Ο ρόλος των αντιλήψεων και των παρανοήσεων στην ιστορία της Διεθνούς Πολιτικής

Στο πεδίο ερμηνείας και ανάλυσης της δράσης των κρατών στο διεθνές σύστημα -και όχι μόνο- υπάρχει μια θεωρητική προσέγγιση που επικεντρώνεται στις αντιλήψεις και στις πεποιθήσεις των δρώντων, και στο πώς αυτές τους επηρεάζουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων – κάτι που αποτελεί ένα από τα βασικά αξονικά στοιχεία της Διεθνούς Πολιτικής, αλλά και των Διεθνών Σχέσεων. Τα θεμέλια αυτής της θεώρησης, που χρησιμοποιεί ως αναλυτικό εργαλείο τα εννοιολογικά μοντέλα των αντιλήψεων και των παρανοήσεων, έθεσε ο Robert Jervis στο κλασσικό έργο του, “Perception and Misperception in International Politics”. Ο συγγραφέας αποσαφηνίζει την ψυχολογική διάσταση και τις δι-υποκειμενικές αισθήσεις που επηρεάζουν την αντιληπτική ικανότητα του δρώντος ενώπιον του στρατηγικού προβλήματος που καλείται να διαχειριστεί και να επιλύσει. Συνεπώς, η προσέγγιση αυτή δεν εντάσσεται στην κατηγορία ορθολογικής λήψης αποφάσεων (Verba, 1961).

Είναι γεγονός ότι σε ένα επιστημονικό πεδίο όπου ο ρεαλισμός και οι διάφορες εκφάνσεις του, όπως για παράδειγμα ο δομικός ρεαλισμός ή “νεορεαλισμός”, εκτιμούνται ως το κυρίαρχο “paradigm”, δηλαδή η κυρίαρχη “φιλοσοφία”, η μεθοδολογική προσέγγιση με τη μεγαλύτερη ερμηνευτική δυνατότητα, οι αντιλήψεις και οι παρανοήσεις δεν λαμβάνονται εξίσου υπόψη ως εναλλακτικά ή επικουρικά μεθοδολογικά “εργαλεία” ερμηνείας και επεξήγησης της συμπεριφοράς των δρώντων και της επιρροή τους στο decision-making.

Πράγματι, σε αντίθεση με τον ρεαλισμό και το βασικό του αναλυτικό εργαλείο, τον ορθολογισμό, ο οποίος βασίζεται στον υπολογισμό κόστους-οφέλους έπειτα από πλήρη και ακριβή πληροφόρηση και, κατ’ επέκταση, στη λήψη απόφασης ή δράσης που θα επιφέρει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος (αξία) με το λιγότερο δυνατό κόστος συγκριτικά με τις υπόλοιπες εναλλακτικές επιλογές (Allison, 1969), οι αντιλήψεις και οι παρανοήσεις προσφέρουν μια οπτική γωνία που αναδεικνύει ψυχολογικούς και υποκειμενικούς παράγοντες. Με άλλα λόγια, εξετάζει τη σύγχυση που διακατέχει τον δρώντα που θα λάβει μια απόφαση, ο οποίος μπορεί λόγω αυτών των ψυχολογικών αιτιών να οδηγηθεί σε λανθασμένη κρίση, με αποτέλεσμα να δίνεται έμφαση στην προσωπικότητα και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δρώντων, όπως ιδεολογικές πεποιθήσεις, φόβοι, εμπειρικά βιώματα, κλπ. (Κουσκουβέλης, 1997).

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι αν έχουν σημασία οι αντιλήψεις των ατόμων που λαμβάνουν αποφάσεις, δηλαδή των decision makers. Η θεωρία του Jervis προβάλλει έναν απαραίτητο διαχωρισμό που αποκρυσταλλώνει την ουσία του ερωτήματος αυτού, μεταξύ του “ψυχολογικού περιβάλλοντος”, που αντικατοπτρίζει τον κόσμο έτσι όπως τον αντιλαμβάνεται ο δρων, επηρεασμένος από τις όποιες αντιλήψεις τον διακατέχουν, και του “επιχειρησιακού περιβάλλοντος”, που αντικατοπτρίζει την αντικειμενική πραγματικότητα (Jervis, 2017).

Ένα παράδειγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να γίνει κατανοητός ο παραπάνω διαχωρισμός είναι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Δυτική Ευρώπη από το 1912, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την αύξηση της στρατιωτικής θητείας στα τρία χρόνια που προώθησε η Γαλλία ως αντίμετρο στην αύξηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της Γερμανίας – κάτι, όμως, που έγινε αντιληπτό από τον Kaiser ως σαφή ένδειξη επερχόμενης γαλλικής επίθεσης.

Επίσης, ένα άλλο παράδειγμα εντοπίζεται στην ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου του 1987 και, ειδικότερα, στην εξαγορά των μετοχών της κοινοπραξίας για τις γεωτρήσεις στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου από τη Δημόσια Εταιρεία Πετρελαίου (Συρίγος, 2016). Η ελληνική πλευρά ήθελε να αποφύγει την οποιαδήποτε κλιμάκωση και σύγκρουση με την Τουρκία, όμως η Άγκυρα αντιλήφθηκε και ερμήνευσε την ενέργεια αυτή με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, και θεωρούσε σχεδόν βέβαιη μια ελληνική γεώτρηση στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου κατά παράβαση του Πρακτικού της Βέρνης.

Έτσι, μια οικονομική συμφωνία που έλαβε χώρα στο επιχειρησιακό περιβάλλον, στο ψυχολογικό περιβάλλον έγινε αντιληπτή με δύο διαφορετικούς τρόπους: αφενός, στην Ελλάδα ως εξαγορά που θα επέτρεπε στην Αθήνα να έχει τον πρώτο λόγο στις γεωτρήσεις ώστε να μην γίνουν εκτός χωρικών υδάτων -όπως επιθυμούσε διακαώς η κοινοπραξία- και να αποφευχθεί οποιοδήποτε σενάριο σύγκρουσης με την Τουρκία (Καψής, 1990) ενώ, από την άλλη, στο κεμαλικό καθεστώς ως “ιμπεριαλιστική ενέργεια και επεκτατισμό” της Ελλάδας εις βάρος των τουρκικών ζωτικών συμφερόντων και, σε δεύτερο βαθμό, στις ΗΠΑ και στους διεθνείς παράγοντες ως “κρατικοποίηση” από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, αυτή του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου.

Σε δεύτερο στάδιο, οι θεωρίες των αντιλήψεων-πεποιθήσεων και παρανοήσεων συνδέονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο τόσο με το μοντέλο της αποτροπής όσο και με το “σπειροειδές” μοντέλο, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να εξηγήσουν τη συμπεριφορά των δύο υπερδυνάμεων -δηλαδή των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ- κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και αποτελούν επιπροσθέτως υποδιαιρέσεις της “θεωρίας παιγνίων” ορθολογικής συμπεριφοράς (Dougherty, 1981).

Αφενός, στο μοντέλο της αποτροπής ο δρων βάσει των πεποιθήσεών του αντιλαμβάνεται αναλόγως πότε παρουσιάζεται μια ευκαιρία ανατροπής του status quo υπέρ του ή εις βάρος του, προχωρώντας έτσι στις αντίστοιχες ενέργειες για να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του αντιπάλου, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει πως η αδράνεια ή η μη προβολή ισχύος θα εκληφθεί ως αδυναμία. Αυτό έγινε εμφανές στην πυραυλική κρίση της Κούβας το 1962, όταν ο Πρόεδρος Kennedy ήρθε αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη πρόκληση εθνικής ασφάλειας της θητείας του, καθώς βρέθηκε ένα βήμα πριν από την έκρηξη θερμοπυρηνικού πολέμου με τους Σοβιετικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα “fait accompli” στην Κούβα, ώστε οι Αμερικανοί να υποχωρήσουν και να προκύψει ένας συμβιβασμός στο Βερολίνο, με την τελική αποχώρηση των Δυτικών Δυνάμεων (Allison & Zelikow, 2006).

Αφετέρου, το σπειροειδές μοντέλο είναι συνυφασμένο με το “δίλημμα ασφαλείας” και την κούρσα εξοπλισμών, όπου η μεγιστοποίηση ισχύος ενός κράτους αυξάνει την ανασφάλεια του αντιτιθέμενου κράτους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας, και αβεβαιότητας. Αν και πρόκειται για βασικές παραδοχές της ρεαλιστικής σχολής των Διεθνών Σχέσεων, εντούτοις διαφαίνεται πως οι αντιλήψεις και οι παρανοήσεις που προκύπτουν έχουν θέση και ρόλο στη συλλογιστική των μοντέλων αυτών.

Επιπρόσθετα, πολύ σημαντική στη θεωρία του Jervis είναι η αντίληψη που διαμορφώνει ένας λήπτης αποφάσεων για τις προθέσεις και ενέργειες του αντιπάλου. Αυτό απορρέει σε ένα βαθμό από την παραπληροφόρηση ή τις εντυπώσεις και παρανοήσεις που δημιουργούνται όχι μόνο από τη λανθασμένη ερμηνεία κρατικών υπαλλήλων και διπλωματών σε περίοδο κρίσης, όπως για παράδειγμα των πρέσβεων, αλλά και από την ικανότητα του ίδιου του λήπτη των αποφάσεων να διαβλέπει και να “ψυχολογεί” τον εκάστοτε αντίπαλο (Jervis, 2017).

Ίσως ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά παραδείγματα διαμόρφωσης μιας εντελώς λανθασμένης εικόνας και εντύπωσης για τις προθέσεις, τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του αντιπάλου λόγω των αντιλήψεων και πεποιθήσεων ενός λήπτη αποφάσεων είναι ο Βρετανός Πρωθυπουργός Chamberlain, και το πώς αντιμετώπισε την άνοδο και τις διαρκώς αυξανόμενες επιδιώξεις του Hitler. Αρχικά, το 1936 με τη μονομερή στρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας, το 1938 με την προσάρτηση της Αυστρίας, το λεγόμενο “Anschluss”, αλλά ειδικά και με τη δήλωση του Hitler για την επίλυση των εδαφικών ζητημάτων του με την Τσεχοσλοβακία για τους γερμανόφωνους πολίτες, ο Chamberlain θεωρούσε εύλογη και δικαιολογημένη την κίνηση του Hitler για να “επουλώσει” τις πληγές που προκάλεσε στη Γερμανία η Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Βρετανός Πρωθυπουργός πίστευε ότι είχε “ψυχολογήσει” σωστά τον Γερμανό Καγκελάριο, χαρακτηρίζοντάς τον ως “άνθρωπο άξιο εμπιστοσύνης” – κάτι που εν τέλει δεν επιβεβαίωσε η Συμφωνία του Μονάχου -την οποία ο Chamberlain θεωρούσε “έντιμη ειρήνη”-, και που αποκρυσταλλώνει εμφανώς πως οι αντιλήψεις του Βρετανού Πρωθυπουργού τον είχαν οδηγήσει σε παρανοήσεις για τις πραγματικές βλέψεις του Hitler, ωθώντας τον σε καταστροφικές αποφάσεις (Allison & Zelikow, 2006).

Η συνοπτική αυτή ανάλυση βασικών στοιχείων της θεωρίας των αντιλήψεων και των παρανοήσεων, και πώς αυτά επηρεάζουν τη συμπεριφορά δρώντων και τη λήψη των αποφάσεών τους στη Διεθνή Πολιτική, δείχνει πως, παρόλο που υπάρχει αυτή η κυρίαρχη τάση ορθολογισμού στην ερμηνεία φαινομένων στο συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, εντούτοις τα στοιχεία αυτά μπορούν να συνεισφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό και να προσφέρουν εργαλεία για την κατανόηση ιστορικών γεγονότων.

Αυτό φάνηκε εν προκειμένω στο ιστορικό παράδειγμα της ελληνοτουρκικής κρίσης του 1987, όπου καλλιεργήθηκε ένα κλίμα παρανοήσεων, καχυποψίας και επιφυλακτικότητας τόσο από την ελληνική όσο και από την τουρκική πλευρά μέσω της οξείας ρητορικής τους, αλλά και των ιδεολογικών τους πεποιθήσεων, καθώς επίσης και στην περίπτωση των Μεγάλων Δυνάμεων πριν την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στην αντιληπτική ικανότητα του Βρετανού Πρωθυπουργού Chamberlain να διαγνώσει τους πραγματικούς σκοπούς του Hitler κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Πηγές:

  1. Allison, G. T. (1969). Conceptual Models and the Cuban Missile Crisis. The American Political Science Review, 63(3), pp. 689-718.
  2. Allison, G. & Zelikow, P. 2006. Η κρίση της Κούβας. Η ουσία της απόφασης. Αθήνα. Εκδόσεις Παπαζήση.
  3. Dougherty, J. E. (1981). Contending Theories of International Relations A Comprehensive Survey. New York. Εκδόσεις Harper & Row.
  4. Jackson, R. & Sørensen, G., 2006. Θεωρία και Μεθοδολογία των Διεθνών Σχέσεων. Η Σύγχρονη Συζήτηση. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.
  5. Jervis, R. (1968). Hypotheses on Misperception. World Politics, April, 20(3), pp. 454 – 479.
  6. Jervis, R. (2017). Perception and Misperception in International Politics. Princeton, New Jersey. Εκδόσεις Princeton University Press.
  7. Verba, S. (1961). Assumptions of Rationality and Non-Rationality in Models of the International System. The International System: Theoretical Essays, 14(1), pp. 93-117.
  8. Καψής, Γ. (1990). Οι τρεις μέρες του Μάρτη: απόρρητος φάκελος. Αθήνα. Εκδόσεις “Νέα Σύνορα”.
  9. Κουσκουβέλης, Η. (1997). Λήψη αποφάσεων – Κρίση – Διαπραγμάτευση. Θεωρία και Πρακτική. Αθήνα.Εκδόσεις Παπαζήση.
  10. Συρίγος, Ά. (2016). Ελληνοτουρκικές Σχέσεις. Αθήνα. Εκδόσεις Πατάκη.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος ΔΕΠΣ του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Cybersecurity του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest