Ανθρωπιστική Επέμβαση και Βομβαρδισμοί: Το «χρυσό» παράδειγμα του Κοσόβου

Η περίοδος έπειτα της λήξης του Ψυχρού Πολέμου χαρακτηρίστηκε ως «Χρυσή Εποχή» του ανθρωπιστικού ακτιβισμού. Kατά τη δεκαετία του 1990, τα κράτη εξέταζαν το ενδεχόμενο επέμβασης για την προστασία υπηκόων ξένων χωρών που βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παράλληλα, την ίδια δεκαετία, η ίδια διεθνής κοινότητα αδράνησε σε περιπτώσεις κατάφωρης παραβίασης του διεθνούς δικαίου (π.χ. γενοκτονία της Ρουάντα). Μια από τις περιπτώσεις όπου εφαρμόσθηκε ο «ανθρωπιστικός ακτιβισμός» είναι η κρίση του Κοσόβου το 1999, η οποία οδήγησε στη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης μονομερούς επεμβάσεως με χρήση βίας, προκειμένου να αντιμετωπισθούν σοβαρότατες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τα βαθύτερα αίτια της διαμάχης των Σερβικών και Αλβανικών πληθυσμών -τα οποία οδήγησαν στην κρίση του Κοσόβου το 1999- μπορούν να γίνουν κατανοητά ευκολότερα με μια αναδρομή στην ιστορία της περιοχής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο: Η επαρχία του Κοσόβου αποτελεί από παλιά ένα συνεχές πεδίο συγκρούσεων και αστάθειας, εξαιτίας της εθνοτικής ανομοιογένειας που τη χαρακτηρίζει. Παρά το γεγονός ότι η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Κόσοβο δεν είναι κάτι πρόσφατο, μόνο οι ακρότητες του 1998 κινητοποίησαν τη διεθνή κοινότητα να παρέμβει, αρχικά με τη διπλωματική οδό και, στη συνέχεια, με τη στρατιωτική επέμβαση.

Η κρίση του Κοσόβου μπορεί να εξεταστεί σε δύο φάσεις, ανάλογα με τους παίκτες και την τυπολογία της σύγκρουσης ανάμεσά τους. Η πρώτη σύγκρουση πραγματοποιείται ανάμεσα στις σερβικές δυνάμεις και τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσόβου (UCK). Το έναυσμα της κρίσης είχε ήδη δοθεί από την περίοδο διακυβέρνησης του Tito, καθώς, μέσα από μια σειρά μεταρρυθμίσεων, το Κόσοβο περιήλθε σε καθεστώς αυτονομίας (1974) – γεγονός που του επέτρεπε, συνταγματικά, να αποσχιστεί από την επικράτεια της Σερβίας στην οποία ανήκε. Ως φυσικό επακόλουθο της φιλελευθεροποίησης του Tito, ενισχύθηκαν τα εθνικιστικά αντανακλαστικά, και αυξήθηκαν οι εντάσεις ανάμεσα σε Αλβανούς, Κοσοβάρους και Σέρβους. Το 1980, ο θάνατος του Tito οδήγησε στην αναβίωση της βίας, με την Αλβανική πλευρά να πιέζει για την αναγνώριση ομόσπονδης δημοκρατίας, ενώ η Σερβική πλευρά να επιδιώκει να ελέγξει την επαρχία. Παράλληλα, η Σερβική Ακαδημία Επιστημών ζητούσε, με μνημόνιο, την ακύρωση ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος του 1974, προωθώντας την ιδέα της δημιουργίας μιας Μεγάλης Σερβίας και διαμορφώνοντας -εν πολλοίς- το ιδεολογικό υπόβαθρο στο οποίο έδρασε ο Slobodan Milošević από το 1987.

Kosovo War 1998, Marco di Lauro

Οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε ο Milošević προέβλεπαν τον αποκλεισμό των Αλβανών Κοσοβάρων από τα πολιτικά γραφεία και τα κρατικά αξιώματα, καθώς και την αυθαίρετη κράτηση. Παράλληλα, εισήγαγαν πολιτικές ελέγχου στην εκπαίδευση και στις πολιτιστικές ελευθερίες, οι οποίες διέπονταν από αλόγιστη χρήση βίας. Στις πολιτικές του Milošević, οι Αλβανοί Κοσοβάροι αντέδρασαν, στηρίζοντας την ειρηνική εκστρατεία του Ibrahim Rugova, ο οποίος, με τη δημιουργία της Δημοκρατίας του Κοσόβου, συγκρότησε ένα εκπαιδευτικό και υγειονομικό σύστημα, με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες του αλβανόφωνου πληθυσμού στο Κόσοβο. Όμως, η ασυνέπεια στον πολιτικό λόγο του Rugova οδήγησε, το 1996, σε μεγάλες ειρηνικές κινητοποιήσεις από την Ένωση Ανεξάρτητων Φοιτητών, οι οποίοι διεκδικούσαν την επιστροφή Αλβανών Κοσοβάρων σε επίσημα σχολεία, όπως επίσης την καθιέρωση της αλβανικής γλώσσας στην εκπαίδευση.

Το Σεπτέμβριο του 1997, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου (UCK) πέτυχε καίρια πλήγματα στη σερβική αστυνομία, προκαλώντας την ενίσχυση των καταπιεστικών πολιτικών του Milošević. Οι δύο αντικρουόμενες δυνάμεις -η Σερβική αστυνομία και ο UCK- ενέτειναν τις συγκρούσεις όλο και περισσότερο, κάνοντας εμφανείς τις ανθρωπιστικές επιπτώσεις στη διεθνή κοινότητα. Η επαρχία του Κοσόβου είχε καταστεί πηγή αστάθειας για τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, ενώ, παράλληλα, έθετε εν αμφιβόλω την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια. Έτσι, το Μάρτιο του 1998, η Ομάδα Επαφής πραγματοποίησε συνέλευση στο Λονδίνο, προκειμένου να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για το Κόσοβο, ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας επέβαλλε εμπάργκο όπλων στη Γιουγκοσλαβία. Παρ’όλα αυτά, οι παραπάνω ενέργειες αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Κατά τους μήνες που ακολούθησαν, ο διπλωματικός κλοιός έσφιγγε ακόμη περισσότερο, και οι προσπάθειες να βρεθεί κάποια λύση ανάμεσα στις δύο πλευρές ενετείνοντο, δίχως, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς τα ζωτικά συμφέροντα των δύο εθνικών ομάδων ήταν ασύμπτωτα, ενώ κάθε προσπάθεια σύγκλισης υπονομευόταν είτε από τον UCK, είτε από τη Σερβική εξουσία.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 23 Μαρτίου 1999, ο Γενικός Γραμματέας του NATO, Javier Solana, δήλωσε:

«Όλες οι προσπάθειες να επιτευχθεί πολιτική λύση, μέσω διαπραγματεύσεων, στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου έχουν αποτύχει· δεν υπάρχουν εναλλακτικές εκτός της στρατιωτικής δράσης […] Επιτρέψτε μου να είμαι σαφής: Το ΝΑΤΟ δεν διεξάγει πόλεμο εναντίον της Γιουγκοσλαβίας […] Στόχος μας είναι να αποτραπεί επιπλέον ανθρώπινος πόνος, καταπίεση και βία κατά του άμαχου πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου»

Στις 24 Μαρτίου 1999, ο Bill Clinton διέταξε την έναρξη εναέριων βομβαρδισμών, οι οποίοι διήρκεσαν 76 ημέρες, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «πλήρως εκτιναγμένη». Οι βομβαρδισμοί τερματίστηκαν στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους, με την έκδοση της απόφασης υπ’ αριθμόν 1244 των Ηνωμένων Εθνών. Συγχρόνως, συστάθηκε η Διεθνής Στρατιωτική Παρουσία στο Κόσοβο (KFOR), με αστυνομικές και στρατιωτικές ιδιότητες, ώστε να εδραιωθεί και να διατηρηθεί η σταθερότητα στην περιοχή. Η απόφαση δεν εξασφάλιζε το πολιτικό καθεστώς του Κοσόβου, όμως δεν απέκλειε τη μελλοντική ανεξαρτητοποίησή του.

Kosovo, Serbian refugees (1998), Marco di Lauro

Ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων της Νατοϊκής επέμβασης στο Κοσσυφοπέδιο, ο χαρακτήρας μιας ένοπλης ανθρωπιστικής επέμβασης αναμφίβολα αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης, καθώς η νομιμοποιητική της βάση δεν είναι εμφανής. Αναλυτικότερα, η Νατοϊκή επέμβαση στο Κόσοβο πραγματοποιήθηκε με τρόπο ανορθόδοξο, καθώς παρακάμφθηκε η διαδικασία ψήφισης από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενώ οι Αμερικανικές δυνάμεις κινητοποιήθηκαν άμεσα, μετά τις σχετικές δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ. Μάλιστα, ενδιαφέρον προκαλεί ο χαρακτηρισμός της ως «ανθρωπιστική επέμβαση», που, υπό την κλασσική έννοια, νοείται ως η επέμβαση από κράτος (ή ομάδα κρατών) σε έδαφος ξένου κράτους -η οποία, ενδεχομένως, συνοδεύεται και από άσκηση βίας-, με σκοπό την προστασία ατόμων από κατάφωρες παραβιάσεις των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων (Rougier, 1910). Την ίδια στιγμή, εγείρει το ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη -ή μη- δικαιώματος επέμβασης, το οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο των διεθνών σχέσεων κατά τη δεκαετία του 1990.

Η ανάλυση τόσο του χαρακτήρα, όσο και της νομιμοποιητικής βάσης της επέμβασης ενός διεθνούς οργανισμού στο εσωτερικό ενός κράτους θα πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει δύο συνιστωσών: από τη μία, βάσει των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου -όπως αυτές αντανακλώνται στην αρχή της μη επεμβάσεως, στην εσωτερική δικαιοδοσία των κρατών, καθώς και στην αρχή της μη χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις-, και από την άλλη, βάσει της πρακτικής που ακολουθεί το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 7 του Καταστατικού Χάρτη των Η.Ε., «καμία διάταξη αυτού του Χάρτη δεν θα δίνει στα Ηνωμένα Έθνη το δικαίωμα να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους, και δεν θα αναγκάζει τα Μέλη να υποβάλλουν τέτοια θέματα για ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους αυτού του Χάρτη. Η αρχή, όμως, αυτή δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή των εξαναγκαστικών μέτρων που προβλέπονται από το Κεφάλαιο VII».

Επομένως, το νομικό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών δεν δίνει το δικαίωμα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως εξαίρεση στην αρχή της μη επέμβασης στο εσωτερικό των κρατών. Σε παραπάνω παράγραφο του ίδιου άρθρου (άρθρο 2, §4 Κ.Χ.) προβλέπεται πως «όλα τα Μέλη στις διεθνείς τους σχέσεις θα απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους, είτε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ασυμβίβαστη προς τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών», με εξαίρεση το δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας – σε περίπτωση επίθεσης από ένα μέλος των Ηνωμένων Εθνών, μέχρι το Συμβούλιο Ασφαλείας να λάβει μέτρα για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Συνεπώς, καθίσταται κατανοητό πως η χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις  πραγματοποιείται σε περιπτώσεις νόμιμης άμυνας -ατομικής ή συλλογικής (άρθρο 51)-, καθώς και στο πλαίσιο συλλογικής δράσης, κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας (άρθρο 53). Παρά το γεγονός ότι στο Κ.Χ. του Ο.Η.Ε. δεν γίνεται καμία αναφορά σε δικαίωμα ανθρωπιστικής επεμβάσεως ως εξαίρεση από τον κανόνα αποχής από τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, η στρατιωτική επέμβαση στο Κόσοβο και οι βομβαρδισμοί από το ΝΑΤΟ -οι οποίοι προέβλεπαν στη διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αλβανών Κοσοβάρων, και οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από τον Bill Clinton ως «έσχατο μέσο» καταστολής των συγκρούσεων- έθεταν τη διεθνή κοινότητα μπροστά σε μια καταφανή κρίση του διεθνούς δικαίου. Η πρακτική του Συμβουλίου Ασφαλείας να αποφασίζει την πραγματοποίηση ανθρωπιστικών επεμβάσεων με πρόσχημα την απειλή της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, έρχεται σε ευθεία αντιδιαστολή με το αντικείμενο και το σκοπό του Κεφαλαίου VII του Κ.Χ. του Ο.Η.Ε. .

Morini, Albania. Albanian peοple escaping from Kosovo, 1999.
Marco di Lauro

Οι ανθρωπιστικές αρχές έρχονται σε σύγκρουση με τη διεθνή κοινωνία, η οποία έχει τα θεμέλιά της στις αρχές της κυριαρχίας και της μη επέμβασης. Ο φιλελεύθερος ιδεαλισμός, με τον οποίο επενδύονται οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις, μεταστρέφεται σε πολιτικό ρεαλισμό, ο οποίος θέτει στο υψηλότερο βάθρο την επιδίωξη εθνικών συμφερόντων και την αύξηση ισχύος. Η παροχή ηθικής άδειας στα κράτη να επεμβαίνουν -και, μάλιστα, παρακάμπτοντας τους διεθνείς θεσμούς- ανοίγει το δρόμο για μια ενδεχόμενη κατάχρηση, που δεν είναι άλλη από τη χρήση ανθρωπιστικών επιχειρημάτων για τη νομιμοποίηση πολέμων, των οποίων τα αίτια κάθε άλλο παρά ανθρωπιστικά είναι. Όπως διαφαίνεται από το παράδειγμα του Κοσόβου, οι επεμβάσεις που ξεκινούν με ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά μπορούν με μεγάλη ευκολία να εκφυλιστούν σε «σειρά πολιτικών και δραστηριοτήτων που υπερβαίνουν ή και συγκρούονται με το χαρακτηρισμό ‘ανθρωπιστικός'». Παρά τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των διεθνών θεσμών, στο πλαίσιο της διατήρησης και της επέκτασης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, οι εθνοτικές συγκρούσεις και ο διακρατικός ανταγωνισμός θέτουν σε δεύτερη μοίρα τους διεθνείς οργανισμούς, καθώς προτεραιότητα έχει η αντιμετώπιση διλημμάτων ασφαλείας. Τα διλήμματα ασφάλειας και τα αποκλίνοντα εθνικά συμφέροντα καταστούν δύσκολο -έως αδύνατο- το έργο του Ο.Η.Ε. .

Δυστυχώς, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και η ανάδειξη της ανθρώπινης ζωής σε ύψιστη αξία αποτελούν ιδέες που έχουν περιπλεχθεί με ετερόκλιτα πολιτικά συμφέροντα σε παιχνίδια ισχύος. Ο επιλεκτικός παρεμβατισμός των κυρίαρχων δυνάμεων, και η απουσία μιας συναίνεσης για τις αρχές που θα πρέπει να διέπουν την ανθρωπιστική  επέμβαση θα συνεχίσουν να υπονομεύουν τη διεθνή τάξη, ενώ όσο κυριαρχεί η ρήση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», το να μιλούμε για μια Παγκόσμια Κοινωνία και για διεθνή ειρήνη αποτελεί υποκρισία.

Πηγές:

  1. Baylis, J. , Owens, P. , Smith, S. (2013). Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής: Μια εισαγωγή στις διεθνείς σχέσεις, Αθήνα: Επίκεντρο. Available at: Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής [Accessed 12 Mar. 2017].
  2. Heywood, A. (2013). Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτική στην Παγκόσμια Εποχή, Αθήνα : Κριτική
  3. Rougier A. (1910). La Théorie de l’Intervention d’Humanité, Paris: RGDIP. Available at: http://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k56988235/f11.image [Accessed 12 Mar. 2017].
  4. Solana, J. (1999). NATO Secretary General following the Commencement of Air Operations. Available at: http://nato.int/docu/pr/1999/p99-041e.htm [Accessed 12 Mar. 2017].
  5. The American President Project, Address to the Nation on Airstrikes Against Serbian Targets in the Federal Republic of Yugoslavia (Serbia and Montenegro), March 24, 1999 Available at: http://www.presidency.ucsb.edu/ws/?pid=57305 [Accessed 12 Mar. 2017].
  6. Βούζα, Σ. (2008). Η Νατοϊκή Επέμβαση στο Κόσοβο, Κριτική στη προσέγγιση του Δόγματος των Ανθρωπιστικών Επεμβάσεων, Πειραιάς : Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Available at: http://dione.lib.unipi.gr/xmlui/bitstream/handle/unipi/4001/Vouza.pdf?sequence=2 [Accessed 12 Mar. 2017].
  7. Θεοχάρης, Δ. Ανθρωπιστικές Επεμβάσεις και Ρεαλισμός: Η περίπτωση της Νατοϊκής επέμβασης στο Κόσοβο, Πειραιάς: Πανεπιστήμιο Πειραιώς
  8. Χατζίκου, Μ. (2010). Η Νατοϊκή Επέμβαση στο Κόσοβο το 1999, Πειραιάς: Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

 

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest