Αντιπληροφόρηση: Κατάσκοπος εναντίον κατασκόπου

Αυτό το άρθρο είναι το 5ο μέρος από τα 6 με τίτλο: Εισαγωγή στην Πληροφόρηση: Έννοιες και Δράσεις

Το Θεωρητικό και Πρακτικό μοντέλο της Αντιπληροφόρησης

Αντί προλόγου, θα ήταν χρήσιμη μια σύντομη εισαγωγή στην ορολογία που χρησιμοποιείται παρακάτω. Με τον όρο “Υπηρεσία” νοείται ένας κρατικός, αλλά ανεξάρτητος, ως ένα βαθμό, φορέας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια των υπηρεσιών πληροφόρησης και, κατ’ επέκταση, αντιπληροφόρησης. Με τον όρο “οργάνωση” στο παρόν πλαίσιο νοείται κάθε αντίπαλος ή εχθρός που μπορεί να είναι είτε εχθρική υπηρεσία πληροφόρησης είτε μη κρατικός δρων (εταιρείες, τρομοκρατικές οργανώσεις, σπείρες οργανωμένου εγκλήματος, κ.τ.λ.). Όσον αφορά τον όρο “επιχειρήσεις” (operations), περιλαμβάνει εδώ κάθε αποστολή ή σχέδιο αποστολής στο πλαίσιο της αντιπληροφόρησης.

Ως αντιπληροφόρηση (counterintelligence) ορίζεται η προσπάθεια διατήρησης των “ατού” (asset) και προστασίας-υποστήριξης των λοιπών δραστηριοτήτων της πληροφόρησης, καθώς και άλλων κυβερνητικών και πολιτικών δραστηριοτήτων (Gentry, 2015).

Η αντιπληροφόρηση, ουσιαστικά, υποστηρίζει όλο το φάσμα της πληροφόρησης, όπως, εν τέλει, και τη διατύπωση λογικής εξωτερικής πολιτικής. Συχνά, ο ρόλος της περιορίζεται στον όρο “ασφάλεια”, αν και αυτό αποτελεί υπεραπλούστευση, η οποία συμβαίνει κυρίως λόγω της έλλειψης πλήρους θεωρίας, με την παραδοσιακή μορφή. Τεχνικά, η αντιπληροφόρηση δε στρέφεται εναντίον άλλων κρατών, αλλά εναντίον ενεργής και εχθρικής πληροφόρησης, δηλαδή στρέφεται εναντίον αντιπάλων πρακτόρων ή κατασκόπων – όπως και αν ορίζει κανείς την έννοια του “αντιπάλου” (Prunckun, 2012:36). Κατά συνέπεια, η αντιπληροφόρηση, επειδή στρέφεται εναντίον πληροφόρησης, πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, ενεργητική (Johnson, 2009).

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ως άνω, προκύπτει πως πρωταρχικός σκοπός της αντιπληροφόρησης είναι να εντοπίσει σημεία αδυναμίας στο πλαίσιο μιας Υπηρεσίας ή μιας οργάνωσης, τα οποία μπορεί να εκμεταλλευθεί κάποιος εχθρός. Ανάλογα με το περιβάλλον δράσης, προκύπτει και ένας διαφορετικός εχθρός (κράτος, μη κρατικός δρων, υπηρεσίες πληροφόρησης, ανταγωνιστικές εμπορικές επιχειρήσεις, ιδιώτες, κ.λ.π.) (Prunckun, 2012:30).

Στην πραγματικότητα, η αντιπληροφόρηση αποτελείται από δύο μέρη: την Ασφάλεια και την Αντικατασκοπεία. Η Ασφάλεια έγκειται στην καθιέρωση παθητικών ή στατικών αμυνών εναντίον οποιασδήποτε εχθρικής και κρυφής πράξης (hostile and concealed action), ανεξαρτήτως του δρώντος που την πραγματοποιεί. H Αντικατασκοπεία αφορά στην ταυτοποίηση του δρώντος, την αναγνώριση και τη ματαίωση των επιχειρήσεών του, μέσω επιδέξιων χειρισμών ή διείσδυσης στο στρατόπεδο του αντιπάλου (Cia.gov, 2016A).

Ειδικότερα, έχουν γίνει τρεις σημαντικές προσπάθειες για τη διατύπωση θεωρίας της αντιπληροφόρησης, από τους J. Ehrman, M. Varouhakis και V.H. Bridgeman, αλλά και στις τρεις εντοπίζονται βασικές ελλείψεις και αδυναμίες.

Ο Varouhakis αναγνώρισε πως υπήρχε ένα θεωρητικό κενό στη βιβλιογραφία της πληροφόρησης, καθώς η καθαυτή θεωρία της πληροφόρησης δε δύναται να επεκταθεί και στην αντιπληροφόρηση. Προσπάθησε, επομένως, να διατυπώσει ένα θεωρητικό πλαίσιο, βάσει του οποίου οι αξιωματούχοι του τομέα της αντιπληροφόρησης θα μπορούν να κατανοήσουν, να εξηγήσουν και να προβλέψουν τις συμπεριφορές συλλογής πληροφόρησης. Πρόκειται, δηλαδή, κυρίως, για ανάλυση βάσει της οργανωσιακής θεωρίας (Varouhakis, 2011).

Ο Ehrman, με τη σειρά του, σε έκθεσή του το 2009, σημείωσε, επίσης, την ανάγκη για τη διατύπωση θεωρίας της αντιπληροφόρησης (Prunckun, 2014). Στο κείμενό του, αναφέρει πως η θεωρία αυτή θα μπορούσε να είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη, γιατί θα αποτελούσε το πλαίσιο για την καλύτερη κατανόηση ενός αντικειμένου, ένα πρότυπο για την πρόβλεψη συμπεριφοράς και έναν τρόπο αναγνώρισης γνωσιακών κενών (Cia.gov, 2016B).

Βάση των διαφόρων προσπαθειών διατύπωσης θεωρίας αποτελούν οι δευτερογενείς πληροφορίες, όπως προκύπτουν από ανοικτές πηγές, οι οποίες είτε εξηγούν είτε σχολιάζουν την αντιπληροφόρηση, καθώς προσφέρουν σημαντικό εύρος πληροφοριών, αλλά και ένα πρακτικό τρόπο για τη σύνθεσή των (Prunckun, 2012:39).

Στον πυρήνα των διαφόρων θεωριών βρίσκονται τέσσερις αρχές: αποτροπή, ανίχνευση, εξαπάτηση και εξουδετέρωση των προσπαθειών του αντιπάλου για συλλογή πληροφοριών, ανεξαρτήτως του λόγου που κρύβεται πίσω από τις προσπάθειες αυτές -όπως, για παράδειγμα, συλλογή πληροφοριών, ανατροπή καθεστώτος, σαμποτάζ, τρομοκρατία, διασπορά όπλων ή απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος (Prunckun, 2014).

Η αντιπληροφόρηση, όντας διαφορετικός, αλλά παράλληλος κλάδος με την πληροφόρηση, έχει τη δική της ταξινόμηση και τυπολογία, η οποία βασίζεται στις προαναφερθείσες αρχές. Αρχικά, θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως “αμυντική αντιπληροφόρηση” και “επιθετική αντιπληροφόρηση” (Prunckun, 2012:27-28).

Οι παραπάνω τέσσερις βασικές αρχές και, κατ’ επέκταση, η ταξινόμηση θεμελιώνονται σε ορισμένα αξιώματα, τα οποία χρησιμοποιούνται για το σχεδιασμό επιχειρήσεων αντιπληροφόρησης. Πρώτον, σκοπός της αντιπληροφόρησης είναι η υποστήριξη των λοιπών δραστηριοτήτων της πληροφόρησης, έτσι ώστε οι υπόλοιποι κλάδοι να διατηρούν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όπως ορίζεται στο εκάστοτε επιχειρησιακό πλαίσιο (αξίωμα του αιφνιδιασμού) (Prunckun, 2012:40). Δεύτερον, λαμβάνεται ως δεδομένο ότι ο αντίπαλος θα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε μέσα, για να συλλέξει πληροφορίες αναφορικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, τόσο νόμιμα και ηθικά, όσο παράνομα και ανήθικα. Επομένως, οι Υπηρεσίες πρέπει να προετοιμάζονται για το worst case scenario, ώστε να καλύπτεται κάθε ενδεχόμενο (αξίωμα της συλλογής πληροφοριών). Τρίτον, ο αντίπαλος θα κατευθύνει όλες του τις προσπάθειες στη συλλογή πληροφοριών που δύνανται να ξεγυμνώσουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μια Υπηρεσία, αναφορικά είτε με τη δομή και την οργάνωσή της, είτε με τη σφαίρα επιχειρήσεων και επιρροής, είτε με τις δυνατότητες και τις μελλοντικές προσδοκίες της (αξίωμα του στόχου) (Prunckun, 2012:41).

Η αμυντική αντιπληροφόρηση βασίζεται στην αποτροπή και την ανίχνευση. Πιο συγκεκριμένα, η δράση της αποτροπής έγκειται στην ικανότητα της Υπηρεσίας να αποτρέψει τον αντίπαλο από το να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες, τόσο μέσω της αποθάρρυνσης, όσο και μέσω της άρνησης, κατ’ ακολουθία της στρατηγικής θεωρίας. Για την πραγματοποίηση της αποτροπής, πρέπει να συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις:

  1. Η Υπηρεσία πρέπει να είναι ικανή να προκαλέσει μη αποδεκτή ζημιά (unacceptable damage) στον αντίπαλο, έτσι ώστε το κόστος της πράξης του να είναι πολλαπλάσιο από το όφελος που ενδεχομένως να κερδίσει.
  2. Όπως και στη στρατηγική θεωρία, αυτή η απειλή-ικανότητα της Υπηρεσίας πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί στον αντίπαλο, ειδάλλως η όλη αποτροπή δεν έχει νόημα (perception).
  3. Η απειλή της Υπηρεσίας για τα παραπάνω πρέπει να είναι αξιόπιστη, ήτοι να βασίζεται σε δύο στοιχεία: αφενός, η Υπηρεσία να είναι ικανή να προξενήσει απαράδεκτη ζημιά και, αφετέρου, να είναι και πρόθυμη να το κάνει (Prunckun, 2012:42).

Από την άλλη πλευρά, η ανίχνευση έγκειται στον εντοπισμό κάθε πράξης που σχετίζεται με την παραβίαση της ασφάλειας. Για την πραγματοποίηση της ανίχνευσης, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

  1. Ανίχνευση ανησυχητικής πράξης, η οποία μπορεί να είναι οτιδήποτε που να θεωρείται παραβίαση της ασφάλειας, είτε με τη χρήση φυσικών μέσων (εξειδικευμένο προσωπικό που μεριμνά για πράξεις τέτοιου είδους) είτε με την εγκατάσταση τεχνικών συστημάτων.
  2. Αναγνώριση δραστών.
  3. Εντοπισμός Υπηρεσίας-ομπρέλας που είναι υπεύθυνη για την εν λόγω πράξη: νοείται ως απαραίτητο στοιχείο, διότι σπανίως οι δράστες δρουν ως ιδιώτες, και όχι ως αναπόσπαστα μέρη μιας Υπηρεσίας-οργάνωσης. Επομένως, μέσω της σύνδεσης αυτής, καθορίζεται το τι απαιτείται από άποψη damage control, αλλά και αυξάνονται οι πιθανότητες εντοπισμού της πιο πρόσφατης τοποθεσίας των δραστών, καθώς περιορίζεται το γεωγραφικό εύρος.
  4. Εντοπισμός πιο πρόσφατης τοποθεσίας των προσώπων ενδιαφέροντος.
  5. Συλλογή αποδείξεων (Prunckun, 2012:43).

Η επιθετική αντιπληροφόρηση βασίζεται, με τη σειρά της, στην παραπλάνηση και την εξουδετέρωση, ενώ καίριο ρόλο παίζει και εδώ η ανίχνευση, όπως και στην αμυντική αντιπληροφόρηση.

Η παραπλάνηση έγκειται στον αποπροσανατολισμό της ηγεσίας της αντίπαλης οργάνωσης, αναφορικά με τις επιχειρήσεις της Υπηρεσίας, τις δυνατότητές της, ακόμη και τις βλέψεις της. Σε όλη αυτήν την προσπάθεια, πρωταρχικός σκοπός είναι η προστασία της ταυτότητας των πρακτόρων που συμμετέχουν στις διάφορες επιχειρήσεις. Κατ’ επέκταση, στόχος είναι η πρόκληση σύγχυσης, έτσι ώστε η αντίπαλη οργάνωση να σχηματίσει μια άποψη βάσει της οποίας η ανάληψη -ή μη- μιας δράσης να θεωρείται περιττή (Prunckun, 2012:44).

Η εξουδετέρωση, όπως προϊδεάζει και η λέξη, συνίσταται στην παρεμπόδιση συλλογής πληροφοριών από μια αντίπαλη οργάνωση. Βασικά εργαλεία αυτής της στρατηγικής επιλογής είναι είτε η ολοκληρωτική καταστροφή (catastrophic defeat) -μέσω, κυρίως, της σύλληψης ατόμων από την αντίπαλη οργάνωση- είτε η παράλυση των επιχειρήσεων του αντιπάλου – ουσιαστικά, δηλαδή, το πλήρες πάγωμα που έχει ως στόχο την προσωρινή παύση των αντίπαλων δραστηριοτήτων. Εξίσου σημαντικός είναι και ο στόχος της απώλειας του ενδιαφέροντος, διότι το οικονομικό, πολιτικό ή άλλο κόστος της συλλογής πληροφοριών καθίσταται δυσβάσταχτο, σε σχέση με τη συλλογή πληροφοριών με νόμιμα ή ηθικά μέσα (Prunckun, 2012:45).

Στη συνέχεια, η αντιπληροφόρηση μπορεί να χωριστεί σε υποκατηγορίες ανάλογα με το περιβάλλον δράσης. Έτσι, εντοπίζεται στους εξής τομείς (Prunckun, 2012:29):

  1. Εθνική ασφάλεια: αντιπληροφόρηση από Υπηρεσίες που δρουν εντός πλαισίου ενόπλων δυνάμεων και διπλωματικών αποστολών.
  2. Στρατιωτικές δυνάμεις: στο πλαίσιο των οικείων ενόπλων δυνάμεων, π.χ. αντιπληροφόρηση Αεροπορίας, κ.ο.κ.
  3. Αστυνομικές δυνάμεις: αντιπληροφόρηση που λειτουργεί με σαφώς προσδιορισμένο νομικό πλαίσιο και σκοπούς, ώστε να μην προκύπτουν προβλήματα δικαιοδοσίας (Prunckun, 2012:31).
  4. Επιχειρήσεις: ασχολείται κυρίως με την απόκτηση πληροφοριών που έχουν να κάνουν με εμπορικές δραστηριότητες, τις οποίες κάποιες εταιρείες κρατούν μυστικές από ανταγωνιστές τους. Επομένως, κύριος στόχος είναι η προστασία αυτών των πληροφοριών, οι οποίες προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από ανοικτές και ημι-ανοικτές πηγές (Prunckun, 2012:32).
  5. Ιδιώτες: αντιπληροφόρηση που προσφέρεται από ιδιώτες έναντι αντιτίμου ή κάποιου είδους αμοιβής, σε μια πληθώρα κλάδων, όπου υπάρχει συχνά αλληλοεπικάλυψη με τους παραπάνω τομείς (Prunckun, 2012:33). Παράδειγμα αποτελεί η εταιρεία Blackwater, η οποία πλέον έχει μετονομαστεί σε Academi.

Η αντιπληροφόρηση περιλαμβάνει μια πληθώρα επιχειρήσεων, ανάλογα με το περιβάλλον δράσης. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τόσο αμυντικές ενέργειες, όπως π.χ. τεχνικά αντίμετρα για την προστασία των πηγών και των μεθόδων συλλογής, όσο και επιθετικές επιχειρήσεις, με τη χρήση, κατ’ αρχάς, διπλών πρακτόρων. Μια Υπηρεσία μπορεί να συλλέγει πληροφορίες αναφορικά με τη δραστηριότητα των ξένων υπηρεσιών πληροφόρησης, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως δείκτες επικείμενης απειλής (Van Kleave, 2013).

Παρά ταύτα, υπάρχουν τρία γενικά είδη επιχειρήσεων αντιπληροφόρησης. Το πρώτο είδος περιλαμβάνει τις επιχειρήσεις διείσδυσης στο αντίπαλο στρατόπεδο, έτσι ώστε η πληροφόρηση να προέρχεται εκ των ένδον, ιδίως σχετικά με τον ίδιο τον αντίπαλο και την οργανωτική του δομή. Το δεύτερο είδος περιλαμβάνει τους διπλούς πράκτορες, δηλαδή πράκτορες που φαίνεται να δουλεύουν για μια Υπηρεσία πληροφόρησης, ενώ, στην ουσία, δουλεύουν για μια άλλη. Και σε αυτή την περίπτωση, η πληροφόρηση προέρχεται από το εσωτερικό των δομών του αντίπαλου, απλώς, ενδεχομένως, ο διπλός πράκτορας να έχει πρόσβαση σε πιο ευαίσθητες πληροφορίες. Το τρίτο και τελευταίο είδος είναι οι συστηματικές παρακολουθήσεις αξιωματούχων της αντίπαλης πλευράς, έτσι ώστε να χαρτογραφηθούν οι πηγές τους και οι ενέργειές τους. Αυτού του είδους οι επιχειρήσεις σπανίζουν στον κλάδο, καθώς απαιτείται μεγάλος βαθμός αφοσίωσης και εξειδίκευσης του προσωπικού, αλλά και πόροι (Cia.gov, 2016A).

Υπό το πρίσμα του παραπάνω θεωρητικού υπόβαθρου και της τυπικής ταξινόμησης, είναι δυνατό να αναγνωριστούν τέσσερις βασικές λειτουργίες της αντιπληροφόρησης: αναγνώριση, αξιολόγηση, εξουδετέρωση και εκμετάλλευση των αντίπαλων επιχειρήσεων. Η αναγνώριση τυχόν εχθρικών επιχειρήσεων είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση μιας Υπηρεσίας/οργάνωσης πληροφόρησης. Παράλληλα, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αξιολόγηση των αντίπαλων επιχειρήσεων, ώστε να ελεγχθεί ο βαθμός έκθεσης. Βασικό εργαλείο των δύο αυτών λειτουργιών είναι η ανάκριση, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Η εξουδετέρωση της απειλής, εν συνεχεία, είναι μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ της αντιπληροφόρησης και της πληροφόρησης, και αυτό συμβαίνει διότι βασικός σκοπός της αντιπληροφόρησης είναι η προστασία των λοιπών κλάδων της πληροφόρησης, εξασφαλίζοντας, έτσι, την ασφάλεια των μυστικών. Τελευταία λειτουργία είναι η εκμετάλλευση της γνώσης. Ο ρεαλισμός που χαρακτηρίζει την κοινότητα της πληροφόρησης δεν επιτρέπει να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία. Έτσι, κάθε ψήγμα πληροφορίας μπορεί να βοηθήσει, ώστε να ανατραπούν τα δεδομένα (Van Kleave, 2013).

Case study: Πρόγραμμα Κράτησης και Ανάκρισης της C.I.A.

Ως αντιπληροφόρηση νοείται και η προσπάθεια αντιμετώπισης των επιχειρήσεων ξένων υπηρεσιών πληροφόρησης ή άλλων φορέων (Van Kleave, 2013). Επομένως, μέσω της ανάκρισης είναι δυνατόν να αναγνωριστεί το εύρος των πληροφοριών που γνωρίζει το υπό ανάκριση άτομο, καθώς και να επιβεβαιωθεί ο βαθμός έκθεσης των επιχειρήσεων: Ποιες επιχειρήσεις αποκαλύφθηκαν; Είναι ασφαλές να συνεχιστούν; Ποιες θα είναι οι άμεσες συνέπειες; Τι μπορεί να γίνει για να αναστραφεί αυτό; Τι πρέπει να γίνει από θέμα damage control; Τέτοιες ερωτήσεις μπορούν να απαντηθούν μέσω της ανάκρισης ενός υπόπτου.

Επομένως, η ανάκριση στο πλαίσιο της αντιπληροφόρησης είναι σχεδιασμένη για την απόσπαση πληροφοριών, αναφορικά με τις εχθρικές και κρυφές δραστηριότητες (clandestine activities), καθώς και τα άτομα/ομάδες που συμμετέχουν. Θεμελιωδώς διαφορετική από την ανάκριση της αστυνομίας, δεν έχει ως στόχο την απόδειξη ενοχής του προσώπου υπό ανάκριση, ώστε να οδηγηθεί σε δίκη. Σε αυτό το πλαίσιο, το γεγονός της ενοχής δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά βοηθάει στην περαιτέρω απόσπαση πληροφοριών.

Μακροπρόθεσμος στόχος της ανάκρισης είναι η απόκτηση όλων των χρήσιμων πληροφοριών από την πηγή. Βραχυπρόθεσμος στόχος είναι η εξασφάλιση της συνεργασίας του υπό ανάκριση ατόμου, για την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου.

Τα είδη των πηγών που χρησιμοποιούνται μπορούν να κατηγοριοποιηθούν συνοπτικά ως εξής:

  1. Ταξιδιώτες: είτε είναι πρόθυμοι είτε όχι, χρησιμοποιούνται ειδικές τεχνικές για την απόσπαση πληροφοριών (elicitation techniques).
  2. Επαναπατριζόμενοι: συνήθως μέσω ανάκρισης, αλλά απαιτούνται κάποια προκαταρκτικά βήματα, όπως ο έλεγχος των στοιχείων του εν λόγω προσώπου, η διασταύρωση των πληροφοριών, ώστε να αποδειχθεί εάν είναι bona fides (να επιβεβαιωθεί, δηλαδή, η καλή θέληση), η επιβεβαίωση για το αν πράγματι έχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες και η αναγνώριση τυχόν σχέσεων με άλλες εχθρικές υπηρεσίες.
  3. Αποστάτες, δραπέτες και πρόσφυγες: συνήθως ανάκριση αρκετά μεγάλης διάρκειας, ώστε να ελεγχθεί η bona fides.
  4. Πηγές που έχουν παραπεμφθεί από άλλο κλάδο της Υπηρεσίας.
  5. Πράκτορες: συλλογή πληροφοριών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν πως είναι πρόθυμοι.

Υπάρχουν, όμως, και υποκατηγορίες πρακτόρων, οι οποίοι, συχνά, δεν έχουν τον ίδιο στόχο με τον ανακριτή.

Α. Προβοκάτορες: ειδικώς απέσταλμένοι πράκτορες που παριστάνουν τους δραπέτες, τους πρόσφυγες ή ο,τιδήποτε άλλο, για να διεισδύσουν σε κάποια ομάδα

Β. Διπλοί πράκτορες

Γ. Απατεώνες: συνήθως ανακρίνονται για προληπτικούς λόγους (Central Intelligence Agency, 1963).

Τα βασανιστήρια αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου της ένοπλης σύρραξης. Σαν αρχή, καταδικάζονται σχεδόν ομόφωνα από τη διεθνή κοινότητα, όμως πολλά καθεστώτα παγκοσμίως βασίζουν την επιβίωσή τους στην πρακτική των βασανιστηρίων (Shue, 1978).

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2001 -μόλις δύο εβδομάδες μετά την 11η Σεπτεμβρίου-, ο τότε Πρόεδρος Bush, με Προεδρικό Μνημόνιο Κατανόησης (Memorandum of Notification), έδωσε στη C.I.A. νέες αρμοδιότητες, έτσι ώστε να “συλλαμβάνει, να σκοτώνει και να ανακρίνει” αρχηγούς της Al-Qaeda. Ένα μήνα αργότερα, ο Λευκός Οίκος εξέδωσε Στρατιωτική Διαταγή, αναφορικά με την “κράτηση, μεταχείριση και δίκη ορισμένων ατόμων” που οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (Η.Π.Α.) δε θεωρούσαν πολίτες. Με άλλα λόγια, δόθηκε το πράσινο φως για την έναρξη προγραμμάτων ανάκρισης (Lendman, 2008).

Στις 18 Ιανουαρίου 2002, ο Πρόεδρος Bush εξέδωσε εύρημα (finding), σύμφωνα με το οποίο οι φυλακισμένοι που ήταν ύποπτοι για σχέσεις με την Al-Qaeda ή τους Talibans θεωρούνταν “μαχητές του εχθρού” και, κατ’ επέκταση, δεν τελούσαν υπό την προστασία της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης και, ειδικότερα, του άρθρου 3 (Geneva Convention, 1949, άρ. 3), νομιμοποιώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα βασανιστήρια. Αυτό θεμελιώθηκε στο Αμερικανικό δίκαιο μέσω Εκτελεστικού Διατάγματος, το 2007 (Executive Order, 2007).

Εκείνη την περίοδο, η πλειονότητα των Κυβερνητικών στελεχών τασσόταν υπέρ των βασανιστηρίων, θεωρώντας πως η Τρίτη Σύμβαση της Γενεύης δεν ίσχυε εν προκειμένω. Επομένως, οι Η.Π.Α. είχαν κάθε δικαίωμα να αρνηθούν θεμελιώδη δικαιώματα στους κρατουμένους (Lendman, 2008).

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν από το 2008, και κορυφώθηκαν στις 13 Δεκεμβρίου 2012, όταν η Ειδική Επιτροπή της Γερουσίας για την Πληροφόρηση (United States Senate Select Committee on Intelligence) υπερψήφισε (9 ψήφοι έναντι 6) τη διαβαθμισμένη αναφορά -μήκους 6.000 σελίδων-, η οποία εξέταζε το Πρόγραμμα Κράτησης και Ανάκρισης της C.I.A., από την αρχή του “Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας” έως και το 2006. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ασχολήθηκε κυρίως με τις συνθήκες κράτησης και τις τεχνικές ανάκρισης που αποκαλούνται Enhanced Interrogation Techniques (εφεξής Ε.Ι.Τ.).

Εν αντιθέσει με τις συνήθεις πρακτικές ανάκρισης (S.I.Ts-Standard Interrogation Techniques) -οι οποίες περιλαμβάνουν στέρηση ύπνου έως 72 ώρες, συνεχόμενα φώτα ή σκοτάδι στο χώρο κράτησης, χρήση δυνατής μουσικής και λευκού θορύβου- εγκρίθηκαν για χρήση από τη C.I.A. οι E.I.T. που, όπως προδιαθέτει και το όνομά τους, προορίζονταν για “κρατουμένους υψηλής αξίας” που ήταν ανθεκτικοί στις S.I.Ts. Για πρώτη φορά, χρησιμοποιήθηκαν στον Abu Zubaydah (Blakeley, 2011).

Ενδεικτικά, οι Ε.Ι.Τ. περιλαμβάνουν τις εξής πρακτικές, σύμφωνα με λίστα που είχε προτείνει αρχικά η C.I.A. (Central Intelligence Agency, 1983):

  1. Αρπαγή για την προσοχή (attention grab)
  2. Χρήση κολάρου (walling)
  3. Ακινητοποίηση προσώπου με τα χέρια (facial hold)
  4. Χαστούκια (facial slap), των οποίων ο ρόλος είναι κατ’ αρχήν για ταπείνωση
  5. Χρήση έγκλειστων χώρων (π.χ. κιβώτιο), έτσι ώστε να περιορίζεται η κίνηση του κρατουμένου (cramped confinement)
  6. Τοποθέτηση εντόμων στον εν λόγω κλειστό χώρο (confinement with insects)
  7. Ορθοστασία στον τοίχο, για την πρόκληση μυϊκού πόνου (wall standing)
  8. Στρες των μυών μέσω άβολων στάσεων, προκαλώντας, εν τέλει, μυϊκό πόνο  (stress positions)
  9. Παρατεταμένη στέρηση ύπνου (sleep deprivation)
  10. Εικονικός πνιγμός (waterboarding).

Τα ευρήματα της Επιτροπής ήταν καταδικαστικά και ξεκίνησαν μια θύελλα αντιδράσεων και έντονης ρητορικής κατά της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Παρακάτω παρουσιάζονται τα ευρήματα αυτά, όπως περιγράφονται στην αποχαρακτηρισμένη έκδοση της αναφοράς.

Αρχικά, κρίθηκε πως η χρήση των Ε.Ι.Τ. δεν ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη συλλογή πληροφοριών ή για την εξασφάλιση συνεργασίας των κρατουμένων. Μάλιστα, σύμφωνα με αρχεία της C.I.A., οι 7 από τους 39 κρατούμενούς της που υποβλήθηκαν σε Ε.Ι.Τ. δεν προσέφεραν καθόλου πληροφορίες, καθόσον βρίσκονταν υπό την επιτήρηση της C.I.A., ενώ άλλοι κρατούμενοι προσέφεραν ακριβείς (σε μεγάλο βαθμό) πληροφορίες, πριν να υποβληθούν σε Ε.Ι.Τ. ή χωρίς αυτές. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια των Ε.Ι.Τ. οι κρατούμενοι κατασκεύαζαν πληροφορίες, κάνοντας, ουσιαστικά, οποιαδήποτε πληροφορία άχρηστη.

Παράλληλα, η αιτιολόγηση της χρήσης Ε.Ι.Τ. από τη C.I.A. βασιζόταν σε ψευδείς ισχυρισμούς για την αποτελεσματικότητά τους. Συγκεκριμένα, η C.I.A. παρουσίασε 20 περιπτώσεις, κατά τις οποίες σταμάτησε «επικείμενη» τρομοκρατική επίθεση χάρη στη χρήση Ε.Ι.Τ., όμως βρέθηκαν θεμελιώδη λάθη που κατέδειξαν πως, συχνά, δεν υπήρχε καμία άμεση σχέση μεταξύ της φερόμενης ως επιτυχίας και των πληροφοριών που αποσπάστηκαν μέσω των παραπάνω τεχνικών. Μάλιστα, κάποιες από τις «επιτυχίες» που παρουσιάστηκαν εξετάστηκαν από αστυνομικές δυνάμεις και άλλες υπηρεσίες πληροφόρησης και θεωρήθηκαν είτε ακατόρθωτες είτε ότι δεν έχουν υλοποιηθεί έως τώρα.

Στη συνέχεια, οι ανακρίσεις που έγιναν από τη C.I.A. ήταν πολύ πιο βίαιες (χαστούκια, χτυπήματα, εικονικός πνιγμός και στέρηση ύπνου, μεταξύ άλλων) απ’ ότι παρουσιαζόταν, ενώ οι συνθήκες κράτησης για τους κρατουμένους ήταν πολύ πιο άθλιες/σκληρές απ’ ότι υποστήριζε η Υπηρεσία.

Ταυτόχρονα, η C.I.A. επανειλημμένα παρείχε ανακριβείς πληροφορίες στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, εμποδίζοντας, έτσι, ορθή νομική ανάλυση του εν λόγω προγράμματος, ενώ διαρκώς απέφευγε ή παρεμπόδιζε ενεργά την εποπτεία του από το Κονγκρέσο. Ανάλογες παραβιάσεις παρατηρούνται και αναφορικά με το Λευκό Οίκο, όπου η C.I.A. παρείχε ανακριβή/ατελή πληροφόρηση αναφορικά με τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του Προγράμματος και, κατ’ επέκταση, η Εκτελεστική Εξουσία αδυνατούσε να κατανοήσει πλήρως το εύρος αυτού. Επίσης, η C.I.A. παρεμπόδισε την εποπτεία από το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή.

Στο πλαίσιο της Εθνικής Ασφάλειας, το εν λόγω πρόγραμμα της C.I.A. σε κάποιες περιπτώσεις δυσκόλεψε, αλλά και παρεμπόδισε αποστολές εθνικής ασφάλειας από τις υπόλοιπες Υπηρεσίες της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Επιπροσθέτως, η C.I.A. συντόνισε τη διαρροή πληροφοριών στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, και πιο συγκεκριμένα, ανακριβών πληροφοριών αναφορικά με την αποτελεσματικότητα του Προγράμματος, το οποίο παρουσιαζόταν ως επιτυχές.

Αξίζει να σημειωθεί πως η C.I.A. ξεκίνησε μάλλον απροετοίμαστη το πρόγραμμα, καθώς της είχαν δοθεί αρμοδιότητες κράτησης μόλις 6 μήνες νωρίτερα. Κατ’ επέκταση, η διαχείριση του Προγράμματος είχε εγγενή λάθη, τα οποία έγιναν εμφανή κατά το 2002, καθώς και στις αρχές του 2003.

Ακόμα, κατά την έναρξη του Προγράμματος, δύο ψυχολόγοι εκτός C.I.A. δημιούργησαν τις Ε.Ι.Τ. και έπαιξαν ένα βασικό ρόλο στη γενικότερη διαχείριση. Όμως, από το 2005 και έπειτα, η C.I.A. είχε αναθέσει σε εξωτερικούς συνεργάτες την πλειονότητα των επιχειρήσεων αναφορικά με το Πρόγραμμα.

Περαιτέρω, οι κρατούμενοι της C.I.A. υποβλήθηκαν σε ανακριτικές μεθόδους που δεν είχαν εγκριθεί ούτε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ούτε από τα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας και, μάλιστα, η Υπηρεσία απέτυχε παταγωδώς στην ορθή αξιολόγηση των Ε.Ι.Τ. Συν τοις άλλοις, η C.I.A. κράτησε ελλιπή αρχεία αναφορικά με τον αριθμό των ατόμων που κρατήθηκαν, ορισμένα από τα οποία άτομα δεν πληρούσαν τα νομικά κριτήρια για κράτηση.

Η C.I.A. σπανίως επέπληξε ή θεώρησε υπόλογα άτομα για σημαντικές παραβιάσεις, ανάρμοστες ενέργειες και συστημικές/ατομικές αποτυχίες και, μάλιστα, περιθωριοποίησε ή αγνόησε πληθώρα εσωτερικών κριτικών και ενστάσεων αναφορικά με το Πρόγραμμα.

Το Πρόγραμμα της C.I.A. ήταν ουσιαστικά μη βιώσιμο, και είχε τελειώσει από το 2006, λόγω ανεξουσιοδότητων δημοσιοποιήσεων στον Τύπο, μειωμένης συνεργασίας με άλλα κράτη, καθώς και νομικών/εποπτικών ανησυχιών.

Εν κατακλείδι, η Γερουσία ισχυρίζεται πως το Πρόγραμμα αυτό της C.I.A. κατέστρεψε την υπόληψη των Η.Π.Α. στο διεθνές γίγνεσθαι, και είχε ως συνέπεια χρηματικά και μη κόστη (US Senate Select Committee on Intelligence, 2012).

Είναι εύλογες, άραγε, οι αντιδράσεις της Γερουσίας; Εδώ οι απόψεις διίστανται. Αξίζει να σημειωθεί πως η Ειδική Επιτροπή της Γερουσίας βάσισε όλη την αναφορά της σε στοιχεία που παρείχε η C.I.A., θεωρώντας, κατ’ αρχήν, δεδομένο πως τα παρεχόμενα αυτά στοιχεία είναι αξιόπιστα, και ότι τα παρέδωσαν bona fides. Η αλήθεια είναι πως, σε όλο το μήκος της αναφοράς, αμφισβητείται η αξιοπιστία των παρεχόμενων δεδομένων, αλλά η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το λόγο για τον οποίο έγινε αυτό.

Ήταν ποτέ πιθανό, εν έτει 2012, να προκύψει μια αναφορά που να επιδοκιμάζει τη χρήση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης μεταχείρισης; Πολιτικά μιλώντας, αυτό θα ήταν αυτοκτονία, καθώς, ναι μεν η πλειονότητα της πολιτικής ελίτ υποστηρίζει μια ισχυρή τάση κατά της τρομοκρατίας, λίγοι εξ αυτών, όμως, θα μπορούσαν να δεχθούν ότι χρησιμοποιούνταν μεσαιωνικές τακτικές, προκειμένου να κοιμάται ήσυχη η Αμερική.

Αξιοσημείωτα είναι, εξάλλου, τα ποσοστά αποδοχής των βασανιστηρίων από τους πολίτες διαφόρων χωρών παγκοσμίως, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ερυθρού Σταυρού. Η έρευνα καταδεικνύει μια αυξανόμενη αντίδραση, η οποία μπορεί να μεταφραστεί είτε ως φόβος είτε ως απάθεια. Βάσει της έρευνας, λοιπόν, η πλειονότητα των πολιτών από τις πέντε χώρες που είναι μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (Η.Π.Α., Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ρωσία, Κίνα) και την Ελβετία που διερωτήθηκαν, θεωρούν πως ο θάνατος αμάχων είναι αναπόσπαστο μέρος του πολέμου και, κατ’ επέκταση, αποδεκτό. Περίπου τα 2/3 των ερωτηθέντων παγκοσμίως θεωρούν πως τα βασανιστήρια είναι λάθος. Όμως, όταν διερωτήθηκαν αν θεωρούν πως ένας μαχητής του εχθρού πρέπει να βασανίζεται προκειμένου να συλλεχθούν πληροφορίες, τότε απάντησαν αρνητικά λιγότερα άτομα από ό,τι σε ανάλογη έρευνα του 1999 (International Committee of the Red Cross, 2016).

Επιπλέον, πιθανολογικά, είναι αδύνατον τα αρχεία που παρέδωσε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών να μην ήταν “καθαρισμένα” από κάθε στοιχείο που θα εξέθετε την εθνική ασφάλεια των Η.Π.Α., καθώς και πληθώρα επιχειρήσεων. Ήταν δεδομένο πως, από τη στιγμή που θα ξεκινούσε η εξέταση της υπόθεσης, πολύ γρήγορα θα έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, χωρίς να υπολογίζονται οι ευαίσθητες ισορροπίες της κοινότητας της πληροφόρησης. Έτσι, η παράδοση απόρρητων αρχείων μπορεί να κατέστρεφε την πρόοδο ετών της C.I.A., ή να οδηγούσε σε αποκαλύψεις, συλλήψεις, δολοφονίες και “αυτοκτονίες” σημαντικών “ατού” σε ξένο έδαφος. Ακόμη και αν τα μέλη της Επιτροπής ήταν νομικά υποχρεωμένα να κρατήσουν τα στοιχεία αυτά κρυφά, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της “διαρροής” στα Μ.Μ.Ε. Γιατί κάποιος να διαρρεύσει απόρρητα στοιχεία; Για να επανεκλεγεί, προφανώς, με πολιτικό σλόγκαν τη διάλυση της C.I.A., αφού το κυνήγι των μαγισσών δε θα σταματούσε εκεί.

Επομένως, ποια η αξία της αναφοράς αυτής, εάν βασίζεται εξ’ ολοκλήρου σε “σκηνοθετημένα” δεδομένα; Η σκληρή καταδίκη της C.I.A. στο προαναφερθέν κείμενο λειτουργεί, εν μέρει, σαν ψευδοφάρμακο για την καθησύχαση της συνείδησης των πιο “ευαίσθητων” εκ των πολιτικών, οι οποίοι, λίγα χρόνια πριν, είχαν περιστείλει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στο βωμό της ασφάλειας. Επιπροσθέτως, επικοινωνιακά μιλώντας, η αναφορά λειτουργεί και ως σημείο εκκίνησης των επικριτών της C.I.A., οι οποίοι πιστεύουν πως πρόκειται για ένα ψυχροπολεμικό απολίθωμα που πρέπει να διαλυθεί, καθώς κοστίζει ακριβά στους Αμερικανούς φορολογούμενους. Με λάβαρο τις 6.000 σελίδες, βλέπουν πίσω από κάθε επιχείρηση μια σκευωρία τεραστίων διαστάσεων που προδίδει το Αμερικανικό ιδεώδες, ξεχνώντας, για μια ακόμη φορά, τα τεράστια ποσοστά αποδοχής του πολέμου στο Ιράκ.

Τέλος, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η ίδια η C.I.A. επεδίωξε την ψήφιση αυτής της αναφοράς, απλά και μόνο για να καθησυχάσει τους επικριτές της, μέσω μιας τακτικής παραπλάνησης: παρουσιάζοντας παραποιημένα ευρήματα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως η αναφορά της Επιτροπής θα ήταν αρνητική. Με αυτό τον τρόπο, όμως, όχι μόνο θα έδινε την εντύπωση μιας Υπηρεσίας που τηρεί τους κανόνες εποπτείας και αυτοπεριορίζεται στους νόμους που θέτει η εκλεγμένη εξουσία, αλλά ότι θα μπορούσε να στρέψει, επίσης, την προσοχή των πολιτικών ιθυνόντων κάπου αλλού, μακριά από τα πιο ευαίσθητα προγράμματα.

Υπάρχει, εν τέλει, ηθική στην πληροφόρηση; Η απάντηση σε αυτή τη δύσκολη ερώτηση είναι σχετική, και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Αφενός, η ηθική αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο που προβάλλεται ως αντεπιχείρημα στις διάφορες τρομοκρατικές οργανώσεις. Επομένως, αν δεν τηρούνται οι βασικοί κανόνες της σύγχρονης κοινωνίας του 21ου αιώνα, τότε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του δημοκρατικού ιδεώδους, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το Α και το Ω. Αφετέρου, βάσει της ρεαλιστικής θεωρίας, τα κράτη έχουν ως πρώτιστο σκοπό τους την επιβίωση σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα. Έτσι, και αυτά τα ίδια και οι διάφορες οργανώσεις, αλλά και οι εταιρείες κάνουν τα πάντα προκειμένου να διασφαλίσουν τη θέση τους, βάζοντας, έτσι, τα ανθρώπινα δικαιώματα σε δεύτερη μοίρα, γεγονός που αποδεικνύεται από τα ντοκουμέντα των ανακρίσεων της περιόδου.

Πηγές:

  1. Blakeley, R. (2011). Dirty Hands, Clean Conscience? The CIA Inspector General’s Investigation of “Enhanced Interrogation Techniques” in the War on Terror and the Torture Debate. Journal of Human Rights, 10(4), pp.544-561.
  2. Central Intelligence Agency, (1963). Kubark Counterintelligence Interrogation.
  3. Central Intelligence Agency, (1983). Human Resource Exploitation Training Manual.
  4. Cia.gov. (2016Α). The Anatomy of Counterintelligence — Central Intelligence Agency. Available at: https://www.cia.gov/library/center-for-the-study-of-intelligence/kent-csi/vol13no1/html/v13i1a02p_0001.htm (Accessed 6 Dec. 2016).
  5. Cia.gov. (2016). Toward a Theory of CI — Central Intelligence Agency. Available at: https://www.cia.gov/library/center-for-the-study-of-intelligence/csi-publications/csi-studies/studies/vol53no2/toward-a-theory-of-ci.html (Accessed 7 Dec. 2016).
  6. Executive Order, (2007). Executive Order 13440—Interpretation of the Geneva Conventions Common Article 3 as Applied to a Program of Detention and Interrogation Operated by the Central Intelligence Agency.
  7. Gentry, J. (2015). Toward a Theory of Non-State Actors’ Intelligence. Intelligence and National Security, 31(4), pp.465-489.
  8. International Committee of the Red Cross. (2016). People on War 2016. Available at: https://www.icrc.org/en/document/people-on-war (Accessed 6 Dec. 2016).
  9. Johnson, W. (2009). Thwarting enemies at home and abroad. 1st ed. Washington, D.C.: Georgetown University Press.
  10. Lendman, S. (2008). Torture As Official US Policy. Global Research. Available at: http://www.globalresearch.ca/torture-as-official-us-policy/9610 (Accessed 6 Dec. 2016).
  11. Prunckun, H. (2012). Counterintelligence theory and practice. 1st ed. Lanham, Md.: Rowman & LIttlefield Publishers.
  12. Prunckun, H. (2014). Extending the Theoretical Structure of Intelligence to Counterintelligence. Salus Journal, 2(2).
  13. Shue, H. (1978). Torture. Philosophy and Public Affairs, 7(2), pp.124-143.
  14. US Senate Select Committee on Intelligence, (2012). Committee Study of the Central Intelligence Agency’s Detention and Interrogation Program.. United States Senate.
  15. Van Kleave, M. (2013). Guide to the Study of Intelligence What is Counterintelligence? A Guide to Thinking and Teaching about counterintelligence. The Intelligencer Journal of U.S. Intelligence Studies, 20(2).
  16. Varouhakis, M. (2011). An Institution-Level Theoretical Approach for Counterintelligence. International Journal of Intelligence and CounterIntelligence, 24(3), pp.494-509.

 

Πλοήγηση στις σειρές<< Ειδικές Δράσεις: Μυστικές Επιχειρήσεις και ΠαραπλάνησηΗθικά Διλήμματα της Πληροφόρησης: Από Ποιους, Για Ποιους, Με Ποιους; >>

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest