Ανατομία ενός πολέμου: Θεωρία

Αυτό το άρθρο είναι το 1ο μέρος από τα 2 με τίτλο: Ανατομία ενός πολέμου

Ο μέσος άνθρωπος έχει αναμφίβολα αναρωτηθεί κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του για ποιον λόγο μια έκρυθμη -άνευ βάσης και ουσίας- κατάσταση κατέληξε σε διαμάχη – είτε πρόκειται για στρατιωτική, είτε για οικονομική, νομική ή, απλώς, λεκτική. Με πιο απλά λόγια, “πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε”;

Ίσως, ακόμη, να απαντηθούν τα πιο περίπλοκα ερωτήματα: “Γιατί κανείς δεν υποχωρεί;” και “Τί είναι προτιμότερο, η επίθεση ή η άμυνα;”. Σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να δοθεί απάντηση με επίκληση στο -επονομαζόμενο από τους διεθνολογικούς κύκλους- “δίλημμα ασφαλείας” (Security Dilemma, επίσης γνωστό υπό τον όρο Spiral Model), αλλά και στο “αποτρεπτικό μοντέλο” (Deterrence Model). 

Προτού γίνει, όμως, κατανοητό τί ακριβώς πρεσβεύουν τα δύο αυτά μοντέλα, πρέπει να εξεταστούν οι έννοιες του “αμυντικού” και “επιθετικού νεορεαλισμού” (defensive and offensive neorealism).

Ο νεορεαλισμός (δομικός ρεαλισμός structural realism) στηρίχθηκε στις πέντε θεμελιώδεις παραδοχές του Ρεαλισμού -όπως υπογραμμίστηκε από τον επιθετικό νεορεαλιστή John J. Mearsheimer στο έργο του “The False Promise of International Institutions”-, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη βασική θεώρηση του νεορεαλισμού: η επιβίωση του κράτους επιτυγχάνεται μέσω της “αυτοβοήθειας”.

Οι πέντε υποθέσεις είναι οι εξής:

  1. Το διεθνές σύστημα έχει άναρχη δομή.
  2. Τα κράτη έχουν εγγενώς κάποια επιθετική στρατιωτική ικανότητα, η οποία τους δίνει τη δυνατότητα να βλάψουν και, ενδεχομένως, να καταστρέψουν το ένα το άλλο.
  3. Τα κράτη δεν μπορούν ποτέ να είναι σίγουρα για τις προθέσεις των άλλων κρατών.
  4. Το βασικό κίνητρο κάθε κράτους είναι η επιβίωσή του.
  5. Τα κράτη ακολουθούν στρατηγικές προσεγγίσεις για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους στο διεθνές σύστημα.

Λαμβάνεται, λοιπόν, ως δεδομένο ότι -σε παγκόσμια κλίμακα- η διεθνής κοινότητα κατέχει άναρχη δομή – δεν υπάρχει, δηλαδή, μια ανώτερη ηγεσία που δύναται να επιφέρει κάποια μορφή ενότητας ή ενοποίησης όλων των επιμέρους κρατικών μονάδων. Μοναδική μορφή ιεράρχησης -με αμφίβολη, ωστόσο, αποτελεσματικότητα- παραμένει η σύναψη δεσμευτικών συμμαχιών και η προσχώρηση σε ενωτικές μορφές αποκεντρωμένης διοίκησης (E.U.), καθώς και η σύσταση διεθνών οργανισμών (U.N.) και οργανισμών περιφερειακής συνεργασίας (G.C.C.). Καθότι, λοιπόν, δεν υπάρχει μία ομοιογενώς οργανωμένη παγκόσμια κοινότητα, το κάθε κράτος φέρει ευθύνη και έχει καθήκον απέναντι στους πολίτες του να προστατεύσει τόσο τους ίδιους, όσο και την εθνική του κυριαρχία.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του “αμυντικού νεορεαλισμού”, σταθερή τάση των κρατών είναι η διατήρηση μετριοπαθών και αποκλειστικών πολιτικών, με απώτερο σκοπό την επίτευξη ασφάλειας. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η δομική θεώρηση του επιθετικού νεορεαλισμού”, ο οποίος υποθέτει ότι βασικός στόχος των κρατών είναι η αύξηση της δύναμης και της επιρροής τους, ώστε να επιτευχθεί η ασφάλεια μέσω της κατάληψης άλλων κρατών και της ηγεμονίας τους επί αυτών. Αδήριτη, εντούτοις, παραμένει η φύση όλων των κρατών να εμπλέκονται -είτε αναθεωρητικά, με επεκτατικές βλέψεις, είτε αμυντικά- σε διακρατικές συγκρούσεις.

Το “δίλημμα ασφαλείας”, συνεπώς, είναι ένα μοντέλο συχνά -αλλά όχι πάντοτε- επιφορτισμένο με ψυχολογικής υπόστασης παράγοντες, το οποίο επηρεάζει δύο τουλάχιστον χώρες, που βασικό μέλημά τους είναι η εναρμόνιση με τη θεώρηση του αμυντικού νεορεαλισμού. Μία χώρα -με την υποθετική ονομασία “Χώρα Α”- που δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε διακρατικές διαμάχες, και ακολουθεί αμυντικές πολιτικές, στην προσπάθειά της να διατηρήσει την ασφάλειά της, αυξάνει τις εξοπλιστικές της δαπάνες. Η εν λόγω στάση της εκλαμβάνεται από μία άλλη χώρα, εξίσου προσηλωμένη στο αμυντικό δόγμα -στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσε να ονομαστεί “Χώρα Β”, η οποία επιθυμεί και αυτή να διασφαλίσει την εθνική της κυριαρχία-, ως επιθετική ενέργεια. Ως αποτέλεσμα αυτού του συμπεράσματος, η Χώρα Β θα αυξήσει τις δικές της εξοπλιστικές δαπάνες, κίνηση που -με τη σειρά της- η Χώρα Α θα εκλάβει εκ νέου ως επιθετική απειλή. Το μοντέλο επάξια ονομάστηκε “σπειροειδές”, καθότι και οι δύο χώρες θα συνεχίσουν να αυξάνουν τη στρατιωτική τους ισχύ, από φόβο και μόνο μήπως η αντίπαλη χώρα γίνει πιο ισχυρή και, συνεπώς, πιο ικανή να επικρατήσει στην περίπτωση μιας μεταξύ τους διένεξης.

Παρότι φαντάζει μοντέλο παραλογισμού και αναθεωρητικής φρενίτιδας, ακρογωνιαίος λίθος του είναι η κοινή επιθυμία και των δύο χωρών να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση, και να διατηρηθούν τα ισχύοντα σύνορά τους. Με άλλα λόγια, δύο χώρες που επιθυμούν την ειρήνη, εξαιτίας της διπλωματικής αναποτελεσματικότητας και του γενικότερου κλίματος αστάθειας, οδηγούνται -αργά, αλλά σταθερά- στην αύξηση των διακρατικών εντάσεων, που με τη σειρά τους ωθούν τους κρατικούς δρώντες στην αναπόφευκτη πλέον σύγκρουση.

Απλό παράδειγμα -το οποίο, μάλιστα, αποτελεί pop culture reference– όσον αφορά στο πόσο εύκολα δύναται να εκτροχιαστεί μία κατά τα άλλα διαχειρίσιμη κατάσταση εξαιτίας της αβεβαιότητας, της αναρχίας και της ψυχολογικής φόρτισης, είναι η σκηνή από την ταινία Dark Knight, στην οποία ο Joker πραγματοποιεί ένα κοινωνικό πείραμα.

Το κοινωνικό πείραμα του Joker στην ταινία “The Dark Knight” (2008).

Το κοινωνικό αυτό πείραμα έχει ως εξής: Υπάρχουν δύο πλοιάρια. Στο πρώτο βρίσκονται κρατούμενοι από τη φυλακή -που αντιπροσωπεύουν εδώ τη Χώρα Α-, στο δεύτερο υπάρχουν απλοί πολίτες – αντιπροσωπεύοντας τη Χώρα Β. Και στα δύο έχουν τοποθετηθεί εκρηκτικά. Το κάθε πλοιάριο διαθέτει τον μηχανισμό που ενεργοποιεί τα εκρηκτικά του άλλου, και το δίλημμα διαμορφώνεται ως εξής: Ποιος θα προλάβει να ανατινάξει τον άλλον, ούτως ώστε να μην τον ανατινάξει εκείνος πρώτος;

Ωστόσο, το ζήτημα περιπλέκεται όταν λάβει κανείς υπόψιν τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του “διλήμματος ασφάλειας”, εκφραζόμενες μέσα από τις διμερείς σχέσεις των εμπλεκόμενων κρατών οι οποίες αφορούν στη διαφορά ισχύος και στόχων. Ο Robert Jervis, ο οποίος ανέπτυξε τη θεωρία της Επίθεσης – Άμυνας, επιχείρησε να οριοθετήσει την ένταση του “διλήμματος ασφάλειας” χρησιμοποιώντας τέσσερα (4) υποθετικά σενάρια:

Σενάριο Πρώτο

Όταν η επιθετική και η αμυντική συμπεριφορά μεταξύ δύο κρατών δεν είναι διακριτές -δεν μπορεί, δηλαδή, να διαχωριστεί ποια χώρα έχει αναθεωρητική πολιτική, και ποια υποστηρίζει την τήρηση του status quo-, αλλά προέχει η επίθεση και από τις δύο μεριές, το “δίλημμα ασφαλείας” είναι πολύ έντονο (very intense), και το περιβάλλον είναι διπλά επικίνδυνο (doubly dangerous).

Τα εν λόγω κράτη θα συμπεριφερθούν με επιθετικό τρόπο, και θα προκύψει πιθανότατα κάποια μορφή εξοπλιστικής κούρσας. Οι δε πιθανότητες συνεργασίας και ειρηνικής επίλυσης της διένεξης μεταξύ των κρατών είναι χαμηλές.

The Cuban Missile Crisis in 1962.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μορφής του “διλήμματος ασφαλείας” παραμένει η εξοπλιστική κούρσα που διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης, και συγκεκριμένα στον κλάδο των πυρηνικών εξοπλισμών. Αποκορύφωμα του επονομαζόμενου “nuclear arms race” ήταν η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας (Cuban Missile Crisis) τον Οκτώβριο του 1962, η οποία διήρκεσε 13 ημέρες, και χαρακτηρίστηκε ως “το πιο κοντινό του Ψυχρού Πολέμου να κλιμακωθεί σε έναν πυρηνικό πόλεμου πλήρους κλίμακας”.

Σενάριο Δεύτερο

Όταν η επιθετική και η αμυντική συμπεριφορά μεταξύ δύο κρατών δεν είναι διακριτές, αλλά προέχει η άμυνα, το “δίλημμα ασφαλείας” κρίνεται μεν έντονο (intense) ως προς την επεξήγηση της συμπεριφοράς των κρατών, αλλά όχι τόσο έντονο όσο στο πρώτο σενάριο.

Σε μια τέτοια κατάσταση, ένα κράτος μπορεί να είναι σε θέση να αυξήσει την ασφάλειά του, χωρίς να αποτελέσει αυτό απειλή για άλλα κράτη, ή να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλειά τους.

Σενάριο Τρίτο

Όταν η επιθετική και η αμυντική συμπεριφορά μεταξύ δύο κρατών είναι μεν διακριτές, αλλά προέχει η επίθεση, τότε το “δίλημμα ασφαλείας” δεν είναι έντονο (not intense), αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα ασφάλειας. Το περιβάλλον είναι ασφαλές (not dangerous), αλλά υπάρχει η έντονη επιθετική συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη επιθετικότητα στο μέλλον.

Οικείο παράδειγμα αποτελεί το “δίλημμα ασφαλείας” μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πρόκειται για δύο χώρες με διακριτές συμπεριφορές σχετικά με την εξωτερική τους πολιτική -η Ελλάδα θεωρείται αμυντική ως προς το status quo χώρα, ενώ η Τουρκία είναι αναθεωρητική δύναμη-, οι οποίες βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό. Το περιβάλλον, πάντως, δεν δύναται να χαρακτηριστεί “επικίνδυνο”.

Δεδομένης, ωστόσο, της ήδη αποσταθεροποιημένης κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στη Μέση Ανατολή, καθώς και της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης και της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία, παρατηρείται μια γενικευμένη αστάθεια, η οποία αποτελεί την κύρια προϋπόθεση του “διλήμματος ασφαλείας”. Εκτός αυτού, παρότι η χώρα που βρίσκεται σε δυσμενέστερη εξοπλιστικά θέση -και, άρα, επηρεάζεται άμεσα από το “δίλημμα ασφαλείας”-, είναι αμυντική δύναμη, ο αναθεωρητικός της αντίπαλος ακολουθεί μια ανταγωνιστική εξοπλιστική κούρσα -για παράδειγμα, διαπραγμάτευση για την απόκτηση των S-400 missile system και παραγγελία των F-35 Lightning II-, ενώ οι συχνές παραβάσεις και παραβιάσεις του F.I.R. και των χωρικών υδάτων τα οποία βρίσκονται υπό αμφισβήτηση, σκηνοθετούν μία πιο έκρυθμη κατάσταση από αυτή που στοιχειοθετεί το τέταρτο σενάριο.

Σενάριο Τέταρτο

Όταν η επιθετική και η αμυντική συμπεριφορά μεταξύ δύο κρατών είναι μεν διακριτές, αλλά προέχει η άμυνα, τότε το δίλημμα ασφαλείας είναι ελάχιστα ή καθόλου έντονο (little to no intense), και το περιβάλλον είναι διπλά ασφαλές (doubly safe).

Δεδομένου ότι υπάρχει μικρός κίνδυνος επιθετικής δράσης από άλλα κράτη, ένα κράτος θα είναι σε θέση να δαπανήσει μέρος του αμυντικού του προϋπολογισμού και άλλων πόρων του με σκοπό τη γενικότερη ανάπτυξή του.

China-Taiwan Relations

Σε αυτή την περίπτωση, παράδειγμα αποτελεί η ιδιόμορφη κατάσταση που επικρατεί μεταξύ Κίνας και Taiwan. Η Κίνα δρα αναμφίβολα ως αναθεωρητική δύναμη, ενώ η Taiwan ακολουθεί αμυντική πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, καμία από τις δύο δυνάμεις δεν επιθυμεί μια πραγματική εμπλοκή – αξίζει να σημειωθεί και ότι η Taiwan δεν αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος.

Συνοψίζοντας επί της θεωρίας του Jervis

Ο Robert Jervis υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο κόσμος έχει άναρχη δομή, ένα κράτος -Χώρα Α- μπορεί να αυξήσει τη στρατιωτική του ικανότητα για αμυντικούς σκοπούς. Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψιν ότι τα κράτη δεν γνωρίζουν τις προθέσεις των άλλων κρατών, θα μπορούσαν τα υπόλοιπα κράτη -Χώρες Β, Γ και Δ- να ερμηνεύσουν την αμυντική συσσώρευση της Χώρας Α ως εν δυνάμει ή και ευθέως επιθετική. Σε αυτή την περίπτωση, και με την προϋπόθεση ότι και η επιθετική δράση εναντίον του κράτους που χτίζει την άμυνά του -δηλαδή μια ενδεχόμενη επίθεση εναντίον της Χώρας Α- είναι συμφέρουσα, τα άλλα κράτη -δηλαδή οι Χώρες Β, Γ και Δ- θα προτιμήσουν να υιοθετήσουν εκ νέου μια αμιγώς επιθετική στάση, η οποία θα οδηγήσει σε νέα αποσταθεροποίηση.

Σε μια τέτοια κατάσταση, μια εξοπλιστική κούρσα κρίνεται σχεδόν αναπόφευκτη, ειδικά αν ακολουθηθεί η μιλιταριστική θεωρία “The cult of the offensive”, η οποία ήταν ευρέως διαδεδομένη στα χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το “cult of the offensive” αναφέρεται στο στρατηγικό δίλημμα σύμφωνα με το οποίο εκτιμάται ότι μια επίθεση θα είναι τόσο συντριπτική, ώστε να μην μπορεί καμία δύναμη υπεράσπισης να την αποκρούσει επιτυχώς. Κατά συνέπεια, όλα τα κράτη επιλέγουν να επιτεθούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τρόπου σκέψης αποτελεί η μιλιταριστική προσέγγιση της Γερμανίας τόσο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Schlieffen Plan, όσο και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την τακτική του επονομαζόμενου Blitzkrieg, του πολέμου-αστραπή.

Ο ίδιος ο Jervis, άλλωστε, συμπληρώνει αναφορικά με τον Α’ Π.Π.: “Πολλές από τις συμπεριφορές σε αυτή την περίοδο ήταν προϊόν της τεχνολογίας και των πεποιθήσεων που αύξησαν το δίλημμα ασφαλείας”.

Στο παράδειγμα των δύο αυτών πολέμων, οι στρατηγικοί αναλυτές πίστευαν ότι η επίθεση θα ήταν πιο συμφέρουσα από την άμυνα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα τους διέψευσε.

Αντιθέτως, το “μοντέλο αποτροπής” (deterrence theory) χρησιμοποιείται καθημερινά από όλα τα κράτη, καθώς ο σύγχρονος κόσμος έχει -σε μεγάλο βαθμό- δομηθεί πάνω του. Το αποτρεπτικό μοντέλο χρησιμοποιεί το ενδεχόμενο μιας επικείμενης καταστροφικής επίθεσης ή αντεπίθεσης ενάντια σε μια χώρα, ώστε να την αποτρέψει από το να ασκήσει η ίδια επεκτατική πολιτική. Πιο απλά, έστω ότι η Χώρα Α επιθυμεί να προσαρτήσει εδάφη της Χώρας Β, η οποία, για να αποτρέψει τη Χώρα Α, προχωρά σε επίδειξη της στρατιωτικής της ισχύος, είτε κατά μόνας είτε μαζί με τους συμμάχους της. Στόχος, λοιπόν, είναι η χώρα με την επεκτατική πολιτική να αντιληφθεί ότι η εφαρμογή της πολιτικής αυτής συνεπάγεται για την ίδια επιπτώσεις ανάλογης ή και μεγαλύτερης κλίμακας.

Για να πετύχει, όμως, το αποτρεπτικό μοντέλο σε περιπτώσεις που έχουν καταστεί ήδη έκρυθμες, και να μην οδηγήσει στο “δίλημμα ασφαλείας”, κρίνεται αναγκαίος ο συνδυασμός της αποτροπής και της διασφάλισης. Έστω, δηλαδή, ότι η Χώρα Α απειλείται από τη Χώρα Β, και η Χώρα Γ δρα ως εγγυήτρια δύναμη και βασικός σύμμαχος της Χώρας Α. Η Χώρα Α και η Χώρα Γ οφείλουν, αφενός, να χρησιμοποιήσουν το αποτρεπτικό μοντέλο, ώστε η Χώρα Β να αποθαρρυνθεί από την εφαρμογή των επεκτατικών της πλάνων. Αφετέρου, όμως, θα πρέπει να καταστήσουν ξεκάθαρη την επιθυμία τους για απλή ενίσχυση της άμυνας της Χώρας Α, και όχι να στραφούν αργότερα ενάντια στην ίδια τη Χώρα Β.

Στις στρατηγικές επιστήμες υπάρχουν πολλών ειδών διαμάχες. Συχνά, πριν από τη λέξη πόλεμος προηγείται ένα επίθετο που προσδιορίζει το περιεχόμενο και το στόχο της σύγκρουσης: αποτρεπτικός πόλεμος, προληπτικός πόλεμος, αμυντικός πόλεμος, κ.ο.κ. Αρκεί, άραγε, να κατανοήσει κανείς τις αρχές και τους όρους των διεθνών σχέσεων ώστε να ερμηνεύσει το ευρύτερο φάσμα των πολεμικών εμπλοκών; Ή μήπως, εν τέλει, οι όροι αυτοί λειτουργούν όχι ως επεξηγηματικά αφηγήματα και μοντέλα πρόβλεψης, αλλά ως συμπληρωματική στοιχειοθέτηση;

Άλλωστε, οι κινητήριες δυνάμεις που ωθούν ένα κράτος σε διεθνείς διενέξεις είναι γνώστες και πολλάκις δοκιμασμένες. Ορισμένες από αυτές είναι η αποξένωση, το συλλογικό αίσθημα ταπείνωσης, ο υπερπληθυσμός, οι επεκτατικές τάσεις των αναθεωρητικών δυνάμεων, οι συμμαχίες, τα “conflicts of interest” -που δύνανται να σημειωθούν είτε σε αντικειμενικό είτε σε υποκειμενικό επίπεδο, και να αυξομειώσουν την ένταση και την πιθανότητα εμπλοκής, αντιστοίχως-, αλλά και η διπλωματία – το κατεξοχήν μέσο άσκησης διεθνούς πολιτικής, η οποία συχνά παραγκωνίζεται, ή χρησιμοποιείται λανθασμένα.

Πηγές:

  1. Jervis, R. (1978). Cooperation Under the Security Dilemma. World Politics, 30(2), pp.167-214. [online] Available at: https://www.jstor.org/stable/2009958?seq=1#page_scan_tab_contents [Accessed 13 Jun. 2017].
  2. Mearsheimer, J. (1995). The False Promise of International Institutions. The MIT Press, 19(3), pp.5-49. [online] Available at: http://www.guillaumenicaise.com/wp-content/uploads/2013/10/mearsheimer_The-False-Promise-of-International-Institutions.pdf [Accessed 13 Jun. 2017].
  3. Mearsheimer, J. (2001). The tragedy of great power politics. 1st ed. New York: W.W. Norton & Company. [online] Available at: https://samuelbhfauredotcom.files.wordpress.com/2015/10/s2-mearsheimer-2001.pdf [Accessed 13 Jun. 2017].
  4. Evera, S. (2009). The “Spiral Model” vs. The “Deterrence Model”. [online] MIT. Available at: https://ocw.mit.edu/courses/political-science/17-40-american-foreign-policy-past-present-future-fall-2010/lecture-notes/MIT17_40F10_Spiral_Model.pdf [Accessed 13 Jun. 2017].
  5. Christensen, T. (2002). The Contemporary Security Dilemma: Deterring a Taiwan Conflict. The Washington Quarterly, 25(4), pp.5-21. [online] Available at: https://www.ou.edu/uschina/SASD/SASD2006/Christensen2002Security%20Dil.pdf [Accessed 13 Jun. 2017].
  6. Lynn-Jones, S. (1995). Offense-Defense Theory and Its Critics. Journal Security Studies, 4(4), pp.660-691.
  7. Tang, S. (2009). The Security Dilemma: A Conceptual Analysis. Security Studies, 18(3), pp.587-623. [online] Available at: http://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/09636410903133050 [Accessed 13 Jun. 2017].
  8. Gortzak, Y., Haftel, Y. and Sweeney, K. (2005). Offense-Defense Theory: An Empirical Assessment. The Journal of Conflict Resolution, 49(1), pp.67-89. Available at: https://www.jstor.org/stable/30045099?seq=1#page_scan_tab_contents [Accessed 13 Jun. 2017].
Πλοήγηση στις σειρέςΤο ελληνοτουρκικό bras de fer, αποτυπωμένο σε όρους Διλήμματος Ασφαλείας >>

Tagged under:

Η Ιωάννα Νεστορίδη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ έζησε για ορισμένα χρόνια στη Γαλλία. Έχει ένα minor στη δημιουργική γραφή με ειδικότητα στην ποίηση και τη συγγραφή λόγων. Σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες με κύρια ειδικότητα το Διεθνές Δίκαιο, το Δίκαιο Ενόπλων Συγκρούσεων και Διεθνών Διενέξεων, την Ασφάλεια και την Τρομοκρατία. Έχει εργαστεί για την Καναδική εταιρία λογοτεχνίας Wattpad (θα βρείτε το λογοτεχνικό έργο της με την υπογραφή: Alice Graivenille) και δραστηριοποιείται στο χώρο του εθελοντισμού. Εκτελεί χρέη γενικού συντονιστή στην GRAPESS και είναι μέλος του Rotaract Club of Thessaloniki-East. Στον ελεύθερο χρόνο της συμμετέχει σε ακαδημαϊκά συνέδρια, ερευνητικά προγράμματα, ταξιδεύει και φυσικά γράφει.

[email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

1 Comment

  1. Pingback: Το ελληνοτουρκικό bras de fer, αποτυπωμένο σε ορούς Διλήμματος Ασφαλείας » Power Politics

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest