Ανταγωνισμοί και συμμαχίες στα σύνορα της Heartland. Η προσέγγιση Γερμανίας και ΕΣΣΔ μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία, οι σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας έχουν περάσει πολλές διαφορετικές –μερικές φορές ακόμη και ακραίες– καταστάσεις. Έχουν κυμανθεί από φάσεις προσέγγισης και συνεργασίας, σε περιόδους απροκάλυπτης αντιπαλότητας και ανταγωνισμού, με αποκορύφωμα τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ τους. Στο άρθρο αυτό, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την προσέγγιση ανάμεσα στη Γερμανία (Δημοκρατία της Βαϊμάρης) και την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), μετά το τέλος Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχος είναι να συγκριθεί η περίοδος αυτή με άλλες περιπτώσεις παρόμοιων προσεγγίσεων, και να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με ορισμένα διαχρονικά στοιχεία των ρωσογερμανικών σχέσεων.

Γερμανία και ΕΣΣΔ μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκει τη Γερμανία και την ΕΣΣΔ σε παρόμοιες καταστάσεις. Τα δύο κράτη έχουν καταστεί “παρίες” του διεθνούς συστήματος. Στην ηττημένη Γερμανία, έχουν επιβληθεί οι δυσμενείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ενώ η ΕΣΣΔ βρίσκεται απομονωμένη, λόγω του κομμουνιστικού καθεστώτος της και της σύγκρουσης με τις δυτικές δυνάμεις, κατά το Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Τα σύνορα στην Ευρώπη μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο.

Τα γεγονότα αυτά κατέστησαν και τις δύο αυτές χώρες αναθεωρητικές δυνάμεις – κράτη, δηλαδή, με στόχο να ανατρέψουν το γεωπολιτικό status quo. Η Γερμανία επιθυμούσε, αφενός, να επανεξοπλιστεί, παρακάμπτοντας τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αφετέρου επιδίωκε την τόνωση της βαριά πληγείσας από τον πόλεμο οικονομίας της, με τις εξαγωγές στη σοβιετική αγορά. Παράλληλα, η έναρξη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών θα λειτουργούσε για τη Γερμανία σαν διπλωματικό αντίβαρο στην εχθρική στάση των δυτικών χωρών, ενώ για την ΕΣΣΔ θα σήμαινε ότι έχει καταφέρει να διασπάσει τη διπλωματική της απομόνωση, αποκτώντας έναν ευρωπαϊκό “σύμμαχο”. Θα της έδινε, επίσης, την ευκαιρία να ανακάμψει οικονομικά, μέσω της συνεργασίας με τη γερμανική βιομηχανία, ενώ η συνεργασία μεταξύ τους θα είχε και ένα ακόμη κοινά επιθυμητό αποτέλεσμα: θα επέτρεπε τη στρατηγική “περικύκλωση” της προσφάτως ανεξάρτητης Πολωνίας, που αποτελούσε κοινή περιοχή διεκδικήσεων και για τις δυο χώρες (Carr, 2017).

Για την ΕΣΣΔ, λοιπόν, η προσέγγιση με τη Γερμανία θα ήταν πολύτιμη. Έτσι. με την αποτυχία των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών επαναστάσεων, και με τη ρητορική περί «παγκόσμιας επανάστασης» να ατονεί, η Σοβιετική ηγεσία αρχίζει να αναπροσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική, ακολουθώντας πιο παραδοσιακές-ρεαλιστικές αρχές. Χαρακτηριστικά, τα λόγια του Vladimir Lenin για τη γερμανοσοβιετική προσέγγιση ήταν τα εξής: «Η αστική γερμανική κυβέρνηση τρέφει αβυσσαλέο μίσος για τους Μπολσεβίκους. Ωστόσο, τα συμφέροντά της και η διεθνής κατάσταση την ωθούν να έρθει, παρά τις επιθυμίες της, σε συνεννόηση με τη σοβιετική Ρωσία». Την ίδια περίοδο, δε, ο Karl Radek, σύμβουλος της σοβιετικής κυβέρνησης επί γερμανικών θεμάτων, προωθούσε την ιδέα πως ήταν απαραίτητη μια συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία και την ΕΣΣΔ, εναντίον των δυτικών καπιταλιστικών δυνάμεων (Θερμός, 2015).

Υπό αυτές τις συνθήκες, αναδύθηκε, την άνοιξη του 1921, η γερμανοσοβιετική συνεργασία. Τότε, μετά από μυστικές συνεννοήσεις ανάμεσα στη σοβιετική και τη γερμανική στρατιωτική ηγεσία, γερμανικές βιομηχανίες γνωστοποίησαν πως ήταν πρόθυμες να δραστηριοποιηθούν σε σοβιετικό έδαφος. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, υπεγράφη η σχετική συμφωνία στο Βερολίνο. Σύντομα, γερμανικές βιομηχανίες εγκαταστάθηκαν στην ΕΣΣΔ, και ξεκίνησαν την παραγωγή οπλικών συστημάτων (Carr, 2017).

Η Συνθήκη του Ραπάλλο

Τον Απρίλιο του 1922, η Γερμανία και η ΕΣΣΔ συμμετείχαν σε διεθνή συνδιάσκεψη στη Γένοβα, υπό το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων. Σκοπός ήταν οι νικητές και οι ηττημένοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να συζητήσουν για την οικονομική ανοικοδόμηση, καθώς και για το θέμα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων. Τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Σοβιετικοί, απογοητευμένοι από τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης, υπέγραψαν, στις 16 Απριλίου 1922, τη Συνθήκη του Ραπάλλο (Rapallo) στην ομώνυμη ιταλική πόλη. Η Συνθήκη προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη σύναψη επίσημων διπλωματικών και προξενικών σχέσεων, και την εκατέρωθεν παραίτηση από πολεμικές επανορθώσεις (Winkler, 2011).

Η δυτική αντίδραση και η υπογραφή της Συνθήκης του Λοκάρνο

Η Συνθήκη του Ραπάλλο προκάλεσε αίσθηση και ανησυχία σε Βρετανία και Γαλλία, καθώς διαφαινόταν η δημιουργία ενός γερμανορωσικού άξονα (Winkler, 2011). Υπό αυτές τις συνθήκες –και με στόχο να αποφευχθεί περαιτέρω γερμανοσοβιετική προσέγγιση– υπεγράφη, την 1η Δεκεμβρίου 1925, η Συνθήκη του Λοκάρνο (Locarno), με την οποία τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη (Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία) αναγνώριζαν τα δυτικά σύνορα της Γερμανίας, όχι όμως και τα ανατολικά. Άφηναν, έτσι, να εννοηθεί πως δεν απέκλειαν πλήρως έναν νέο εδαφικό καταμερισμό, προς όφελος της Γερμανίας και εις βάρος της Πολωνίας. Προβλεπόταν, επίσης, η ένταξη της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Η Συνθήκη του Λοκάρνο αποτέλεσε την κορύφωση μιας διαδικασίας συμφιλίωσης ανάμεσα στη Γερμανία και τις δυτικές δυνάμεις. Το 1924, είχε προηγηθεί η εφαρμογή του Σχεδίου Ντόουζ (Dawes) από τις ΗΠΑ, που προέβη σε ευνοϊκή ρύθμιση των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, και μεγάλο δάνειο προς τη Γερμανία (Τσακαλογιάννης, 1996).

Υπογραφή Συνθήκης Λοκάρνο: (από αριστερά προς δεξιά) Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Gustav Stresemann, Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Austen Chaberlain και Πρωθυπουργός της Γαλλιας Aristide Briand

Παρά τις κινήσεις συμφιλίωσης που έκαναν οι δυτικές χώρες, η Γερμανία δεν ήταν πρόθυμη να διαταράξει τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Στις 24 Απριλίου 1926, οι δύο χώρες υπογράφουν τη Συνθήκη του Βερολίνου, με την οποία εγγυόταν τη μεταξύ τους ουδετερότητα, σε περίπτωση που κάποια δεχόταν επίθεση από τρίτη δύναμη. Επιπρόσθετα, η Γερμανία εγγυήθηκε πως, ως μέλος της ΚτΕ , θα εμπόδιζε κάθε καταδίκη της ΕΣΣΔ για επιθετικότητα.

Η νέα αυτή συνθήκη προκάλεσε νέες αντιδράσεις στη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, η Βρετανία και η Γαλλία τήρησαν διαλλακτική στάση, ώστε να αποφευχθεί η διατάραξη των βελτιωμένων πλέον σχέσεων με τη Γερμανία. Όπως δήλωσε ο Austen Chamberlain, Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, «συγκρουόμαστε με τη Σοβιετική Ρωσία για την ψυχή της Γερμανίας». Πρακτικά, οι δυτικές δυνάμεις αγνόησαν τη Συνθήκη του Βερολίνου, και δεν υπήρξε περαιτέρω κλιμάκωση. Επικράτησε, έτσι, μια σχετική σταθερότητα στη Δυτική Ευρώπη (Τσακαλογιάννης, 1996).

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις έως και το 1933

Το θετικό κλίμα στις σχέσεις των δύο κρατών διατηρήθηκε ως και το 1933. Η οικονομική συνεργασία συνεχιζόταν, και μάλιστα παρουσίαζε άνοδο – χαρακτηριστικά, από το 1929 έως το 1931, η ΕΣΣΔ εισήγαγε το 10,9% των γερμανικών εξαγωγών, και το μερίδιο της Γερμανίας στις σοβιετικές εξαγωγές άγγιζε το 46,5%. Η συνεργασία ήταν πιο έντονη στο πεδίο των βιομηχανικών προϊόντων. Η Γερμανία προσέφερε, επίσης, διπλωματική στήριξη στην ΕΣΣΔ, αποτελώντας τη μόνη από τις δύο χώρες –μαζί με την Τουρκία– που στήριξαν το 1928 τη σοβιετική πρόταση στην ΚτΕ για περιορισμό των εξοπλισμών (Radomska, 2006).

Οι σχέσεις, ωστόσο, άρχισαν να επιδεινώνονται από τα τέλη του 1931, λόγω της συνεχούς ανόδου των Εθνικοσοσιαλιστών, και της ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας πολλών Γερμανών για την ανάδυση της ΕΣΣΔ ως πιθανού ανταγωνιστή. Η επικράτηση του Hitler, το 1933, και η αντισοβιετική, αντικομμουνιστική στάση του οδήγησαν, τελικά, σε πλήρη ρήξη και αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, μέχρι και τη νέα προσέγγιση με την υπογραφή του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov, το 1939 (Θερμός, 2015).

Παρόμοιες ιστορικές περιπτώσεις

Η συνεργασία ανάμεσα στη Γερμανία και την ΕΣΣΔ, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που οι δυο χώρες επιχείρησαν κάτι τέτοιο. Παλαιότερα, ο καγκελάριος Otto von Bismarck ακολούθησε μια πολιτική προσέγγισης με την αυτοκρατορική Ρωσία, με την υπογραφή της Συμμαχίας των Τριών Αυτοκρατόρων (Dreikaiserbund), το 1881. Στόχοι του ήταν η απομόνωση της Γαλλίας, και η προστασία της Γερμανίας από περικύκλωση και πιθανή επίθεση από δύο μέτωπα. Σε αντάλλαγμα, αναγνώρισε τις επιδιώξεις της Ρωσίας στα Βαλκάνια, και ανακήρυξε τη Γερμανία ως κράτος ικανοποιημένο με το υπάρχον εδαφικό καθεστώς.

Αντίστοιχα, τον Αύγουστο του 1939, υπογράφεται το Σύμφωνο μη Επιθέσεως – περισσότερο γνωστό ως Σύμφωνο Ribbentrop-Molotov. Με τον Hitler να επιθυμεί τη διασφάλιση των ανατολικών συνόρων του Ράιχ (Reich), κατά τη διάρκεια του πολέμου στη δύση, και τον Stalin να επιδιώκει τη διασφάλιση χρόνου για τη στρατιωτική ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Πολωνία χωρίστηκε στη μέση, και μοιράστηκε ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Αυτές εγγυήθηκαν τη μεταξύ τους ειρήνη, με τη Γερμανία να αναγνωρίζει τη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ στη Βαλτική και τα Βαλκάνια, όπως και το 1881 (Passant et al, 1960).

Επίλογος

Συμπερασματικά, μπορεί να γίνει αντιληπτή μια κοινή μεταβλητή σε όλες τις παραπάνω περιόδους γερμανορωσικής προσέγγισης: η ύπαρξη για τη Γερμανία του κινδύνου από τις δύο δυτικοευρωπαϊκές υπερδυνάμεις, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η απάντηση της Γερμανίας στην εκ δυτικών απειλή ήταν η διπλωματική προσέγγιση με τη Ρωσία. Και στις τρεις περιπτώσεις, η τακτική αυτή ήταν επιτυχής. Η Συμμαχία των Τριών Αυτοκρατόρων απομόνωσε ηπειρωτικά τη Γαλλία και την απέτρεψε από την διεξαγωγή πολέμου εναντίον της Γερμανίας. Τη δεκαετία του 1920, οι συνθήκες του Ραπάλλο και του Βερολίνου με την ΕΣΣΔ υποχρέωσαν τους Βρετανούς και τους Γάλλους να υιοθετήσουν πιο διαλλακτική στάση έναντι των Γερμανών, και να εγκαταλείψουν σταδιακά την προσπάθεια για άτεγκτη επιβολή της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Το Σύμφωνο Ribbentrop-Molotov επέτρεψε στη Γερμανία να διασφαλίσει τα ανατολικά σύνορά της, να συντρίψει τη Γαλλία, και να εκδιώξει τους Βρετανούς από την ηπειρωτική Ευρώπη. Αντίθετα, η εγκατάλειψη της πολιτικής προσέγγισης με τη Ρωσία από τους διαδόχους του Bismarck, το 19ο αιώνα, και από τον Hitler, τον 20ό, τελικά οδήγησε στην ήττα της Γερμανίας και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, καθώς την εγκλώβισε σε έναν διμέτωπο αγώνα.

Η γεωπολιτική της γερμανορωσικής συμμαχίας –και ο φόβος της Δύσης για αυτή– μπορεί να εξεταστεί, μέσω της θεωρίας του Βρετανού ακαδημαϊκού Sir Halford Mackinder (1861-1947). Στη μελέτη του με τίτλο “The Geographical Pivot of History”, το 1904, ο Mackinder υποστήριξε πως η Ευρασία –η “Παγκόσμια Νήσος”, όπως την ονομάζει– είναι η πιο σημαντική περιοχή του πλανήτη, λόγω των πλούσιων φυσικών της πόρων. Οι περιοχές της Ρωσίας αποτελούν τη Heartland, την κεντρικότερη περιοχή της Παγκόσμιας Νήσου, ο έλεγχος της οποίας ανοίγει το δρόμο για τον έλεγχο ολόκληρης της ευρασιατικής ηπειρωτικής μάζας. Κλειδί για τον έλεγχο της περιοχής αυτής αποτελεί η Ανατολική Ευρώπη. Κατά τον Mackinder, «Όποιος ελέγχει την Ανατολική Ευρώπη, ελέγχει τη Heartland· όποιος ελέγχει τη Heartland, ελέγχει την Παγκόσμια Νήσο· όποιος ελέγχει την Παγκόσμια Νήσο, ελέγχει τον κόσμο». Μεγαλύτερη απειλή, για το λόγο αυτό, αποτελούσε μια συμμαχία Γερμανίας-Ρωσίας, ή μια κατάκτηση της Ρωσίας από τους Γερμανούς (Mackinder, 1904).

Halford Mackinder

Κλείνοντας, καταλήγουμε πως η αποτροπή του γερμανορωσικού άξονα και του ελέγχου της Παγκοσμίου Νήσου από μια ισχυρή ευρασιατική δύναμη αποτελούν βασική στρατηγική των δυτικών δυνάμεων, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Πιθανότατα, η ίδια στρατηγική ήταν ένας εκ των παραγόντων που ώθησαν στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Με την ένταξη της Πολωνίας και των κρατών της Βαλτικής σε έναν στρατιωτικό, αντιρωσικό συνασπισμό, η Δύση αποκτά πρόσβαση σε μια ζώνη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αφενός, για την απομόνωση της Ρωσίας από την υπόλοιπη Ευρώπη και, αφετέρου, για τον έλεγχο της Heartland.

Πηγές:

  1. Carr, E. (2017). Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης. Εκδόσεις Πατάκη.
  2. Θερμός, Η. (2015). Οι Επαναστάσεις Στον Εικοστό Αιώνα: Ρωσία, Κίνα, Βιετνάμ, Κούβα. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
  3. Mackinder, H. (1904). The Geographical Pivot of History. The Geographical Journal, XXIII(4). https://www.iwp.edu/docLib/20131016_MackinderTheGeographicalJournal.pdf
  4. Passant, E., Henderson, W., Child, C. and Watt, D. (1960). A Short History of Germany 1815 – 1945. Cambridge University Press.
  5. Radomska, S. (2006). Soviet – German Relations in the Interwar Period. Södertörns Högskola University College. https://www.diva-portal.org/smash/get/diva2:16401/FULLTEXT01.pdf
  6. Τσακαλογιάννης, Π. (1996). Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Τόμος Β’. Εκδόσεις Εστία.
  7. Winkler, H. (2011). Βαϊμάρη: Η Ανάπηρη Δημοκρατία. Εκδόσεις Πόλις.
  8. Central Intelligence Agency. (1963). Current Intelligence Memorandum, Subject: The Rapallo Treaty. Office of Current Intelligence (OCI) No. 2435/63,31 July 1963. https://www.cia.gov/library/readingroom/docs/CIA-RDP79T00429A001200010035-8.pdf
  9. The Avalon Project. (1922). German-Russian Agreement, April 16, 1922 (Treaty of Rapallo). http://avalon.law.yale.edu/20th_century/rapallo_001.asp
  10. The Avalon Project. (1926). Treaty of Berlin Between the Soviet Union and Germany, April 24, 1926. http://avalon.law.yale.edu/20th_century/berlin_001.asp#art3

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η ελληνική εξωτερική πολιτική, με έμφαση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα θέματα Ρωσίας - Ευρασίας και Μέσης Ανατολής, η ιστορία και θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, η τρομοκρατία και η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest