Γιατί χαρακώματα ;

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Στις 28 Ιουνίου του 1914, ο Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος δολοφονείται από τον Σερβοβόσνιο Gavrilo Princip πυροδοτώντας την διαμάχη της Σερβίας με την Αυστρία που σύντομα έλαβε παγκόσμιες διαστάσεις. Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι όλες οι Δυνάμεις που έλαβαν αρχικά μέρος στον πόλεμο ήταν αυτοκρατορίες με αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα. Στις 6 Απριλίου του 1917, όταν οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στην Γερμανία, ο πόλεμος έγινε πλανητικός με αποτέλεσμα να μην απομείνει καμία Μεγάλη Δύναμη αμέτοχη διαδραματίζοντας τον ρόλο του  επιδιαιτητή. Η αμερικανική συμμετοχή ωστόσο αποδείχθηκε καταλυτική (αν και σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς αλλά και τον ίδιο τον Τσόρτσιλ αχρείαστη) και ο πόλεμος έληξε λίγο μετά, βρίσκοντας τους Συμμάχους νικητές και όλες τις συμμετέχουσες Μεγάλες Δυνάμεις (πλην των ΗΠΑ) αποδεκατισμένες.

Η καταστροφή που προκάλεσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έγκειται στην στατική μορφή που χαρακτήρισε τις μάχες του. Βρισκόμενες σε δαιδαλώδη, μακρά χαρακώματα, οι δυνάμεις εξαπέλυαν χερσαίες επιθέσεις έναντι οχυρωμένων θέσεων, αντιμετωπίζοντας βαρύ πυρ από πολυβόλα, πυροβόλα και οβιδοβόλα. Κάθε τέτοια εξόρμηση στοίχιζε χιλιάδες νεκρούς ενώ στην καλύτερη των περιπτώσεων το όφελος ήταν η κατάληψη λίγων χιλιομέτρων γης, όφελος που δεν προσέδιδε κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Υπό αυτή την μορφή, οι μάχες συνεχίζονταν για αρκετούς μήνες, σε άθλιες συνθήκες για τους στρατούς και χωρίς ουσιαστική συνεισφορά των Επιτελείων, καθώς και αυτά είχαν βαλτώσει στο αιματηρό μοτίβο των συγκρούσεων.  Η λύση βρέθηκε στο τέλος του πολέμου με την εισαγωγή, από τις Συμμαχικές Δυνάμεις, του πρώτου άρματος μάχης και αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την καθολική εξασθένηση των εμπλεκομένων, οδήγησε στην λήξη του πολέμου.

Αυτή η εξέλιξη του πολέμου θα μπορούσε να έχει διαφανεί αλλά δεν ήταν ευκρινείς ούτε το 1914 ούτε πρωτύτερα, παρά τα στοιχεία που την προμήνυαν.  Υπήρχαν ωστόσο φωνές που προειδοποιούσαν για το νέο στάδιο στο οποίο είχε εισέλθει ο πόλεμος, ακολουθώντας την ζωή και τις επιταγές της εξέλιξης καθώς και αυτός αποτελεί ανθρώπινη δραστηριότητα άμεσα επηρεαζόμενη από τις αλλαγές του περιβάλλοντος. Η πιο δυνατή και προφητική από αυτές τις φωνές ήταν του Πολωνού οικονομολόγου I.S. Bloch1. Ο Bloch, στο κείμενό του Is War Now Possible, κατέδειξε τις νέες συνθήκες που έχουν επιφέρει οι παγκόσμιες οικονομικές σχέσεις και τις επιπτώσεις που θα είχε σε αυτές ένας πόλεμος. Συνεχίζοντας, έκανε λόγο για την σαρωτική δύναμη που είχαν αποκτήσει τα οπλικά συστήματα, σκιαγραφώντας την επιρροή της Βιομηχανικής Επανάστασης στην μάχη. Πέραν της χρήσης του σιδηροδρόμου (που ξεκίνησε από τον Αμερικανικό Εμφύλιο και κορυφώθηκε στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο) και την ανάπτυξη του πυροβολικού (διαδικασία που είχε ξεκινήσει ο Ναπολέων) το επαναληπτικό τυφέκιο θεωρήθηκε ο νέος καταλυτικός παράγοντας του πεδίου μάχης από τον Bloch. Το σημαντικότερο και πιο ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσής του όμως αφορά την φύση της σύγκρουσης. Αναφέρει: «Ο πόλεμος αντί να είναι ένας αγώνας σώμα με σώμα, όπου οι εμπόλεμοι θα μετρούν την φυσική και ηθική τους υπεροχή, θα γίνει ένα είδος αδιέξοδου που κανένας στρατός δεν θα είναι σε θέση να πλησιάσει τον άλλο και οι δύο στρατοί θα παραμένουν αντιμέτωποι απειλώντας ο ένας τον άλλο, αλλά ουδέποτε θα είναι σε θέση να διενεργήσουν την τελική και αποφασιστική μάχη».  Ο Bloch είχε προβλέψει την κατάληξη, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει ούτε ο ίδιος τι θα επέφερε αυτό.

Η φιλελεύθερη άποψη του Bloch περί οικονομικής συνεργασίας αποτελούσε το αντίβαρο στην ρεαλιστική που αντικατόπτριζε τα συμφέροντα των αυτοκρατοριών. Σε αυτή τη σύγκρουση καταστάσεων, η ρεαλιστική ιδέα υπερτέρησε, όπως αποδεικνύουν και τα γεγονότα. Σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Πολωνός υποστήριξε πως οι δυνάμεις θα καταλάβουν στην πράξη πως ένας πόλεμος δεν έχει νόημα, λόγω της υπάρχουσας τεχνολογίας καθώς η ισχύς των αντίπαλων στρατών θα αλληλοεξουδετερωνόταν. Παρά την εντυπωσιακά στοχευμένη του θεωρία που σε έναν βαθμό πραγματοποιήθηκε, ο Bloch έκανε λάθος, καθώς δεν κατανόησε πως ο πόλεμος που θα διεξαγόταν εκείνη την εποχή και με εκείνα τα μέσα, δεν θα ήταν μόνο ένας πόλεμος ανδρών αλλά και ένας πόλεμος εργοστασίων. Παρότι είχε προφητεύσει την μισή αλήθεια, ότι ο πόλεμος δεν θα έχει να κάνει πια με την φυσική και ηθική δύναμη, δεν μπόρεσε να προχωρήσει τον συλλογισμό του ένα βήμα πιο κάτω και να συμπεράνει πως αφού η δύναμη έχει αντικατασταθεί από την βιομηχανική ισχύ, η μάχη θα κριθεί από την δική της δυνατότητα. Άρα ένας πόλεμος ήταν και είναι εφικτός, αλλά εξαρτάται άμεσα από την τεχνολογία και την παραγωγική δυνατότητα κάθε χώρας.

Πέρα από τις απόψεις του Bloch και άλλων αναλυτών, σε κανένα στρατόπεδο δεν υπήρχε η υπόνοια για μια στατική μορφή πολέμου. Αντιθέτως, στο γερμανικό στρατόπεδο υπήρχε το μεγαλειώδες σχέδιο Schlieffen, που αρχικά εκπονήθηκε από τον ομώνυμο στρατηγό το 1905. Το σχέδιο αυτό ήταν διαμετρικά αντίθετο με κάθε είδος στατικού πολέμου· προέβλεπε ένα τεράστιο ελιγμό που θα έπνιγε την Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, το σχέδιο προέβλεπε την  ανάπτυξη επτά στρατιών στη γραμμή Κρέφελντ – Μουλχάουζεν με επίκεντρο τη γραμμή Τιονβίλ – Μέτς, πέντε στα βόρεια της πόλης και δύο στα νότια. Έπειτα, με άξονα το Μετς, θα προήλαυναν σε λοξή διάταξη. Η αριστερή, ενισχυμένη, πτέρυγα θα συγκρουόταν με τις γαλλικές δυνάμεις που εικαζόταν πως θα είχαν παραταχθεί εκεί (όπως και έκαναν) και η πιο αδύναμη και ευκίνητη δεξιά θα πραγματοποιούσε  κίνηση διαμέσω του Βελγίου, θα έστριβε νοτιοδυτικά γύρω από το Παρίσι και θα έπληττε τα νώτα και τις γραμμές εφοδιασμών των Γάλλων, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν στην Γερμανία και την Ελβετία.Ουσιαστικά ο γερμανικός στρατός θα πραγματοποιούσε μια κυκλική κίνηση, κλείνοντας τους Γάλλους και κάνοντάς τους να τραπούν σε φυγή λόγω της ασφυξίας. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν έτσι.

 

Schlieffen_Plan

 

 

Ο Schlieffen παρέδωσε το σχέδιο στον διάδοχο του, κόμη von Moltke. Ο Moltke, σε αντιδιαστολή με τον Schlieffen και τους προηγούμενους και μεταγενέστερους Γερμανούς στρατηγούς, δεν είχε την ικανότητα να ανταποκριθεί σε αυτό το επίπεδο. Θεωρούσε πως η αρχιστρατηγία ήταν ένας ρόλος αφέτη: έπειτα από το σύνθημά του όλα θα λειτουργούσαν σωστά υπό την επίβλεψη των στρατηγών. Με αυτή την κατάσταση στο γερμανικό Επιτελείο, το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή, με μικρές διαφορές.

Το γαλλικό Επιτελείο από την άλλη πλευρά, είχε επικεφαλή τον στρατηγό Joffre. Ούτε ο Γάλλος στρατηγός διακρίθηκε για την ικανότητά του, αλλά ήταν εξαιρετικά δραστήριος και μετέδιδε αυτή του την ενέργεια τόσο στους στρατηγούς, όσο και στα στρατεύματα. Έπειτα από τις αρχικές γαλλικές ήττες, επικράτησε πανικός τόσο στην Γαλλία όσο και στην Αγγλία, που συμμετείχε στις χερσαίες επιχειρήσεις με το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τις οδηγίες του σερ John French. Με του Γάλλους να υποχωρούν και να ετοιμάζουν άμυνα μέσα στο Παρίσι, η γερμανική διοίκηση παρουσίασε ανεπίτρεπτα δείγματα χαλάρωσης, αδιαφορίας και κωλυσιεργίας.  Τόσο ο Moltke όσο και ο στρατηγός Kluck φέρουν ευθύνες για αυτό που έμεινε στην ιστορία ως θαύμα του Μάρνη: έπειτα από κακές γερμανικές εκτιμήσεις, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθεί, ο French βρέθηκε μαζί με την αγγλική στρατιά ανάμεσα από τις 2 γερμανικές και ξεκίνησε να προελαύνει. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να συνεχίσει στον κενό δρόμο και να αποκόψει την γερμανική φάλαγγα εισβολής. Όταν ο Joffre το αντιλήφθηκε, βοήθησε τους Άγγλους εντείνοντας την πίεση στους Γερμανούς με συνεχείς επιθέσεις. Στο σημείο αυτό, ο αντιπρόσωπος που είχε στείλει ο Moltke στο μέτωπο, μέσα σε πανικό (χωρίς να έχει καν αντιληφθεί πλήρως που βρίσκονται οι Άγγλοι) διατάσει υποχώρηση. Ο Kluck υπακούει απρόθυμα και αυτόματα το σχέδιο Schlieffen αποτυγχάνει. Η μάχη ολοκληρώθηκε και κατεγράφη σαν μια υπέρλαμπρη τακτική νίκη του Joffre, ενώ παράλληλα οι Γερμανοί έχασαν την ευκαιρία να ολοκληρώσουν τον πόλεμο μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Έπειτα από αυτή την εξέλιξη και την ήττα των Γερμανών, ο πόλεμος συνεχίστηκε αλλά μετασχηματίστηκε από πόλεμος κινήσεων σε πόλεμο χαρακωμάτων. Με την εδαφική κατάσταση δεδομένη, οι στρατιές περιχαρακώθηκαν και πλέον αντίκρισαν την δυναμική των όπλων που διέθεταν και που θα κατασκευάζονταν: οι οβίδες και τα βλήματα δημιουργούσαν συνθήκες αμυντικού πολέμου, καταστρέφοντας την επίθεση λόγο της σαρωτικής τους ισχύος.

Χαρακτηριστικό της άγνοιας των Επιτελείων για μια τέτοια εξέλιξη στην αρχή του πολέμου είναι η περίοδος μετά την Μάχη του Μάρνη, όπου οι στρατοί ήταν εντελώς απροετοίμαστοι. Με βασικό εξοπλισμό πλέον την σκαπάνη, οι στρατιώτες έσκαβαν τα χαρακώματα που στην αρχή ήταν μικρά σε μήκος, για να φτάσουν στο τέλος του πολέμου να αγγίζουν τα εκατοντάδες χιλιόμετρα. Κάθε κίνηση για πλαγιοκόπηση, υπερκέραση και απαγκίστρωση που αποπειράθηκε κάθε στρατός πληρώθηκε με σφυροκόπημα από τα αντίπαλα βαρεά όπλα. Όταν η κατάσταση εδραιώθηκε, οι στρατοί έμειναν στα χαρακώματα και αναλώθηκαν σε εφορμήσεις που ξεκλήριζαν σταδιακά τις χώρες. Μέχρι την εισαγωγή του άρματος μάχης, του τρόπου που εφευρέθηκε για να μεταφέρονται με ασφάλεια στρατεύματα από το ένα μέρος του πεδίο μάχης στο άλλο, ο Μεγάλος Πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους και ανέδειξε την σύγχρονη μάχη.

Τόσο το σχέδιο Schlieffen, όσο και ο Bloch δεν προέβλεψαν  δύο σημαντικούς παράγοντες: την Αγγλία και την βιομηχανία.

Η Βρετανία σε κάθε σύγκρουση στο θέατρο της Ευρώπης παρακολουθούσε και ενίσχυε τους ηπειρωτικούς της συμμάχους. Μην βρίσκοντας τρόπο να άρει από την Βρετανία τον ηγετικό της ρόλο στις θάλασσες, η Γερμανία ήταν καταδικασμένη σε συνεχόμενη πίεση γεγονός που δεν θα της επέτρεπε να μετατραπεί σε Ευρωπαϊκό Ηγεμόνα. Σε δεύτερο επίπεδο, τόσο οι το σχέδιο Schlieffen όσο και ο Bloch δεν υπολόγισαν την ισχύ των εργοστασίων και τις λύσεις που αυτά θα μπορούσαν να προσφέρουν. Όντως οι ομοβροντίες των πυροβόλων καθήλωσαν για χρόνια τις στρατιές. Η ιδέα όμως είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του Άγγλου συνταγματάρχη E. D. Swinton και του Γάλλου στρατηγού Estienne. Οραματίστηκαν ένα όχημα το οποίο θα ήταν αλεξίσφαιρο και θα κινείται με ερπύστριες ώστε και να προστατεύει τους στρατιώτες και παράλληλα να είναι κατάλληλο για το τερέν της μάχης, που εκτός από την γεωλογία του, πλέον ήταν κατεστραμμένο και λόγο της εκτεταμένης χρήσης του πυροβολικού. Τα εργοστάσια, τα δημιουργήματα των οποίων ο Bloch είχε προβλέψει ότι θα τελείωναν τον πόλεμο, στην ουσία τον επέκτειναν.  Όταν τα πρώτα άρματα μάχης έκαναν την εμφάνισή τους, η πολεμική ιστορία πέρναγε σε μια νέα εποχή. Η μάχη του Καμπρέ και μετέπειτα η έκβαση της Μάχης της Αμιένης, που ήταν καταλυτική για την τελική έκβαση του πολέμου, έδειξε πως το  νέο όπλο θα άλλαζε τα πάντα στον χερσαίο αγώνα και, όπως φάνηκε αργότερα από τον Γερμανικό στρατό του 1939, γενικά στην μάχη.

Ο σταθερός τακτικός παράγονταςείχε λειτουργήσει και αυτό ήταν μια μεταβλητή που δεν είχε προβλεφθεί από κανέναν, αλλά ένα μάθημα που δίδαξε η ιστορία στην ανθρωπότητα με πολύ αίμα.

 

  1. Οι Αποφασιστικές Μάχες που Διαμόρφωσαν τον Κόσμο, Β’ τόμος, J.F.C. Fuller, (μετ. Κ. Κολιόπουλος), κεφ. 6, σελ. 401
  2. Οι Αποφασιστικές Μάχες που Διαμόρφωσαν τον Κόσμο, Β’ τόμος, J.F.C. Fuller, (μετ. Κ. Κολιόπουλος), κεφ. 6, σελ. 416- 417
  3. Οι Αποφασιστικές Μάχες που Διαμόρφωσαν τον Κόσμο, Β’ τόμος, J.F.C. Fuller, (μετ. Κ. Κολιόπουλος), κεφ. 6, σελ. 417
  4. Η Στρατηγική Σκέψη, Κωνσταντίνος Κολιόπουλος, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2008, κεφ. 14, σελ. 216

 

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest