Η συνταγματική κρίση της Ιταλίας

Με περισσότερες από 65 κυβερνήσεις από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Lagazzi, 2018), η Ιταλική Δημοκρατία φαίνεται να έχει μια μακρά παράδοση σύντομων κυβερνήσεων, αποτελούμενων από συνασπισμούς κομμάτων. Το γεγονός αυτό ευνοείται από τον τέλειο δικαμερισμό της χώρας, που σημαίνει ότι η Κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης και των δύο νομοθετικών σωμάτων (Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία), και εκπίπτει μόλις αποδοκιμαστεί από ένα από τα δύο, αλλά και από το εκλογικό σύστημα της χώρας, το οποίο είναι, κατά βάση, αναλογικό (σύστημα των δύο ψήφων, βλ. Παντελή, 2007), και δεν επιτρέπει την αυτονομία των μεγάλων κομμάτων. Κατά συνέπεια, για την ανάδειξη κυβέρνησης καθίσταται απαραίτητη η συνεργασία των μεγαλυτέρων κομμάτων με τα μικρότερα, τα οποία αποκτούν έτσι ιδιαίτερη δυναμική, καθώς η αποχώρησή τους από την κυβέρνηση θα έχει ως αποτέλεσμα ανατροπή της αριθμητικής πλειοψηφίας στα νομοθετικά σώματα, και άρα την αδυναμία του κυβερνητικού σχηματισμού. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις λεπτές ισορροπίες στην ιταλική εκτελεστική εξουσία, που μπορούν εύγλωττα να μεταφραστούν σε πολιτικό αδιέξοδο, ειδικά σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Το τελευταίο συνέβη και με τις εκλογές της 4ης Μαρτίου 2018. Το αντισυστημικό «Κίνημα των 5 Αστέρων» έλαβε το 32,61% των ψήφων και αναδείχτηκε πρώτο κόμμα, ενώ ο συνασπισμός των κεντροδεξιών κομμάτων «Λέγκα του Βορρά» και «Forza Italia» απέσπασε συνολικά το 37,03% των ψήφων, με την κεντροαριστερή συμμαχία κομμάτων -μέλος της οποίας και το Δημοκρατικό Κόμμα του Matteo Renzi- να λαμβάνει το ποσοστό του 22,89% (Insider.gr,2018). Μέσα σε αυτό το κλίμα, αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών αρχηγών του Κινήματος των 5 Αστέρων και της Λέγκας, Luigi di Maio και Matteo Salvini αντίστοιχα, για το σχηματισμό κυβέρνησης με στελέχη αποδεκτά και από τα ως άνω πολιτικά κόμματα. Οι θυελλώδεις συζητήσεις διαρκούν περισσότερο από δύο μήνες, και, στις 21 Μαΐου, ανακοινώνεται ο κυβερνητικός σχηματισμός υπό την πρωθυπουργία του Guiseppe Conte. Στην κυβέρνηση αυτή, Υπουργός Οικονομικών θα αναλάμβανε ο Ευρωσκεπτικιστής Paolo Savona. Την επιλογή αυτή, όμως, απέρριψε ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, Sergio Mattarella, οδηγώντας τη χώρα σε πολιτικό αδιέξοδο. Είχε, όμως, την αρμοδιότητα να προβεί σε τέτοια κίνηση; Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αυτό, με βάση το Συνταγματικό Δίκαιο της χώρας.

Ιταλικό Συνταγματικό Δίκαιο

Το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας, παρότι δεν αναφέρεται ρητά στο Σύνταγμα, είναι κοινοβουλευτικό, καθώς η Κυβέρνηση πρέπει να λαμβάνει την εμπιστοσύνη και των δύο νομοθετικών σωμάτων (άρ. 94 Ιταλικού Σ.) και διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (άρ. 92). Έτσι, υπάρχει η τριγωνική σχέση μεταξύ των τριών παραγόντων του πολιτεύματος, με τον Πρόεδρο να δρα ως ο ρυθμιστής του (Παντελής, 2007).

Ειδικότερα, το άρ. 92 του ιταλικού Συντάγματος αναφέρει:
«Η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας αποτελείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου [πρωθυπουργό] και τους Υπουργούς, που μαζί σχηματίζουν το Συμβούλιο των Υπουργών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών και, με πρότασή του, τους Υπουργούς».

Η διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης είναι ιδιαίτερα ευρεία, ειδικά αν διαβαστεί σε αντιπαραβολή με την αντίστοιχη διάταξη του ελληνικού Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος, το οποίο διαθέτει στη Bουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών» (άρ. 37 παρ. 2 εδ. Α’) και, αν δεν υπάρχει τέτοιο κόμμα (ή συνασπισμός κομμάτων), «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή» (άρ. 37 παρ. 2 εδ. β’) και, στη συνέχεια, σκιαγραφεί το σύστημα των τριών διερευνητικών εντολών.

Εντούτοις, αν και δεν ορίζεται σαφώς, ερμηνευόμενη υπό την οπτική του κοινοβουλευτικού συστήματος που θέλει την κυβέρνηση να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η διάταξη του Ιταλικού Συντάγματος επιβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο πρόσωπο που προτείνεται από το κόμμα με την πλειοψηφία των εδρών, καθώς αυτός θα έχει και τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη των νομοθετικών σωμάτων. Εναλλακτικά, ξεκινά μία διαδικασία διαβουλεύσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ανάθεση εντολής σχηματισμού Κυβέρνησης σε πρόσωπο που είναι πιθανό ότι θα λάβει την εμπιστοσύνη των Βουλών, κατόπιν διακομματικής συμφωνίας (Ανθόπουλος, 2018).

Έχοντας αναλάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, ο εντολοδόχος -ή, κατά πιο απλή διατύπωση, ο υποψήφιος Πρωθυπουργός- οφείλει να επιλέξει τα στελέχη που θα απαρτίζουν μαζί του το Συμβούλιο των Υπουργών. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος θα διορίσει τον ίδιο Πρωθυπουργό και, κατόπιν πρότασής του, και τους Υπουργούς που έχει επιλέξει. Έπειτα, η διορισθείσα κυβέρνηση οφείλει εντός 10 ημερών να παρουσιαστεί ενώπιον των δύο βουλών και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης (άρ. 94 παρ. 3 Ιταλ. Σ.).

Κατά τη διατύπωση του άρ. 92 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία ο Πρόεδρος διορίζει τους Υπουργούς με πρόταση του Πρωθυπουργού, ο Πρόεδρος δεν κωλύεται να απορρίψει την πρόταση αυτή του Πρωθυπουργού για το διορισμό ενός ή περισσότερων Υπουργών. Μέχρι τώρα, ωστόσο, φαίνεται να επικρατούσε συνθήκη του πολιτεύματος ότι ο Πρόεδρος δεν απέρριπτε σχετική πρόταση του Πρωθυπουργού. Ως συνθήκη του πολιτεύματος ορίζεται η πρακτική που δημιουργείται σε πολιτικά ζητήματα ύστερα από μακρά χρήση, με πεποίθηση των ενδιαφερομένων ότι αποτελεί κανόνα και υπάρχει λόγος για τη χρήση του κανόνα αυτού (Παντελής, 2007)∙ συνιστά «συνταγματική εθιμοτυπία» με «πολιτική και όχι νομική αξία» (Παντελής, 2007). Έτσι, στην Ιταλία αποτελεί, μάλλον, συνθήκη του πολιτεύματος το ότι ο Πρόεδρος μπορεί να εκφράσει τις επιφυλάξεις του για έναν Υπουργό, αλλά όχι να απορρίψει την πρόταση του Πρωθυπουργού, εκτός αν επρόκειτο για διαπίστωση ύπαρξης νομικού κωλύματος σε βάρος του προταθέντος Υπουργού. (Ανθόπουλος, 2018)

Περαιτέρω, αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά το Ιταλικό Σύνταγμα, ο Πρόεδρος ευθύνεται μόνο για εσχάτη προδοσία ή παραβίαση του Συντάγματος (άρ. 90 παρ. 1). Η παραβίαση μιας συνθήκης του πολιτεύματος δεν αποτελεί και παραβίαση του Συντάγματος, καθώς πρόκειται για άτυπη πρακτική. Θα μπορούσε, όμως, υπό προϋποθέσεις να αποτελεί εσχάτη προδοσία.

Η εφαρμογή των Συνταγματικών Κανόνων στη Συγκεκριμένη Περίπτωση

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις μεταξύ των κομμάτων με τα μεγαλύτερα εκλογικά ποσοστά, προκειμένου να συμφωνήσουν στην υπόδειξη ενός προσώπου αμοιβαίας εμπιστοσύνης που θα αναλάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το πρόσωπο αυτό ήταν ο Guiseppe Conte, καθηγητής Νομικής και μέλος των 5 Αστέρων.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο Conte θα παρουσιάσει το Συμβούλιο των Υπουργών στον Πρόεδρο Sergio Mattarella, ο οποίος αρνείται να διορίσει τον προταθέντα για τη νευραλγική θέση του Υπουργού Οικονομικών, Paolo Savona, καθηγητή γνωστό για τις δηλώσεις του κατά της Ευρωζώνης. Θεωρώντας ότι η επιλογή ενός ευρωσκεπτικιστή Υπουργού Οικονομικών θα επηρέαζε τη στάση των αγορών απέναντι στην Ιταλία, εντείνοντας τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, ο Πρόεδρος επέλεξε να απόσχει από τη συνθήκη του πολιτεύματος και να κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τού παρέχει το άρ. 92 παρ. 2 του Συντάγματος.

Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Πρόεδρος απορρίπτει πρόταση του Πρωθυπουργού για το διορισμού υπουργού. Το γεγονός έχει ήδη συμβεί άλλες τρεις φορές (το 1994, προκειμένου να ανατραπεί η προσπάθεια του Silvio Berlusconi να διορίσει στη θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης, το δικηγόρο του, το 2001, όταν ο προταθείς Υπουργός Δικαιοσύνης είχε αρνηθεί να επιτρέψει έρευνα στα κτίρια του κόμματος, αλλά και το 2014, όταν ο προκάτοχος του Mattarella απέρριψε και πάλι τον προταθέντα Υπουργό Δικαιοσύνης, καθώς διαφωνούσε με τις απόψεις του) (Phelan, 2018). Είναι, ωστόσο, η πρώτη φορά που η απόρριψη έγκειται στο πρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, το οποίο ήταν από τα πιο σημαντικά για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού σχηματισμού, και έχει ως εφαλτήριο τις απόψεις του για την κοινή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Doudonis, 2018).

Μολαταύτα, οι φωνές για καταγγελία του Προέδρου της Δημοκρατίας για παραβίαση του Συντάγματος ή εσχάτη προδοσία, σύμφωνα με το άρ. 90 του Ιταλικού Συντάγματος, είναι μάλλον απίθανο να ευδοκιμήσουν, αφενός, γιατί η συνθήκη του πολιτεύματος δεν είναι νομικά δεσμευτική και δεν συνιστά παραβίαση συνταγματικής διάταξης, αφετέρου, επειδή η εσχάτη προδοσία είναι πολύ δύσκολα αποδείξιμη, η διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα, και ο τελευταίος λόγος εναπόκειται στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας (Reuters, 2018).

Επίλογος

Η πολιτική κρίση της γείτονος χώρας φαινόταν να κορυφώνεται όταν, μετά την απόρριψη του διορισμού του Paolo Savona, ο Guiseppe Conte δήλωσε στον Πρόεδρο ότι η εντολή σχηματισμού κυβέρνησής που τού παραχωρήθηκε απέβη άκαρπη, και ο τελευταίος την ανέθεσε στο πρώην μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Carlo Cottarelli, με σκοπό τη δημιουργία μίας κυβέρνησης που να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των αγορών – όχι κατά βεβαιότητα και του Κοινοβουλίου.

Οι εξελίξεις θα ήταν εντονότατες, όπως ξεκάθαρα σκιαγραφεί η δήλωση του Salvini «we truly shall go to Rome» – που ευθέως παραπέμπει στο «march to Rome» των οπαδών του Mussolini, που εκμεταλλεύτηκαν τη συνταγματική κρίση του 1922 για να καταλάβουν την εξουσία (The Economist, 2018). Μια ευρύτερη κρίση, εντούτοις, φαίνεται να αποσοβείται με τη συμφωνία σε νέο πρόσωπο Υπουργού Οικονομικών, τον καθηγητή Giovanni Tria, και το σχηματισμό Κυβέρνησης από τον εκλεκτό των 5 Αστέρων και της Λέγκας, Guiseppe Conte, την 1η Ιουνίου 2018, σχεδόν τρεις μήνες μετά τις εκλογές.

Ακόμα και αν τα χειρότερα για την Ιταλική Δημοκρατία φαίνεται να πέρασαν, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα ερωτήματα για το δημοκρατικό έλλειμμα της ευρωπαϊκών κρατών και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν. Υπερισχύει, τελικά, η λαϊκή ετυμηγορία απέναντι στις διακυμάνσεις των αγορών; Μπορεί η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης να συνεργαστεί και να ορθοποδήσει οικονομικά με μία ακροδεξιά έως αντισυστημική κυβέρνηση; Πολύ περισσότερο, μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να επιτελέσει τους σκοπούς της, όταν οι αντιευρωπαϊκές φωνές αυξάνονται σε όλα τα Κράτη-Μέλη; Ο χρόνος θα δείξει!

Πηγές:

  1. CNN.gr. (2018). Ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση της Ιταλίας. http://www.cnn.gr/news/kosmos/story/132480/orkistike-i-nea-kyvernisi-tis-italias
  2. Doudonis, P. (2018). Constitutional Conventions and the Italian President. https://ukconstitutionallaw.org/2018/05/30/panagiotis-doudonis-constitutional-conventions-and-the-italian-president/
  3. Insider.gr. (2018). Τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών. http://www.insider.gr/eidiseis/kosmos/77637/ta-apotelesmata-ton-italikon-eklogon
  4. Lagazzi, A. (2018). Policy Paper: A Game of Thrones: Italian parliamentary elections. http://europeum.org/data/articles/pp-al-italian-elections-2.pdf
  5. Phelan, J. (2018). What does Italy’s constitution have to say about its political crisis? https://www.thelocal.it/20180529/italy-constitution-political-crisis
  6. reuters (2018). Factbox – Impeachment of a President: How it works in Italy. https://www.reuters.com/article/us-italy-politics-impeachment-factbox/factbox-impeachment-of-a-president-how-it-works-in-italy-idUSKCN1IT1FN
  7. Senato della Repubblica. (1947). Constitution of the Italian Republic. https://www.senato.it/documenti/repository/istituzione/costituzione_inglese.pdf
  8. The Economist. (2018). Italy’s new government collapses before even getting started. https://www.economist.com/europe/2018/05/28/italys-new-government-collapses-before-even-getting-started
  9. Tronconi, F. (2018). Italy has a new populist government — and a new constitutional headache. https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2018/06/01/italy-has-a-new-populist-government-and-a-new-constitutional-headache/?utm_term=.0413acd4ed39
  10. Ανθόπουλος, Χ. (2018). Το βέτο του Ματαρέλα. http://mobile.tanea.gr/Article.aspx?Id=5568134
  11. Παντελής, Α. (2007). Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου. 2η Έκδοση. Εκδόσεις Λιβάνη.

Tagged under:

Η Αντωνία- Ευαγγελία Χριστοπούλου είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά της εντοπίζονται στους τομείς του δημοσίου, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, καθώς και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, ενώ κατά το τρέχον εξάμηνο κάνει πρακτική άσκηση στην Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ηλεκτρονική Διεύθυνση: [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest