Αργεντινή: Από τον Peron στο ΔΝΤ και την πτώχευση

 

Η Αργεντινή αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, και έχει υπάρξει μία από τις πιο πλούσιες χώρες στον κόσμο, καθώς είχε ιδιαίτερα επικερδή οικονομία κατά το διάστημα 1880-1929. Παρ’όλα αυτά, μια σειρά παραγόντων οδήγησε τη χώρα σε οικονομικό χάος -ειδικότερα μετά τη δεκαετία του ’90-, με αποτέλεσμα να κηρύξει πτώχευση το 2001. Πώς είναι δυνατόν, όμως, αυτή η οικονομική ευημερία να καταλήξει στην οικονομική κρίση και την πτώχευση;

Δεδομένου ότι η οικονομική κατάρρευση υπήρξε απότοκος των κυβερνητικών πολιτικών, οφείλουμε, αρχικά, να ανατρέξουμε στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, με κυριότερους σταθμούς την περίοδο διακυβέρνησης Peron, τη δικτατορική και τη μεταδικτατορική περίοδο. Διαχρονικά, η πολιτική αντιπαράθεση στην Αργεντινή βρισκόταν ανάμεσα στους συντηρητικούς και στους ριζοσπαστικούς, ενώ, παράλληλα, οι ένοπλες δυνάμεις αποτελούσαν ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής, καθώς είχαν λάβει πραξικοπηματικά αρκετές φορές την εξουσία.

Σημαντική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό αποτέλεσε η φυσιογνωμία του Juan Peron, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία της χώρας το 1946. Ο Peron, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, στόχευε τόσο στην ενίσχυση της οικονομίας -μέσω της αστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης-, όσο και στην υλοποίηση κοινωνικών προγραμμάτων. Στη δημοτικότητά του συνέβαλε ιδιαιτέρως η σύζυγός του, Eva (Evita) Peron. Κατά τους επικριτές του, βέβαια, οι εν λόγω πολιτικές δεν είχαν πραγματικά φιλολαϊκό χαρακτήρα. Αντίθετα, θεωρείται πως απώτερος σκοπός του Peron ήταν η καταστολή και η υπονόμευση πιθανής κινητοποίησης των χαμηλότερων στρωμάτων.Ο Peron, ως στρατηγός και απόφοιτος στρατιωτικής σχολής, είχε εφαρμόσει την πολιτική αυτή στο στράτευμα -καθώς ήταν σε θέση να δώσει αρκετές παροχές-, ενώ, παράλληλα, ευνοούσε εσωτερικές διαμάχες, και προωθούσε τους κυβερνητικούς υποστηρικτές. Παρόλα αυτά, η πολιτική του Peron είχε δημιουργήσει ανησυχίες σχετικά με την οικονομία της Αργεντινής. Μάλιστα, μετά το 1950, άρχισαν να εμφανίζονται οικονομικά προβλήματα. Όταν, δε, το 1952 η σύζυγός του απεβίωσε, η κυβέρνηση απώλεσε σημαντικά τη λαϊκή στήριξη, και αντιμετώπισε μια σειρά από διαμάχες, με αποτέλεσμα το 1955 να ανατραπεί από δυνάμεις του στρατού.

Στο επόμενο χρονικό διάστημα, η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ «περονιστών» και «αντιπερονιστών» ήταν ακόμα έντονη, και το πολιτικό σκηνικό ήταν ιδιαίτερα τεταμένο, με συνεχείς παρεμβάσεις του στρατού και μικρά «δημοκρατικά διαλείμματα». Οι επόμενες κυβερνήσεις θα ακολουθήσουν τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας -συνεργαζόμενες με τις ΗΠΑ-, αυξάνοντας τις επενδύσεις στη βιομηχανία και στην ενέργεια, ενώ θα προωθήσουν γενικότερα μια πολιτική «αποπερονοποίησης». Κατά την περίοδο 1955-1975, η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων φάνηκε αποδοτική, στηρίζοντας την τοπική ανάπτυξη, και επενδύοντας σε δημόσια έργα. Όμως, η ευημερία αυτή ήταν επιφανειακή, καθιστώντας, στα επόμενα έτη, εμφανή τα αποτελέσματα της προηγούμενης περιόδου.

Το 1976, η εξουσία βρισκόταν στα ηνία του στρατού ύστερα από πραξικόπημα, και το καθεστώς είχε να αντιμετωπίσει αρκετές δυσκολίες οικονομικής διαχείρισης, διότι -παρά τα μέχρι πρότινος ενθαρρυντικά νούμερα- η οικονομία σημείωνε καμπή. Η συνεχής εναλλαγή οικονομικών πολιτικών, τα φαινόμενα διαφθοράς, αλλά και η βούληση για λαϊκή νομιμοποίηση του εκάστοτε καθεστώτος, μέσω ευνοϊκών οικονομικών πολιτικών, φαίνεται πως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τα δημοσιονομικά της χώρας. Παρόλο που το καθεστώς κατάφερε, αρχικά, να σταθεροποιήσει την αργεντίνικη οικονομία -μέσω απορρύθμισης της οικονομίας και αύξησης δημοσίων δαπανών-, οδηγήθηκε τελικά σε κατακόρυφη μείωση του βιοτικού επιπέδου, και σε υψηλό δημόσιο χρέος. Η απογοήτευση του λαού, και οι αποτυχίες του δικτατορικού καθεστώτος -τόσο στην εσωτερική, όσο και εξωτερική πολιτική- οδήγησαν στην πτώση του τελευταίου, και στη διεξαγωγή εκλογών το 1983.

Η νέα εκλεγμένη κυβέρνηση προσπάθησε να διαμορφώσει συνθήκες κοινωνικής ειρήνης και αποκατάστασης των δημοκρατικών θεσμών, κυρίως, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσει την κρίσιμη οικονομική κατάσταση που κληροδοτήθηκε από το προηγούμενο καθεστώς. Η Αργεντινή, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο, καθώς για αρκετές δεκαετίες η χώρα υπέφερε από υψηλό πληθωρισμό. Χαρακτηριστικά, ο μέσος πληθωρισμός το 1990 ήταν 7.029,16% -αφού τα δημοσιονομικά ελλείμματα καλύπτονταν με την έκδοση νέου χρήματος-, ενώ η οικονομία ήταν σχεδόν σε συνεχή ύφεση από τα μέσα του ’70. Το 1990, το ΑΕΠ ήταν 6% χαμηλότερο από το ΑΕΠ του 1974.

Η εν λόγω κατάσταση, όμως, άλλαξε δραματικά περί τα τέλη του ’90, αφού οι κυβερνήσεις της Αργεντινής εκμεταλλεύθηκαν αυτές τις συνθήκες για δανεισμό, ώστε να καλύψουν τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα – καθώς, παρά τη μείωση δαπανών, υπήρξε μεγαλύτερη αύξηση εσόδων. Η μη ολοκλήρωση των διαρθρωτικών αλλαγών, το ολοένα και αυξανόμενο δημόσιο χρέος, και το ανελαστικό συναλλαγματικό καθεστώς είχαν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, όπου οι πολίτες ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένοι από της κυβερνητικές πολιτικές. Η Αργεντινή ακόμα ήταν εξαρτημένη από τις εξαγωγές -και, επομένως, ευάλωτη σε διεθνή χρηματοοικονομικά σοκ-, ενώ η ανάγκη υποτίμησης του νομίσματος καθίστατο μεγάλη, οδηγώντας την οικονομία, εν τέλει, σε ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο, και σε μείωση της ανταγωνιστικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η εμπιστοσύνη των διεθνών χρηματαγορών απέναντι στην Αργεντινή μειώθηκε ραγδαία, και το επιτόκιο δανεισμού αυξήθηκε κατακόρυφα, καθιστώντας -πρακτικά- απαγορευτικά τα δάνεια από τις διεθνείς αγορές, και μόνη δυνατότητα το δανεισμό από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ταυτόχρονα, η ύφεση το 1999 άγγιζε το -4% του ΑΕΠ, συνιστώντας αναγκαίο το δανεισμό (ΙΜF, 2004).

Ο ρόλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην κρίση της Αργεντινής απετέλεσε αντικείμενο κριτικής, καθώς το 2001 αρνήθηκε να εκταμιεύσει την προγραμματισμένη δόση δανείου προς την Αργεντινή (ύψους $1,25 δισ.). Είχε προηγηθεί, βέβαια, η ανακοίνωση της κυβέρνησης πως δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, σε ό,τι αφορά τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Αν και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λειτούργησε, αφενός, ως εγγυητής εκ μέρους της Αργεντινής για τη διατήρηση του Currency Board, με τη χρηματοδότησή του εκτιμάται πως καθυστέρησε και διεύρυνε μια αναπόφευκτη κρίση. Ακόμη, οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν -δηλαδή οι αυξήσεις φόρων και οι περικοπές των δημοσίων δαπανών- θεωρείται πως βάθυναν την ύφεση και τη μείωση στην εμπιστοσύνη της Αργεντινής στις διεθνείς αγορές.

Η άρνηση αυτή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προξένησε πρόβλημα ρευστότητας, αφού οι καταθέτες απέσυραν μαζικά τραπεζικές καταθέσεις, και μετέφεραν κεφάλαια στο εξωτερικό. Οι τράπεζες της χώρας απειλούνταν, έτσι, με οικονομική κατάρρευση ενώ, για την άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί έλεγχοι (capital controls). Απότοκος της οικονομικής κρίσης ήταν μια -γενικευμένη και μεγάλης έκτασης- κοινωνική ένταση, με απεργίες, διαδηλώσεις και κυβερνητική αστάθεια. Η χρεοκοπία της Αργεντινής ήταν πλέον αναπόφευκτη. Τον Δεκέμβριο του 2001, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πτώχευση της χώρας, ενώ έκτοτε παραμένει η μεγαλύτερη κρατική χρεοκοπία στη σύγχρονη ιστορία.

Το 2002 αποφασίσθηκαν η εγκατάλειψη του προγράμματος Currency Board, και η υποτίμηση του peso (αρχικά κατά 28%, αλλά η ισοτιμία με το αμερικανικό νόμισμα έφθασε εντός του έτους το 1:4). Ακόμα, ελήφθησαν μέτρα προσαρμογής του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως μέτρα αναγκαστικής μετατροπής των λογαριασμών και δανείων από δολάρια σε pesο, και πάγωμα των καταθέσεων. Οι μακροοικονομικές συνέπειες της χρεωκοπίας ήταν δραματικές, με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά 11%, τον πληθωρισμό να αυξάνεται αλματωδώς, και την ανεργία να φτάνει το 20% (Mulraine, 2005).

Τα επόμενα χρόνια, η Αργεντινή εξυπηρετεί κυρίως το χρέος προς διεθνείς οργανισμούς, και ένα μέρος του εσωτερικού χρέους, ενώ, ταυτόχρονα, προσπαθεί να προωθήσει μια αναδιάρθρωση του υπόλοιπου χρέους, ώστε να επανακτήσει πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Η υποτίμηση του νομίσματος είχε ορισμένα θετικά αποτελέσματα: τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, και την αύξηση των εξαγωγών. Εν τέλει, το 2005 -μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις- η Αργεντινή πέτυχε την αναδιαπραγμάτευση του 76,15% του δημόσιου χρέους της. Επιπροσθέτως, λόγω της απόρριψης της πρώτης συμφωνίας από τους περισσότερους πιστωτές, οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν, και δημιουργήθηκε μια νέα συμφωνία το 2010, που περιλάμβανε ανταλλαγή των τίτλων τους με νέα κρατικά χρεόγραφα. Σήμερα, η Αργεντινή έχει καταφέρει την αναδιαπραγμάτευση συνολικά του 92,4% του δημόσιου χρέους της, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί το 2001 (Σαμπανιώτης, 2010).

Συμπερασματικά, λοιπόν, η οικονομική κρίση και η χρεοκοπία της Αργεντινής φαίνεται πως ήταν αποτέλεσμα των αδυναμιών της οικονομίας της σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, εφόσον τα προβλήματα εντοπίζονται ήδη από τη δεκαετία του ’60, με την εκδήλωσή τους να λαμβάνει χώρα στα μέσα του ’70, και να κορυφώνονται με την πτώση της δικτατορίας μετά το 1983. Η περίπτωση της Αργεντινής απασχολεί το διεθνές περιβάλλον -αναφορικά με την αναποτελεσματικότητα του κρατικού, αφενός, μηχανισμού και, αφετέρου, των πολιτικών λιτότητας-, διότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας προγράμματος σταθεροποίησης και εξυγίανσης μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας, μέσω στήριξης διεθνών οργανισμών. Όσον αφορά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η αποτυχία και η πτώχευση της Αργεντινής συνιστούν, ταυτόχρονα, αποτυχία για τον ίδιο τον οργανισμό. Η χρεοκοπία του 2001, τέλος, αναφέρεται συχνά ως παράδειγμα για το πώς μια κρίση εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους μπορεί να εξελιχθεί καταστροφικά σε χρεοκοπία. Αρκετοί μελετητές δε (Σαμπανιώτης, 2010), παραλληλίζουν την περίπτωση της οικονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους της Αργεντινής με αυτή της Ελλάδας. Μπορεί, επομένως, η Ελλάδα, να διδαχθεί από τα λάθη της Αργεντινής;

Πηγές:

  1. Damill, M., Frenkel R. & Rapetti M. (2005). Lessons from the Argentine Case of Debt Accumulation, Crisis and Default. [online] Available at: http://vi.unctad.org/debt/debt/m3/documents/Country%20Case%20Argentina%20%5B1%5D.PDF [Accessed 27 May 2017].
  2. Frenkel, R. (2003) “Globalization and financial crises in Latin America” CEPAL, Review 80, August. [online] Available at: http://itf.org.ar/ingles/pdf/documentos/18-2003.pdf [Accessed 18 May 2017].
  3. Independent Evaluation Office (IEO) of the IMF (2003). The Role of the IMF in Argentina, 1991-2002 / [online] Available at : http://www.imf.org/External/NP/ieo/2003/arg/, [Accessed 25 May 2017].
  4. Cohen, B., Mateos y Lagos I., Takebe, M., Martin, R. and Takagi, S. (2004). “The IMF and Argentina, 1991 – 2001” Independent Evaluation Office, Evaluation Report. [online] Available at: https://www.imf.org/en/Publications/Independent-Evaluation-Office-Reports/Issues/2016/12/31/The-IMF-and-Argentina-1991-2001-17590 [Accessed 15 May 2017].
  5. Issues Paper. International Monetary Fund (2004). ‘IMF Executive Board Discusses Lessons from the Crisis in Argentina’, Public Information Notice No. 04/26, March 24. [online] Available at: https://www.imf.org/en/News/Articles/2015/09/28/04/53/pn0426 [Accessed 22 May 2017].
  6. Mulraine, M. (2005). “An Analysis of the 2002 Argentine Currency Crisis” University of. Toronto, Mimeo. [online] Available at: http://homes.chass.utoronto.ca/~mulraine/arg.pdf [Accessed 15 May 2017].
  7. Perry, Guillermo and Serven, Luis (2003) ‘The Anatomy of a Multiple Crisis: Why was Argentina special and what can we learn from it’, World Bank Policy Research, Working Paper 3081. , [online] Available at: http://documents.worldbank.org/curated/en/825301468768605450/The-anatomy-of-a-multiple-crisis-why-was-Argentina-special-and-what-can-we-learn-from-it [Accessed 25 May 2017].
  8. Przeworski A. and Καλύβας Σ. (2001). Δημοκρατία και αγορά. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
  9. Weisbrot, M.and Baker, D. (2002). What Happened to Argentina? [online] Available at: http://cepr.net/documents/publications/argentina_2002_01_31.pdf [Accessed 18 May 2017].
  10. Weisbrot, M., Ray R., Montecino Juan A. and Kozameh S. (2011). The Argentine Success Story and its Implications. Center for Economic and Policy Research. , [online] Available at: http://cepr.net/documents/publications/argentina-success-2011-10.pdf [Accessed 25 May 2017].
  11. Σαμπανιώτης Θ. (2010). Οι Επιπτώσεις στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα από την Υπαγωγή της Ελλάδας στον Μηχανισμό Στήριξης ΕΕ / ΔΝΤ. [online] Available at: http://www.euro2day.gr/dm_documents/eurobank_Nkalj.pdf [Accessed 25 May 2017].

 

Tagged under:

Απόφοιτη του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο πλαίσο του προγράμματος Erasmus, παρακολούθησε μαθήματα στην Πολωνική Ναυτική Ακαδημία, με κατεύθυνση Διεθνείς Σχέσεις. Ασκούμενη στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και με ενεργή συμμετοχή σε ερευνητικές ομάδες, συνέδρια και προσομοιώσεις. Ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, ενώ παρακολουθεί μαθήματα Ρωσικών. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Google Profile

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest