Κλασική θεωρία του διεθνούς εμπορίου

Μέσα στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών εμφανίζεται ένας σχετικά νέος και αναπτυσόμενος κλάδος, αυτός της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας. Πρόκειται για έναν κλάδο που πραγματεύεται τις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις που δημιουργούνται στο πλέον παγκοσμιοποημένο οικονομικό σύστημα. Η θεωρία του Διεθνούς Εμπορίου, συγκεκριμένα, αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα μελέτης της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, λόγω των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων που την απαρτίζουν. Σταθμό στη θεωρία του Διεθνούς Εμπορίου αποτελεί η συμβολή δυο μεγάλων κλασικών οικονομολόγων, του Adam Smith και David Ricardo, οι οποίοι στα έργα τους παρουσίασαν πρωτοποριακές ιδέες για την εποχή τους. Ποια είναι, όμως, τα βασικά στοιχεία της κλασικής θεωρίας του Διεθνούς Εμπορίου;

Η έννοια του Διεθνούς Εμπορίου

Ως διεθνές εμπόριο ορίζεται το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου όλων των χωρών σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ κρατών υπάρχουν λόγω της ανάγκης των χωρών να καλύψουν τις ανάγκες τους με προιόντα, τα οποία δεν μπορούν να παράγουν από μόνες τους. (Μανώλη και Μαρής, 2015).

Οι πρώιμες απόψεις για το Διεθνές Εμπόριο

Πριν, ωστόσο, οι δυο θεωρητικοί πατέρες της κλασικής οικονομικής θεωρίας διατυπώσουν τους νόμους τους περί εμπορίου, προϋπήρχαν κάποιες απόψεις για τις εμπορευματικές ροές μεταξύ των κρατών, οι οποίες εκφράζονταν από την πλευρά των Εμποροκρατών ή Μερκαντιλιστών. Η βασική αρχή του μερκαντιλισμού -ενός οικονομικού δόγματος που επικράτησε τον 16ο,17ο και 18ο αιώνα- ήταν ο οικονομικός εθνικισμός και η άποψη πως κάθε οικονομική δραστηριότητα έπρεπε να αποσκοπεί στην επίτευξη των σκοπών του κράτους. Οι μερκαντιλιστές έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στον πλούτο της χώρας, ο οποίος μετρούνταν βάσει των πολύτιμων μετάλλων (άργυρος και χρυσός) που η χώρα είχε στα θησαυροφυλάκιά της. Έτσι, όσο περισσότερα τα πολύτιμα μέταλλα κάθε χώρας, τόσο μεγαλύτερος ο πλούτος της. Η αρχή αυτή των μερκαντιλιστών τούς ωθούσε στο να «συμπαθούν» τις εξαγωγές, μιας και αύξαναν τα πολύτιμα μέταλλα λόγω εσόδων, και να «αντιπαθούν» τις εισαγωγές, οι οποίες μείωναν τον πλούτο λόγω εξόδων. Η πολιτική που θεωρούσαν οικονομικά ορθή ήταν αυτή που σχεδόν απαγόρευε τις εισαγωγές, ενώ αρέσκονταν σε εξαγωγές ώστε να δημιουργούνται συνεχώς πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, και να αυξάνεται ο πλούτος της. Κατά συνέπεια, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των χωρών ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, καθώς κάθε χώρα ήθελε να εξάγει, αλλά καμία να εισάγει, μειώνοντας σημαντικά τον συνολικό όγκο των παγκόσμιων συναλλαγών. (Βάμβουκας,2016), (Τσούνης, 2015)

Η αρχή του Απόλυτου Πλεονεκτήματος

Ο μερκαντιλισμός ως οικονομικό δόγμα τερματίστηκε με την δημοσίευση του κυριότερου έργου του Adam Smith, του «Πλούτου των Εθνών» το 1776, ενός έργου που αποτέλεσε την βάση όχι μόνο της σύγχρονης οικονομικής σκέψης, αλλά και του Διεθνούς Εμπορίου. Η συμβολή του Adam Smith είναι γνωστή ως αρχή του «Απόλυτου Πλεονεκτήματος», μια αρχή που βασίζεται στην γενική ιδέα του περί ελευθερίας και αόρατου χεριού, υποστηρίζοντας πως, και στον τομέα του εμπορίου, ο μηχανισμός της ελεύθερης αγοράς θα αυξήσει την ευημερία όλων των χωρών .

Συγκεκριμένα, μία χώρα έχει απόλυτο πλεονέκτημα στην παραγωγή ενός προϊόντος, όταν μπορεί να παράγει μία μονάδα αυτού του προϊόντος με λιγότερο κόστος από ό,τι σε μία άλλη χώρα. (Ρουβά, 2016).

Χώρες Αγαθό Χ Αγαθό Υ
Χώρα Α 9 1
Χώρα Β 3 5

Πίνακας 1

Στο παράδειγμα του Πίνακα 1 παρουσιάζονται δυο χώρες, η χώρα Α και η χώρα Β, οι οποίες παράγουν δυο αγαθά, το Χ και το Υ. Η χώρα Α για να παράξει 1 μονάδα από το αγαθό Χ χρησιμοποιεί 9 χρηματικές μονάδες (αμοιβή εργασίας), ενώ η Β για να παράξει 1 μονάδα από το αγαθό Χ, χρησιμοποιεί 3 χρηματικές μονάδες. Αντιστοίχως, για να παράξει η Α 1 μονάδα από το αγαθό Υ χρησιμοποιεί 1 χρηματική μονάδα, ενώ η Β για 1 μονάδα από το αγαθό Υ χρησιμοποιεί 5 χρηματικές μονάδες. Το απόλυτο πλεονέκτημα της Α βρίσκεται στο αγαθό Υ ενώ της Β στο αγαθό Χ. Οι πολίτες κάθε χώρας έχουν συμφέρον να εξάγουν το φθηνότερο προϊόν της χώρας και να εισάγουν αυτό που στην άλλη χώρα είναι φθηνότερο. Είναι προφανές ότι η Α εξάγει το αγαθό Υ, καθώς της κοστίζει λιγότερες χρηματικές μονάδες, ενώ η Β εξάγει το αγαθό Χ. (Αλογοσκούφης, 2012), (Βάμβουκας, 2016).

Η αρχή του απολύτου πλεονεκτήματος αποδεικνύει ότι, όταν μία χώρα συμμετέχει στο διεθνές εμπόριο, ωφελείται αν εξάγει προϊόντα που παράγει με χαμηλότερο κόστος, και εισάγει τα προϊόντα που παράγονται σε άλλες χώρες φθηνότερα.

Σε αυτό το σκεπτικό στήριξε ο Adam Smith τη θεωρία του περί ελεύθερου εμπορίου χωρίς περιορισμούς. Ωστόσο για να «λειτουργεί» η θεωρία του Smith, τίθεται ως υπόθεση πως η χώρα Α έχει απόλυτο πλεονέκτημα μόνο στο αγαθό Υ, και η χώρα Β μόνο στο αγαθό Χ. Η προβληματική της αρχής του απόλυτου πλεονεκτήματος διαφαίνεται στην περίπτωση που μια χώρα εμφανίζει απόλυτο πλεονέκτημα στη παραγωγή και των δύο αγαθών.Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει έναυσμα για εμπόριο μεταξύ των χωρών. (Τσούνης, 2015)

Έτσι, το επιχείρημα του απόλυτου πλεονεκτήματος μπορεί αρχικά να φαίνεται πειστικό για την εξήγηση των εμπορευματικών ροών μεταξύ των χωρών, αλλά κάνει μία υπεραπλουστευτική υπόθεση, η οποία δεν έχει πάντα ισχύ στην πραγματική οικονομία.

Η αρχή του Συγκριτικού Πλεονεκτήματος

Την απάντηση που δεν κατάφερε να δώσει ο Smith και η αρχή του απόλυτου πλεονεκτήματος, ήταν εκεί για να δώσει ο David Ricardo με βάση τη δική του θεωρία, αυτή του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Ο Ricardo, στο έργο του «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» το 1817, διατύπωσε την άποψη ότι ακόμα κι αν μία χώρα δεν έχει απόλυτο πλεονέκτημα σε κανέναν κλάδο παραγωγής, έχει συμφέρον να συμμετέχει στο διεθνές εμπόριο. (Ρουβά, 2016).

Χώρες Αγαθό Χ Αγαθό Υ ΚεyX KExY
Χώρα Α 100 120 1.2 0.83
Χώρα Β 90 80 0.88 1.125

Πίνακας 2

Όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Πίνακα 2, η χώρα Β διαθέτει «απόλυτο πλεονέκτημα» στην παραγωγή και του αγαθού Χ και του αγαθού Υ, εφόσον το κόστος της παραγωγής για κάθε μονάδα των δύο εμπορευμάτων είναι μικρότερο από το αντίστοιχο στην χώρα Α.

Στο σημείο αυτό, ο Ricardo εισάγει την έννοια του Κόστους Ευκαιρίας (ΚΕ), ώστε να διαπιστώσει ποιο είναι το συμφέρον κάθε χώρας στην διεθνή αγορά. Κόστος ευκαιρίας για ένα αγαθό είναι η ποσότητα των άλλων αγαθών που πρέπει να εγκαταλειφθεί, για να παραχθεί μία επιπλέον μονάδα αυτού του αγαθού. Σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα, το κόστος ευκαιρίας της χώρας Α για την παραγωγή μιας μονάδας από το αγαθό Χ, δηλαδή το ΚΕyΧ, ισούται με το πηλίκο της ποσότητας του αγαθού Υ διά την ποσότητα του αγαθού Χ, δηλαδή 120/100=1,2. Αντιστοίχως, για την χώρα Β είναι 80/90=0,88, ενώ το ΚΕ του αγαθού Υ είναι 100/120=0,83 για την χώρα Α και 90/80=1,125 για την χώρα Β.

Σύμφωνα με τον σπουδαίο οικονομολόγο, μια χώρα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή ενός προϊόντος αν το κόστος ευκαιρίας της παραγωγής αυτού του προϊόντος, σε σχέση με άλλα αγαθά, είναι χαμηλότερο σε αυτή τη χώρα από ό,τι είναι στις άλλες.(Αλογοσκούφης, 2012), (Βάμβουκας, 2016), (Τσούνης, 2015)

Γίνεται φανερό ότι, ακόμη και στη περίπτωση που μια χώρα έχει απόλυτο πλεονέκτημα και στην παραγωγή του αγαθού Χ και του αγαθού Υ, η χώρα αυτή θα πρέπει να περιοριστεί στη παραγωγή εκείνου του αγαθού που το κόστος του είναι συγκριτικά μικρότερο.
Από τον Πίνακα 2 προκύπτει πως η Χώρα Α παρουσιάζει μικρότερο κόστος ευκαιρίας στην παραγωγή του αγαθού Υ, ενώ η Χώρα Β στην παραγωγή του αγαθού Χ. Συνεπώς, η Χώρα Α έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή του αγαθού Υ, ενώ η Χώρα Β στην παραγωγή του Χ. Σύμφωνα με την θεωρία του Ricardo, και οι δύο χώρες θα κερδίσουν από το εμπόριο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η χώρα Β έχει απόλυτο πλεονέκτημα στην παραγωγή και των δυο αγαθών. Άρα είναι συμφέρον και για τις δυο χώρες να εξειδικευθούν στην παραγωγή προιόντων όπου έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα, και να συνάψουν εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους. (Κωστελέτου, n.d), (Begg και Vernasca, 2015)

Περιορισμοί της κλασικής θεωρίας

Η κλασική θεωρία, παρά τη θεωρητική αρτιότητα της, έχει ορισμένους περιορισμούς που προέρχονται από τις υποθέσεις στις οποίες στηρίζεται.
Το ρικαρδιανό υπόδείγμα προϋποθέτει ακραία εξειδίκευση, υπό την έννοια ότι τα περισσότερα αγαθά παράγονται είτε στη μια χώρα είτε στη άλλη, ενώ υποθέτει επίσης την ύπαρξη ενός μόνο συντελεστή παραγωγής – της εργασίας. Παραβλέπει έτσι τους υπόλοιπους παραγωγικούς συντελεστές -κεφάλαιο, γη, φυσικοί πόροι- ενώ, παράλληλα, υποθέτει πως υπάρχουν παντού πλήρως ανταγωνιστικές αγορές, δίχως παρεμβάσεις και προστατευτισμό, κάτι εντελώς άτοπο. (Τσούνης, 2015)

Η αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος και αυτή του απολύτου -που περιέχεται στην πρώτη- αυξάνει την ταχύτητα των οικονομικών συναλλαγών, χωρίς να χρειάζεται μετακίνηση κεφαλαίων, συμβάλλει στην ανάπτυξη των διεθνών οικονομικών σχέσεων, και ιδανικά προωθεί την γενική ευημερία στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Μήπως, όμως, το ελεύθερο εμπόριο που ευαγγελίζεται η κλασική θεωρία, που συνεχίζει να ασκεί επιρροή παρά τις παραλλαγές της, και οι θεωρίες άνισης ανταλλαγής εμπορευμάτων είναι η αιτία της άνισης ανάπτυξης και του συνεχώς αυξανόμενου χάσματος μεταξύ φτωχών και πλούσιων χωρών; Η πραγματικότητα απαντά.

Πηγές:

  1. Αλογοσκούφης, Γ. (2012). Διεθνής Οικονομική:Συγκριτικό Πλεονέκτημα. https://internecon.files.wordpress.com/2012/03/lect-3-intecon.pdf
  2. Βάμβουκας, Γ. (2016). Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις. Εκδόσεις Μπένου. pp 55-75
  3. Κωστελέτου, Ν. (n.d). Κλασσική θεωρία του διεθνούς εμπορίου: θεωρία απολύτου και συγκριτικού πλεονεκτήματος. https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ECON196/2%20ΘΕΩΡΙΑ%20ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΥ%20ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΟΣ%20RICARDO/Σημειώσεις%20Ricardo%20συγκριτικό%20πλεονέκτημα.doc
  4. Μανώλη, Π. και Μαρής, Γ. (2015). Εισαγωγή στη Διεθνή Πολιτική Οικονομία. Αποθετήριο Κάλλιπος – Ελεύθερα Ηλεκτρονικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα. https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/3945/9/Kallipos_15465_book.pdf
  5. Ρουβά, Α. (2016). Ο ρόλος της παγκοσμιοποίησης στην εξέλιξη του Διεθνούς Εμπορίου. http://dione.lib.unipi.gr/xmlui/bitstream/handle/unipi/10721/Rouva_Aleksandra.pdf?sequence=1&isAllowed=y
  6. Τσούνης, Ν. (2015). Θεωρία Διεθνούς Εμπορίου. Αποθετήριο Κάλλιπος – Ελεύθερα Ηλεκτρονικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα. https://repository.kallipos.gr/pdfviewer/web/viewer.html?file=/bitstream/11419/1890/2/10009%2000_master_document_v2.pdf
  7. Begg, D. και Vernasca, G. (2015). Εισαγωγή στην Οικονομική. Εκδόσεις Κριτική. pp 567-603

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της ομάδας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων(ΔΟΣ) στα πλαίσια της Power Politics. Δόκιμος Ερευνητής του Κέντρου Διεθνούς & Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας & Διακυβέρνησης( ΚεΔΕΠΟΔ) του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου καθώς και Δόκιμος Αναλυτής του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων-ΚΕΔΙΣΑ [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest