Διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Βενεζουέλας: Η “Μέση Γη” των αμερικανικών συμφερόντων στη Λατινική Αμερική

Το τελευταίο χρονικό διάστημα όλοι έχουν δει, διαβάσει ή και ακούσει να γίνεται αναφορά στη Βενεζουέλα, η οποία κατά την παρούσα περίοδο πλήττεται από μία κρίση τεραστίων διαστάσεων. Η κρίση αυτή αφορά τόσο στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, όσο και στον πολιτικό. Αναφορικά με τον πολιτικό και τις διπλωματικές της σχέσεις με τον Βορρά, παρουσιάζεται μια σχέση “αγάπης και μίσους”. Πιο συγκεκριμένα, επικρατεί ένας χρόνιος μεγάλος ανταγωνισμός, αλλά και ψυχρότητα στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ – σε σημείο, μάλιστα, να γίνονται αναφορές από τις Κυβερνήσεις τους περί θερμών επεισοδίων ή, ακόμη χειρότερα, και συρράξεως.

Γίνεται αντιληπτό, επομένως, πως η Βενεζουέλα αποτελεί μία χώρα η οποία δεν συνάδει με τις εντολές της αμερικανικής -πλέον- υπεροχής σε ολόκληρη την ήπειρο, και αυτό διότι μαζί με τη Χιλή και την Κούβα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχαν ερείσματα στην τέως ΕΣΣΔ. Ήταν, όμως, οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το νότιο γείτονά τους πάντοτε τόσο απόμακρες; Ή μήπως έγιναν τα τελευταία χρόνια εξαιτίας ενός πιο βαθύ λόγου;

Απαρχή διπλωματικών σχέσεων ΗΠΑ-Βενεζουέλας

Οι δύο χώρες έχουν μια μακρά ιστορία διπλωματικών σχέσεων, η οποία ήδη από πολύ πρώιμο στάδιο είχε παρουσιάσει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Η Βενεζουέλα ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1810 εν μέσω των Ναπολεόντειων Πολέμων και, πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας την εισβολή του Ναπολέοντα στην Ισπανία ως πρόφαση (BBC News, 2018). Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος αποτέλεσε κομβική στιγμή για την επίτευξη της ανεξαρτησίας, καθώς οι Ισπανοί αποικιοκράτες βρίσκονταν σε δεινή θέση με την προέλαση των γαλλικών στρατευμάτων στην Ιβηρική Χερσόνησο και, επομένως, έδιναν περισσότερη έμφαση εκεί παρά στα τεκταινόμενα της Λατινικής Αμερικής. Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση της κάποτε πανίσχυρης Ισπανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε κατάφωρη πτώση.

Εν συνεχεία και για κάποια χρόνια, η Βενεζουέλα αποτέλεσε μέλος της “Κολομβιανής Ομοσπονδίας” (ή “Μεγάλης Κολομβίας”), δηλαδή της βραχύβιας αυτής πολιτικής οντότητας που ιδρύθηκε από το 1819 έως το 1830, και περιείχε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης και της Βενεζουέλας (Britannica Enc, n. d.). Η δεκαετία αυτή στάθηκε το έναυσμα των πρώτων διπλωματικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες – μάλιστα, το 1824 άνοιξε το πρώτο αμερικανικό Προξενείο στο Maracaibo (US Embassy in Venezuela, n. d.).

Κατά τη διετία 1829-1830 η Βενεζουέλα ακολούθησε ξεχωριστή πορεία ως μια πλήρως αυτόνομη και ανεξάρτητη χώρα, με τις ΗΠΑ να την αναγνωρίζουν ως κράτος το 1835 (US Embassy in Venezuela, n.d., BBC News, 2018). Για παραπάνω από έναν αιώνα οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας δεν είχαν τριγμούς, μέχρι το 1999 οπότε ο εκλεγμένος Hugo Chávez ανέλαβε και επισήμως τα προεδρικά του καθήκοντα.

Η άνοδος του Hugo Chávez στην εξουσία και η θέση των ΗΠΑ

Ο Hugo Chávez αποτέλεσε μια εμβληματική μορφή της σύγχρονης Βενεζουέλας, καθώς θεωρούταν ένας “πεφωτισμένος” ηγέτης. Ήταν ο δημιουργός ενός πολιτικού κινήματος το οποίο επηρέασε, αλλά και συνεχίζει να επηρεάζει μέχρι και σήμερα τόσο την εσωτερική πολιτική της χώρας όσο και την εξωτερική. Ο Chávez πρωτοεμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας το 1992, έπειτα από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα που τον οδήγησε στη φυλακή για δύο έτη (BBC News, 2018). Το 1998 κέρδισε τις εκλογές, οπότε και ξεκίνησε τη “Μπολιβαριανή Επανάσταση” – δηλαδή ένα κίνημα αλλαγών στη Βενεζουέλα σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο (BBC News, 2018).

Παράλληλα, έκανε την εμφάνισή του η πρόσφατα κατασκευασμένη πολιτική ιδεολογία του Τσαβισμού, η οποία διακήρυττε μία “ειρηνική επανάσταση, άλλου τύπου δημοκρατία και όχι τη δικτατορία του άγριου καπιταλισμού”. Υποστήριζε τη “μετάβαση από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε μία συμμετοχική και άμεση δημοκρατία, με τη μεγαλύτερη παρέμβαση του λαού σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας, προκειμένου να υπάρξει καλύτερη αντίσταση σε κάθε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” (Καλτσώνης, 2009). Βέβαια, σημαντικό μέρος των μετέπειτα αποφάσεων του Προέδρου ήταν σχετικές με την προστασία και τη διατήρηση υπό κρατική κυριαρχία των πετρελαϊκών πηγών της χώρας – καίριο αίτημά του ήδη από το πραξικόπημα του το 1992. Σταδιακά, βέβαια, παρείσφρησαν στην ιδεολογία αυτή και καθαρά σοσιαλιστικά στοιχεία.

Ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας, Hugo Chávez, φτάνει σε στρατιωτική παρέλαση για τον εορτασμό της 20ης επετείου από την αποτυχημένη προσπάθεια πραξικοπήματός του στο Caracas.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησής του ξεκίνησε μία βαρύνουσα ρητορική κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, με την εξωτερική πολιτική της χώρας να ρυθμίζεται -κατ’ επέκταση- στο ίδιο πνεύμα. Αυτό συνέβαινε διότι ο Chávez έβλεπε τη σταδιακή εισχώρηση ξένου κεφαλαίου -κατά κύριο λόγο αμερικανικού- στη Βενεζουέλα, σε συνδυασμό με τη φτώχεια του λαού από την επιβολή μέτρων λιτότητας το 1989 μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και την ξένη εκμετάλλευση των πετρελαίων της χώρας. Θεωρούσε εαυτόν ως έναν νέο Simón Bolívar, και ήθελε να εκδιώξει τους αποικιοκράτες Αμερικανούς από το έδαφός του (Rapoza, 2017). Αυτή η κατάσταση δεν είχε καθόλου θετικό πρόσημο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Θέλοντας να απομακρύνουν από την εξουσία τον Chávez, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να “επαναφέρουν” τη δημοκρατία στη Βενεζουέλα. Συγκεκριμένα, το 2002 πραγματοποιήθηκε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη χώρα όπου, μη μπορώντας να διατηρήσουν την εξουσία, επέστρεψε και πάλι ο Πρόεδρος. Λίγο αργότερα, ανοιγμένα αρχεία από την αμερικανική Κυβέρνηση έδειξαν την οικονομική της υποστήριξη προς κάποιες τότε αντικαθεστωτικές ομάδες με στόχο την ανατροπή του. Πολιτική σταθερότητα στη χώρα επανήλθε πλέον με το δημοψήφισμα του 2004, όπου ο Chávez κατάφερε να ολοκληρώσει την εκλογική του θητεία.

Κατά τα επόμενα χρόνια κατάφερε να κερδίσει πάλι την εύνοια του εκλογικού κοινού συνεχίζοντας, όμως, την αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική του κατά των ΗΠΑ – κάτι που δημιούργησε σταδιακά ρήγματα στις σχέσεις των δύο αυτών χωρών. Το 2007 ήταν ένα σημαντικό έτος, το οποίο μεγέθυνε το διπλωματικό χάσμα ανάμεσα στις δύο χώρες όταν, στην προσπάθεια της Κυβέρνησης για κρατικοποιήσεις, δύο μεγάλοι αμερικανικοί κολοσσοί πετρελαίου -η ExxonMobil και η ConocoPhillips- αρνούνταν να παραδώσουν τις επιχειρήσεις τους κοντά στο Maracaibo, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση Chávez να τις εκδιώξει από την περιοχή (Council on Hemispheric Affairs, 2010). Η ExxonMobil, μάλιστα, βρίσκεται ακόμη σε δικαστική διαμάχη με τη Βενεζουέλα για τη μη καταβολή αποζημιώσεων των επιχειρήσεών τους στην εν λόγω περιοχή, οι οποίες επιχειρήσεις έφταναν σε αξία το ύψος των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Περαιτέρω πτώση των διπλωματικών σχέσεων

Ένα έτος αργότερα, το 2008 έγινε κάτι που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα περίμεναν ποτέ: Η Βενεζουέλα υπέγραψε με τη Ρωσία σύμφωνο συνεργασίας στα θέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ως ένδειξη ισχύος και καλής θελήσεως προς τον νέο οικονομικό “σύντροφο”, ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στη Βενεζουέλα, με ρωσικό στόλο να πλέει για κοινά γυμνάσια με τον αντίστοιχο βενεζουελανικό. Η τελευταία ύπαρξη ρωσικού στόλου στη Λατινική Αμερική χρονολογούταν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (BBC News, 2018), επομένως οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν περίμεναν την επανεμφάνισή τους σε τόσο σύντομο -σχετικά- χρονικό διάστημα. Επίσης, η παρουσία του αποτέλεσε μια κατάφωρη προσβολή στην ανώτατη αμερικανική ναυτική ισχύ, με παράλληλο πλήγμα την εισχώρηση της ρωσικής επιρροής στη Λατινική Αμερική και, πιο συγκεκριμένα, σε μία στρατηγικής σημασίας χώρα για τις ΗΠΑ.

Ως ανταπάντηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν με την Κολομβία μια συνθήκη μακράς διαρκείας για τη χρήση των κολομβιανικών στρατιωτικών βάσεων από αμερικανικές δυνάμεις. Ο Πρόεδρος Chávez αντέδρασε σε αυτή τη συνθήκη με την αποστολή 15.000 στρατιωτών στα σύνορα με την Κολομβία, ενισχύοντας έτσι όμως και τη δράση κολομβιανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων (BBC News, 2018).

Το 2010 εμφανίζονται αισθητά πλέον τα πρώτα σημάδια της οικονομικής -και μετέπειτα κοινωνικής- κρίσης στη Βενεζουέλα. Τρία χρόνια αργότερα, η κρίση επεκτείνεται και σε πολιτικό επίπεδο, με τον θάνατο του ηγέτη Chávez και τον εσωτερικό διχασμό που προέκυψε από την άνοδο του προσωπικά επιλεγμένου συνεταίρου του, Nicolás Maduro, στην εξουσία (BBC News, 2018).

O Maduro και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ

Ο Nicolás Maduro ανέλαβε την εξουσία στις 14 Απριλίου 2013 μετά τον θάνατο του Hugo Chávez, επομένως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονάχα ως “πολύ νέος” στην πολιτική σκηνή της χώρας. Το μόνο σίγουρο είναι πως προσπαθεί να διατηρήσει την κληρονομιά που άφησε ο προκάτοχός του ακολουθώντας την “πεπατημένη οδό”, με την προσπάθεια συγκέντρωσης των εξουσιών στο πρόσωπό του να λαμβάνει κεντρική θέση στην ατζέντα του.

Ο ίδιος θα κληθεί να αντιμετωπίσει ένα διχασμένο εσωτερικό μέτωπο σε περίπτωση που θελήσει να παραμείνει στην εξουσία και να συνεχίσει τον Τσαβισμό, ενώ αντίστοιχα το εξωτερικό μέτωπο -και ειδικότερα, δε, οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ- έχουν φτάσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα – σε σημείο να γίνονται προφορικές ανακοινώσεις για εισβολή στη Βενεζουέλα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αυξανόμενες οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ, μάλιστα, δεν βοηθούν ιδιαίτερα την όλη περίσταση, τις οποίες ο Maduro κατακρίνει και χαρακτηρίζει ως εργαλείο του “αμερικανικού ιμπεριαλισμού” (Spetalnick & Cawthorne, 2017).

Αντί Επιλόγου

Οι σχέσεις των δύο χωρών φαίνεται πως από το 1999 έως και σήμερα είτε μπορούν να χαρακτηριστούν ως ψυχρές, είτε βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία. Κλείνοντας αυτό το άρθρο, το μόνο συνετό θα ήταν να ιδωθεί μια πιο βαθιά σχέση ΗΠΑ-Βενεζουέλας.

Αρχικά, πρέπει να γίνει κατανοητός ο λόγος που οι ΗΠΑ θέλουν τόσο πολύ να “καθυποτάξουν” τη Βενεζουέλα. Η λατινική αυτή χώρα αποτελεί τον τέταρτο πάροχο πετρελαίου των ΗΠΑ και, έτσι, ο Chávez, με σκοπό να ασκήσει πίεση σε σημαντικά για τον ίδιο θέματα, απειλούσε πολλές φορές για διακοπή της παροχής του σε περίπτωση που οι Αμερικανοί δεν άλλαζαν τη στάση τους στο εκάστοτε θέμα (Council on Hemispheric Affairs, 2010). Τότε δεν απασχολούσαν ιδιαίτερα τις αμερικανικές υπηρεσίες αυτές οι απειλές, παρότι πάντοτε επικρατούσε ο φόβος μήπως εκπληρωθούν. Αξίζει να αναφερθεί, βέβαια, πως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο διακοπής πετρελαίου θα ακολουθούσε μία μεγάλη εσωτερική αναταραχή, και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είχαν μια πρόφαση για εισβολή στη Βενεζουέλα, προκειμένου να επανέλθει η φυσιολογική ροή του.

Όλα αυτά τα γνώριζε τόσο ο τέως Πρόεδρος Chávez όσο κι ο Πρόεδρος Maduro, καθώς επίσης αντιλαμβάνονται έκαστοι πως χρειάζονται τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες λόγω της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας τους. Με τη βοήθειά τους θα μπορέσουν να εξορύξουν επιτυχώς και στην καθαρότερη μορφή τους (διότι οι πετρελαιοπηγές μόνο στο Maracaibo έχουν στοιχεία από θείο) τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει η χώρα τους (Council on Hemispheric Affairs, 2010). Όπως γίνεται αντιληπτό, επομένως, οι δύο αυτές χώρες συνδέονται με στενούς οικονομικούς δεσμούς.

Παράλληλα, από καθαρά γεωγραφικής και γεωπολιτικής άποψης η Βενεζουέλα βρίσκεται όντως στη “Μέση Γη” -καθ’ ότι βρίσκεται στη μέση της Λατινικής Αμερικής-, και είναι μέλος των Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (OPEC), αλλά είναι επίσης και η μόνη χώρα -εκτός από τη Βραζιλία- που μπορεί να προκαλέσει την επιρροή των ΗΠΑ. Επιπλέον, πρόκειται για τη δεύτερη σημαντικότερη χώρα -και πάλι μετά τη Βραζιλία, που είναι μέλος της ομάδας BRIC- που δέχεται επιρροή, αλλά και κάποιου είδους ενίσχυση από τη Ρωσία. Δηλαδή η Ρωσία δυνητικά βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τέλος, μαζί με όλα τα προαναφερόμενα αξίζει να προστεθεί πως από την Κυβέρνηση Bush και ύστερα έχει εμφανισθεί το κίνημα νεοσυντηρητισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και, άρα, του παγκοσμίως γνωστού Αμερικανικού Απομονωτισμού. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται μία σταδιακή στροφή στη βασική ατζέντα των αμερικανικών Κυβερνήσεων, με την προσοχή τους να εστιάζεται κυρίως σε εσωτερικά θέματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως οι ΗΠΑ πρόκειται να ανεχθούν την οποιαδήποτε διατάραξη της επιρροής και των συμφερόντων τους στη Λατινική Αμερική και, κατ’ επέκταση, σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Αυτό θυμίζει τρομακτικά το πάλαι πότε Δόγμα Monroe, το οποίο υποστήριζε ότι:

«Από τη στιγμή που οι Ισπανικές αποικίες διακήρυξαν και διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, και από την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν την ανεξαρτησία αυτή, κάθε επέμβαση οποιασδήποτε ευρωπαϊκής Δύναμης που θα αποσκοπούσε είτε να τις καταπιέσει, είτε να επιδράσει κατ’ άλλο τρόπο επί των πεπρωμένων τους, θεωρείται ως εκδήλωση μη φιλικής διαθέσεως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες» (Χριστοδουλίδη, 2004).

Όπερ σημαίνει πως όποια ξένη δύναμη προσπαθούσε να επεκτείνει το πολιτικό της σύστημα σε οποιοδήποτε τμήμα του αμερικανικού ημισφαιρίου θεωρούταν επικίνδυνη για την ειρήνη και ασφάλεια της αμερικανικής ηπείρου και, άρα, των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπώς, οι ΗΠΑ θα επενέβαιναν σε αυτά τα κράτη στην περίπτωση που διακυβεύονταν τα δικαιώματά τους, και όχι μονάχα με τη διπλωματία των όπλων. Διατηρείται ίδια, λοιπόν, η συμπεριφορά των ΗΠΑ προς τη Λατινική Αμερική καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι σήμερα; Και αν ναι, πώς αυτή επηρεάζει τις σχέσεις κρατών όπως η Βενεζουέλα με τις Ηνωμένες Πολιτείες; Οι απαντήσεις ίσως έρθουν εν καιρώ. Ίσως, όμως, και όχι.

Πηγές:

  1. BBC News. (2018). Venezuela profile – Timeline. https://www.bbc.com/news/world-latin-america-19652436
  2. Council on Hemispheric Affairs. (2010). The Interdependence Behind Bilateral Political Tensions: Economic Realities Affecting Venezuela – U.S. Relations, Venezuela – U.S. Research File. http://www.coha.org/economic-realities-affecting-us-venezuela-relations/
  3. Pannell, J. (2017). Does the United States Care About Democracy in Venezuela? http://www.coha.org/does-the-united-states-care-about-democracy-in-venezuela/
  4. U.S. Embassy in Venezuela (2017). Policy & History. https://ve.usembassy.gov/our-relationship/policy-history/
  5. Rapoza, K. (2017). Chavismo Becomes ‘El Chupacabra’ Of Venezuelan Democracy. https://www.forbes.com/sites/kenrapoza/2017/04/27/chavismo-becomes-el-chupacabra-of-venezuelan-democracy/#49ab16cc2d70
  6. Spetalnick, M. & Cawthorne, A. (2017). U.S. readies Venezuela sanctions, Maduro defies threat. https://www.reuters.com/article/us-venezuela-politics-idUSKBN1A20BR
  7. The Editors of Encyclopedia Britannica. (2001). Gran Colombia, historical republic, South America. https://www.britannica.com/place/Gran-Colombia
  8. Χριστοδουλίδη, Θ. (2004). Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων, τόμος δεύτερος, Από τη Βιέννη στις Βερσαλίες, 1815-1919. Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, Τέταρτη Έκδοση, σελ. 57.
  9. Καλτσώνης, Δ. (2009). Το δίλημμα της μπολιβαριανής δημοκρατίας. Κράτος & Δίκαιο στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες. εκδ. Ξιφαράς, σελ. 31.

Tagged under:

Εν δυνάμει Γεωπολιτικός Αναλυτής και Γεωστρατηγικός Συνθέτης σπουδάζοντας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με ταπεινή αρχή απο το Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Πολτικής Επιστήμης και Ιστορίας. Ακολουθώ όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν πιστά την ορθή επιστημονική προσέγγιση των ζητημάτων που αναλύω, ενώ έχω το "κακό" συνήθειο να φέρνω είς πέρας ό,τι αναλαμβάνω και μάλιστα σε ικανοποιητικό βαθμό. "Si vis pacem para bellum." Vegetius

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest