Ένωση να προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ. Αποκύημα των διαπραγματεύσεων αποτέλεσε η συγγραφή του σχεδίου διεθνούς συμφωνίας, τον Απρίλιο του 2013. Το εν λόγω σχέδιο εμπεριέχει μία σειρά διατάξεων που καθιερώνουν τους διαδικαστικούς μηχανισμούς που είναι απαραίτητοι για την ολοκλήρωση της προσχώρησης, αλλά και τυχόν τροποποιήσεις της ΕΣΔΑ που επιβάλλονται, εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή καταρτίστηκε για να εφαρμόζεται σε κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, και όχι σε διεθνείς οργανισμούς όπως η ΕΕ.
Ενδεικτικά, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του σχεδίου, η προσχώρηση στην ΕΣΔΑ επιβάλλει υποχρεώσεις στην Ένωση μόνο όσον αφορά πράξεις, μέτρα ή παραλείψεις των θεσμικών οργάνων της. Ακόμη, καμία από τις διατάξεις της Σύμβασης δεν μπορεί να επιβάλει στην Ένωση την υποχρέωση να λάβει μέτρο για το οποίο δεν έχει αρμοδιότητα δυνάμει του δικαίου της Ένωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παράγραφος 4 του άρθρου 1 του σχεδίου συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο πράξη ή παράλειψη των οργάνων ενός κράτους-μέλους καταλογίζονται στο συγκεκριμένο κράτος-μέλος, ακόμα και όταν η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη έχουν συντελεστεί κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Σε μία τέτοια περίπτωση, η Ένωση δεν αποκλείεται να φέρει ευθύνη ως συνεναγόμενη για παραβίαση που οφείλεται σε τέτοια πράξη ή παράλειψη.

Στη συνέχεια, το άρθρο 3 του σχεδίου συμφωνίας προβλέπει την καθιέρωση ενός μηχανισμού παθητικής ομοδικίας (co-respondent mechanism) κατά τον οποίο, όταν η προσφυγή στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη-μέλη δύνανται να αποκτήσουν την ιδιότητα του συνεναγόμενου, εφόσον προκύπτει ότι αμφισβητείται το συμβατό ορισμένης διάταξης ενωσιακού δικαίου με τα επίμαχα δικαιώματα που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Το κράτος-μέλος αποκτά την ιδιότητα του συνεναγομένου, είτε αποδεχόμενο πρόσκληση του ΕΔΔΑ, είτε με απόφαση του ΕΔΔΑ, κατόπιν αιτήσεως του ιδίου (του κράτους-μέλους).

Γνωμοδότηση 2/13 του ΔΕΕ

Λόγω της ρητής πια υποχρέωσης της Ένωσης να προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει στην Ένωση την υποχρέωση να κινηθεί προς την κατεύθυνση της προσχώρησης στην ΕΣΔΑ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προς εδραίωση της ασφάλειας δικαίου, υπέβαλε στις 4 Ιουλίου 2013 αίτηση προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) για έκδοση γνωμοδότησης σχετικά με τη συμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας με τις ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ. Η συγκεκριμένη αίτηση για έκδοση γνωμοδοτήσεως βρίσκει το νομικό της έρεισμα στο άρθρο 218 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης(στο εξής ΣΛΕΕ), το οποίο προβλέπει μία ειδική διαδικασία, με την οποία ένα κράτος-μέλος ή ένα θεσμικό όργανο της ΕΕ μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να γνωμοδοτήσει σχετικά με το αν η σχεδιαζόμενη συμφωνία μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών είναι συμβατή με τις συνθήκες.
Η αίτηση γνωμοδότησης αποτέλεσε αντικείμενο έγγραφης και προφορικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν -εκτός από την Επιτροπή- το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και πληθώρα κρατών-μελών.

Το ΔΕΕ, αρχικά, υπογραμμίζει τις ιδιαιτερότητες της προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ που ανάγονται, αφενός, στη νομική φύση της Ένωσης ως διεθνούς οργανισμού -και όχι ως κρατικής οντότητας, όπως τα συμβαλλόμενα μέρη στην ΕΣΔΑ-, αφετέρου στην sui generis φύση της ενωσιακής έννομης τάξης που εμφανίζει μία ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη θεσμική δομή, και διαθέτει ένα πλήρες σύνολο κανόνων δικαίου που διασφαλίζουν τη λειτουργία της. Το Δικαστήριο ελέγχει τη συμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης υπό δυο πτυχές: Από την μία πλευρά, εξετάζει αν η συμφωνία θα μπορούσε να θίγει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, την αυτονομία κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, από την άλλη πλευρά, αν οι θεσμικοί και δικονομικοί μηχανισμοί που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία διασφαλίζουν την τήρηση των προϋποθέσεων από τις οποίες οι Συνθήκες έχουν εξαρτήσει την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ.

Το πρώτο σημείο που το δικαστήριο διαπιστώνει τη μη συμβατότητα του σχεδίου με τις Συνθήκες αφορά τη διασφάλιση του συντονισμού του άρθρου 53 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 53 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ, το οποίο παρέχει στα συμβαλλόμενα μέρη την εξουσία να θεσπίζουν υψηλότερες προδιαγραφές προστασίας από αυτές που εγγυάται η ΕΣΔΑ, δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο το δίκαιο της ΕΕ. Παρ’όλο που το άρθρο 53 του Χάρτη φαίνεται να δηλώνει κάτι πολύ παρόμοιο με το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ, το ΔΕΕ, στην απόφαση Melloni του 2013, έκρινε ότι η εφαρμογή εθνικών προδιαγραφών προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν πρέπει να διακυβεύει το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης και την υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου. Έτσι, το δικαστήριο υποστήριξε ότι η ΕΣΔΑ θα πρέπει να συντονίζεται με την ως άνω διάταξη του άρθρου 53 του Χάρτη, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το ΔΕΕ, και διαπιστώνει ότι δεν υπήρχε καμία διάταξη στο σχέδιο συμφωνίας για τη διασφάλιση αυτού του συντονισμού.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών έχει στο δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη σημασία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Τα κράτη-μέλη, συνεπώς, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, λαμβάνουν ως δεδομένο το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη-μέλη. Αντίθετα, η ΕΣΔΑ θα απαιτούσε από κάθε κράτος μέλος να ελέγχει ότι όλα τα κράτη-μέλη έχουν, πράγματι, τηρήσει τα θεμελιώδη δικαιώματα, παρά την υποχρέωση αμοιβαίας εμπιστοσύνης που επιβάλλεται από το δίκαιο της ΕΕ. Η συμφωνία προσχώρησης, όμως, δεν περιέχει διατάξεις για την πρόληψη μίας τέτοιας εξέλιξης – γεγονός που οδήγησε το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ένταξη ενδέχεται να υπονομεύσει την αυτονομία του ενωσιακού δικαίου.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντοπίζει ένα παραπάνω πρόβλημα συμβατότητας και στον μηχανισμό παθητικής ομοδικίας που προβλέπει το σχέδιο συμφωνίας. Ειδικότερα, το δικαστήριο αναφέρει ότι, βάσει του μηχανισμού αυτού, όταν η Ένωση ή τα κράτη-μέλη ζητούν να μετάσχουν σε διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ με την ιδιότητα του συνεναγομένου, οφείλουν να εκθέτουν τα επιχειρήματα που επιτρέπουν να αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία, και το ΕΔΔΑ αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ μέσω του ελέγχου αυτού θα μπορεί ενδεχομένως να αξιολογεί τους κανόνες δικαίου της ΕΕ που διέπουν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών. Συνεπώς, κατά το ΔΕΕ, ο έλεγχος αυτός δύναται να θέσει σε κίνδυνο την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών – γεγονός που μπορεί να υπονομεύσει σε τελικό επίπεδο την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου.

Τέλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μία διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να επηρεάσει την κατανομή αρμοδιοτήτων που καθορίζονται από τις Συνθήκες και, κατά συνέπεια, την αυτονομία του νομικού συστήματος της ΕΕ. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 344 της ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να υποβάλλουν διαφορά σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των Συνθηκών σε οποιαδήποτε άλλη μέθοδο διευθέτησης, εκτός εκείνων που προβλέπονται από τις Συνθήκες. Δεδομένου ότι το σχέδιο συμφωνίας δεν απέκλεισε την πιθανή χρήση του ΕΔΔΑ για τη διευθέτηση τέτοιων διαφορών, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι αυτό υπονόμευε το δίκαιο της ΕΕ.

Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εδράζεται στο Λουξεμβούργο

Παρατηρήσεις

Όπως καθίσταται εμφανές, η ανωτέρω γνωμοδότηση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της επιφυλακτικής στάσης που τηρεί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το ζήτημα της προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ. Παρ’όλα αυτά, μεγάλο μέρος της θεωρίας φαίνεται να υποστηρίζει την ένταξη στην ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι αυτή θα εξασφάλιζε έναν αποτελεσματικό εξωτερικό έλεγχο της ΕΕ σε σχέση με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό που φαίνεται, ωστόσο, να απασχολεί περισσότερο το ΔΕΕ είναι κυρίως η διατήρηση της αυτονομίας και υπεροχής της έννομης τάξης της ΕΕ και, ιδίως, του προνομίου που έχει το ίδιο να είναι ο τελικός προσδιοριστικός παράγοντας της κοινοτικής έννομης τάξης. Όσον αφορά τις πρακτικές συνέπειες της εν λόγω γνωμοδότησης, αυτές μπορούν να συνοψιστούν στο γεγονός ότι είναι αδύνατη η προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ υπό τους ισχύοντες όρους της συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι, το ΔΕΕ υποδεικνύει μια σειρά από τροποποιήσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν, προκειμένου η προσχώρηση να είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο, ωστόσο, φαίνεται να αγνοεί την επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία των διαπραγματεύσεων, ιδιαίτερα σε μία περίοδο οξείας έντασης και πολλαπλών κρίσεων εντός της Ένωσης.

Πηγές:

  1. Πρεβεδούρου, Ε. (2014). Η Προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η σχέση των δυο υπερεθνικών δικαστηρίων. https://www.constitutionalism.gr/proshorisi-ee-se-esda/
  2. Πρεβεδούρυ, Ε.(2014). Προβλήματα συμβατότητας του σχεδίου συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ: Γνωμοδότηση ΔΕΕ 2/2013 της 18.12.2014. https://www.prevedourou.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%87%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CF%85/
  3. Peers, S. (2016). The EU’s accession to the ECHR: The dream becomes a nightmare. https://static1.squarespace.com/static/56330ad3e4b0733dcc0c8495/t/56c84ffef055e95324090f9d/1455968255593/PDF_Vol_16_No_01_Special_213-222_Peers.pdf
  4. Europa.eu. (2014). Γνωμοδότηση 2/13 του Δικαστηρίου (Ολομέλεια). http://curia.europa.eu/juris/document/document_print.jsf;jsessionid=9ea7d0f130de227cbed980ac46a9b171de66f52189d7.e34KaxiLc3eQc40LaxqMbN4ObxuTe0?doclang=EL&text=&pageIndex=0&docid=160882&cid=549408
  5. Europa.eu. (2012). Ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=celex%3A12012E%2FTXT
  6. Νικολάου, Δ. (2015). Διπλωματική εργασία «Η προσχώρηση της Ε.Ε στην ΕΣΔΑ-Νομική βάση, προβλήματα και προοπτικές». http://83.212.168.214/jspui/bitstream/123456789/10371/1/Nikolaou%20Dimitra.pdf
  7. Tobias, L. (2010). EU Accession to the ECHR: Implications for the judicial review in Strasbourg. https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1736602
  8. Δαγτόγλου, Π.Δ. (2012). Ατομικά Δικαιώματα. Εκδόσεις Σάκκουλα, pp. 37-47.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (10 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Η Αναστασία Τηλεμάχου είναι τριτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους τομείς του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου,διεθνών σχέσεων καθώς και διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest