Δίκαιο ανταγωνισμού, LuxLeaks και “νομιμότητα” πάνε μαζί;

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Δύο μεγάλα ερωτήματα:

1) Τα έσοδα του κράτους, όσον αφορά τη φορολογία, έχουν μειωθεί αποκλειστικά και μόνο από εκείνους τους πολίτες που φορο-διαφεύγουν και τις επιχειρήσεις που δεν κόβουν αποδείξεις, όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ στην Ελλάδα;

2) Έχει απασχολήσει άραγε την κοινή γνώμη το θέμα των “ελληνικών” επιχειρήσεων κολοσσών που φορο-αποφεύγουν νόμιμα και έχουν κοστίσει στην Ελλάδα μερικά εκατομμύρια ευρώ; Ιδιαίτερα ευαίσθητα θέματα οικονομικής υφής και γι’ αυτό δεν θα επιχειρηθεί η ανάλυσή τους, αλλά αντίθετα θα παρουσιαστούν ως φαινόμενα, προκειμένου να γίνει γνωστός ο τρόπος που μπορεί μία χώρα να χάσει επιχειρήσεις και κυρίως χρήμα. Φυσικά, δεν μιλάμε μόνο για ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά και για επιχειρήσεις ευρωπαϊκών χωρών, που εφαρμόζουν ακριβώς τις ίδιες μεθόδους και ζημιώνουν οικονομικά τα κράτη τους.

Σε ένα πρώτο στάδιο ας δούμε το Δίκαιο Ανταγωνισμού στη χώρα μας και στην ΕΕ.

Τι είναι το Δίκαιο Ανταγωνισμού;

Στην Ελλάδα και σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Γερμανία) το Δίκαιο Ανταγωνισμού διακρίνεται σε δύο κλάδους, στο Δίκαιο Αθέμιτου Ανταγωνισμού και στο Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, καθένας από τους οποίους προστατεύει τα ζητήματα που αφορούν στο σύνολό τους τις σχέσεις των επιχειρήσεων, τις σχέσεις αυτών με την αγορά και τους καταναλωτές. Ειδικότερα, το Δίκαιο Αθέμιτου Ανταγωνισμού προστατεύει τον ανταγωνισμό, τον θεωρεί δεδομένο, και στόχο έχει να διατηρεί την ύπαρξή του, με γνώμονα τα εμπορικά και συναλλακτικά ήθη, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υφίσταται σε υπερβολικό βαθμό (οπότε εκεί τίθεται θέμα αντι-ανταγωνισμού) αλλά ούτε και να περιορίζεται ή εκλείπει. Οι κανόνες του προστατεύουν τις επιχειρήσεις από τη δυσφήμιση ενός ανταγωνιστή, την παραπλανητική διαφήμιση, την απόσπαση προσωπικού της ανταγωνίστριας επιχείρησης, και γενικότερα από οποιεσδήποτε πρακτικές ενός ανταγωνιστή που, αφενός, ζημιώνουν την επιχείρηση και, αφετέρου, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Το Δίκαιο Αθέμιτου ανταγωνισμού δεν προστατεύει όμως μόνο τις επιχειρήσεις και τον ανταγωνισμό ως θεσμό, αλλά και τον καταναλωτή. Πρόκειται για ένα πλαίσιο κανόνων που βασίζονται στα χρηστά ήθη, και για αυτό δεν μπορεί να επέμβει κάποια διοικητική αρχή για την προστασία συμφερόντων, ούτε και μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις διοικητικού δικαίου. Ο πρώτος αυτός κλάδος προστατεύει κατά βάση ιδιωτικά συμφέροντα.

Το Δίκαιο της Ελεύθερης Αγοράς διασφαλίζει την οικονομική ελευθερία, αποτρέποντας ακραίες μορφές ανταγωνισμού και καταστέλλοντας κάθε προσπάθεια περιορισμού του, που μπορεί να προκύψει από αντί-ανταγωνιστικές πρακτικές επιχειρήσεων με σκοπό το κέρδος. Συμφωνίες, συμπράξεις και συμβάσεις που υπογράφονται μεταξύ των επιχειρήσεων θεωρούνται παράνομες και αθέμιτες, εφόσον περιορίζουν τον ανταγωνισμό, ενώ απαγορεύονται καταχρηστικές πρακτικές εκ μέρους των οικονομικά ισχυρότερων επιχειρήσεων. Επιτρέπονται μόνο περιορισμοί που προκύπτουν από συμβάσεις μεταξύ δύο επιχειρήσεων περί αποχής από τον ανταγωνισμό, μόνο για συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Οι δύο αυτοί κλάδοι, συνεπώς, προσεγγίζουν και προστατεύουν τον ανταγωνισμό ολιστικά. Παρεμβαίνουν όταν εκλείπει ή υφίσταται σε υπερβολικό βαθμό, διασφαλίζουν την οικονομική ελευθερία των προσώπων, και προστατεύουν την οικονομία της αγοράς. Να σημειωθεί ότι ο μόνος λόγος που το Δίκαιο Ανταγωνισμού παρεμβαίνει στην καταπάτηση των δικαιωμάτων των πολιτών ως καταναλωτών και διασφαλίζει τα δικαιώματα των επιχειρήσεων είναι για να επαναφέρει την ισορροπία και να ομαλοποιήσει τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς, και όχι γιατί ενδιαφέρεται για την προστασία ιδιωτικών συμφερόντων.

Κάθε εθνική έννομη τάξη εντάσσει στο δικό της εσωτερικό δίκαιο τους κανόνες για την προστασία του ανταγωνισμού, και αντίστοιχα έχει διαμορφωθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο Δίκαιο Ανταγωνισμού, το οποίο μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας ονομάζεται Δίκαιο Ανταγωνισμού της Ε.Ε. Ανάμεσα στο εθνικό και ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν νοείται καμία απόκλιση, και οφείλουν να συγκλίνουν στους στόχους, ενώ δεν μπορεί αντίστοιχα νόμος εθνικού δικαίου ανταγωνισμού να ακυρώσει ή να καλύψει ευρωπαϊκούς αντίστοιχους κανόνες, αλλά το αντίθετο θεωρείται εφικτό, με το ευρωπαϊκό να παρεμβαίνει άμεσα στο Δίκαιο του Αθέμιτου Ανταγωνισμού και έμμεσα στο Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού με τη μορφή οδηγιών για την προστασία των καταναλωτών και την απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Ωστόσο δρουν παράλληλα, και το ευρωπαϊκό έρχεται να συμπληρώσει και να επιβεβαιώσει κάθε εθνική νομοθεσία. Γενικότερος σκοπός της ΕΕ είναι να δημιουργήσει μία κοινή εσωτερική αγορά, όπου ο ανταγωνισμός θα λειτουργεί χωρίς νοθεία και στρεβλώσεις, βασιζόμενος σε μία κοινή αρχή: της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας (ελευθερία «επιχειρείν» – ελευθερία ανταγωνισμού).

Θεωρητικά φαντάζουν ιδανικοί οι κανόνες που προστατεύουν επιχειρήσεις και καταναλωτές, απέχουν δε από την πραγματικότητα!

 

Τι γίνεται με τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα..

Έχει γίνει κατανοητό ότι στην Ελλάδα το ασταθές φορολογικό περιβάλλον, αλλά και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες, δεν προωθούν ιδιαίτερα την επιχειρηματική δράση και ανάπτυξη. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να βρουν τρόπους δραστηριότητας οι οποίοι δεν θα τους ζημιώνουν φορολογικά, και αυτό δεν συνάδει πάντα με τη νομιμότητα. Η πιο κοινή πρακτική επιχειρήσεων (που διαθέτουν “ακόμα” ένα στοιχειώδες κεφάλαιο) είναι είτε η δημιουργία θυγατρικών ή παραρτημάτων διαχείρισης ή παραγωγής, είτε η μεταφορά έδρας σε χώρες με ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βεβαίως είναι το Λουξεμβούργο, το οποίο διαθέτει την ευνοϊκότερη φορολογία εντός Ευρώπης για τις επιχειρήσεις, ενώ μόλις πρόσφατα αποκαλύφθηκε η διατήρηση απόρρητων φορολογικών συμφωνιών του Λουξεμβούργου με ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κολοσσούς. Η πρακτική αυτή αντιτίθεται ξεκάθαρα στο Δίκαιο Ανταγωνισμού και ,αφενός, φεύγουν από το εκάστοτε κράτος χρήματα που θα μπορούσαν να «κινούνται» εντός του και να ενισχύουν την οικονομία τους, αφετέρου, ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν τις τιμές των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παράγουν λόγω χαμηλής φορολογίας και σε επιχειρήσεις που παράγουν και φορολογούνται, εγχώρια, υψηλότερα για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες, είναι αθέμιτος, και προκύπτει αντί-ανταγωνιστική πρακτική. Το θέμα του Λουξεμβούργου ήρθε στην επιφάνεια πολύ ορθώς με τη μορφή σκανδάλου, καθώς οι επιχειρήσεις που «κρύβονται» φορολογικά στο Λουξεμβούργο διατήρησαν ανωνυμία με τη σύμφωνη γνώμη του κράτους (και της ΕΕ όπως θα αποδειχθεί) και σιωπηλά παρέμεινε στην αφάνεια. Προκύπτει ακολούθως πως αν για μία επιχείρηση είναι μία φορά δύσκολο να ανταγωνιστεί μία μεγαλύτερη στο ίδιο προϊόν, αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο αν η τελευταία μπορεί να μειώνει τις τιμές λόγω διαφορετικών φορολογικών δεικτών. Και δεν είναι μόνο αυτό φυσικά, αλλά να σημειωθεί ότι οι μεγαλύτερες φορολογικές εταιρείες (ιδιαίτερα γνωστές) που έχουν πελάτες τέτοιες επιχειρήσεις, ανακαλύπτουν νόμιμους τρόπους φορο-αποφυγής, με τους οποίους πολλές φορές οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να δαπανήσουν ούτε ένα ευρώ για διαδικασίες, που σε άλλες επιχειρήσεις θα στοίχιζαν μία ολόκληρη περιουσία!

Ποια η θέση της Ευρώπης;

Τους τελευταίους μήνες το ζήτημα αυτών των επιχειρήσεων πήρε την ονομασία “LuxLeaks” (Luxemburg Leaks) και τέθηκε ως ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από Έλληνα Ευρωβουλευτή στον Επίτροπο Ανταγωνισμού, ζητώντας ο ίδιος απάντηση από την Commission: ” Τι θα γίνει με τις επιχειρήσεις αυτές και σε τι στάδιο βρίσκεται η έρευνα που διεξάγεται;” Η Commission διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αμφισβήτησης και τροποποίησης του φορολογικού καθεστώτος του Λουξεμβούργου, και δεν δόθηκε σαφής απάντηση για τα αποτελέσματα της έρευνας – γεγονός που αφήνει το θέμα ανοιχτό και προκαλεί αντιδράσεις για τον επιφανειακό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ένα θέμα που συγκρούεται με τους κανόνες που η ίδια έχει θεσπίσει. Η ίδια σιωπή χαρακτηρίζει και τα ΜΜΕ, τα οποία ενώ διαθέτουν στα χέρια τους όλα τα στοιχεία, αποφεύγουν ξεκάθαρα να θίξουν το ζήτημα “LuxLeaks”, κυρίως δε στην Ελλάδα, όπου μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες τηλεπικοινωνιών ανήκει στον αριθμό εκείνων των επιχειρήσεων που κατηγορούνται για τα εν λόγω οικονομικά σκάνδαλα και ζημίωσαν τη χώρα εκατομμύρια ευρώ.

Εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν και οι αυτοκινητοβιομηχανίες. Είναι γνωστό ότι η εξαγωγή και εισαγωγή αυτοκινήτων εντάσσεται στο πλαίσιο των ειδικών προϊόντων, το οποίο συνεπάγεται δασμούς και υψηλή φορολόγηση. Έτσι, η τιμολόγηση των προϊόντων γίνεται με έναν “εναλλακτικό” τρόπο εξαγωγής-εισαγωγής αυτοκινήτων. Ειδικότερα, οι εταιρείες, όταν εξάγουν αυτοκίνητα και η φορολογία της χώρας εισαγωγής είναι υψηλή, στέλνουν το προϊόν “γυμνό” από εξοπλισμό, φορολογείται χωρίς να είναι πλέον ειδικό προϊόν και ο εξοπλισμός το ίδιο ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται ο υψηλός φόρος και να μειώνεται η τιμή πώλησης. Κατά συνέπεια, η εταιρεία που θα εισάγει με αυτόν τον τρόπο αυτοκίνητα, στην Ελλάδα παραδείγματος χάρη, θα διαθέσει στην αγορά σε πολύ χαμηλότερη τιμή αυτό το προϊόν, το οποίο διαθέτει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με ανταγωνιστικό προϊόν που προέρχεται από εταιρεία που δεν εισάγει όμως με αυτόν τον τρόπο, με δεδομένο ότι έχει φορολογηθεί αντίστοιχα με πολύ χαμηλότερο συντελεστή. Ηχηρά ονόματα στο χώρο της αυτοκινητοβιομηχανίας έχουν αντιμετωπίσει κατηγορίες για παράβαση που εμπίπτει στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ανταγωνισμού, αλλά και πάλι το θέμα αυτό αποσιωπάται.

Το παράδοξο είναι ότι και στα δύο παραδείγματα έχουμε ξεκάθαρη σύγκρουση με κανόνες δικαίου, αλλά όλως περιέργως ΚΑΙ νομιμότητα. Τα ζητήματα αυτά παραμένουν στην αφάνεια, και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν διεξάγονται έρευνες ή αν έχουν γίνει καταγγελίες, γιατί το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ανταγωνισμού έχει αφήσει ανοιχτά παράθυρα για τέτοιου είδους πρακτικές και γιατί, τόσο οι εθνικές έννομες τάξεις όσο και η ΕΕ, επιλέγουν να μην τροποποιήσουν το φορολογικό καθεστώς του Λουξεμβούργου, να μην παρέμβουν στις κατά τα άλλα νόμιμες πρακτικές των φορολογικών εταιρειών, έτσι ώστε να ενισχύσουν τις οικονομίες των χωρών που πλήττονται από τη φοροδιαφυγή-φοροαποφυγή!

Επιλογικά..

Όλα τα παραπάνω εξηγούν, αφενός, γιατί στην Ελλάδα έχουν επικρατήσει στην αγορά μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και έχουν οδηγηθεί σε πτώχευση οι μικρομεσαίες, και, αφετέρου, πού καταλήγουν τα χρήματα των ελληνικών επιχειρήσεων που φορολογούνται εν μέρει στη χώρα μας. Στο ζήτημα LuxLeaks εμπλέκονται σχεδόν όλες οι χώρες τις ΕΕ, χιλιάδες μεγάλες επώνυμες επιχειρήσεις και φορολογικές εταιρείες, καθώς και πρόσωπα. Σκοπός, όμως, δεν είναι μόνο να αποκαλυφθούν τα σκάνδαλα και να κατονομαστούν φορολογικές εταιρείες και πελάτες, αλλά κυρίως να μην περνάει στην κοινή γνώμη η απόλυτη ευθύνη των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για το τεράστιο φορολογικό κενό που προκύπτει στην εκάστοτε χώρα. Τί είναι νόμιμο και τί ηθικό στη συγκεκριμένη περίπτωση, εαν η Ελλάδα διώχνει τις επιχειρήσεις ή εαν εκείνες φεύγουν από την Ελλάδα, πότε παρεμβαίνει ο νόμος και πότε τον υπερβαίνει η κάθε φορολογική εταιρεία, είναι ερωτήματα που θα παραμείνουν αναπάντητα..

Πηγές:

http://www.thepressproject.gr/luxleaks/

https://www.icij.org/project/luxembourg-leaks

http://www.thepressproject.net/luxleaks_en/details.php?aid=68998

http://www.naftemporiki.gr/stream/1149/luxleaks

“Εισαγωγή στο Δίκαιο Ανταγωνισμού” – Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού και Δίκαιο του Αθέμιτου Ανταγωνισμού, ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΙΓΓΛΕΣΗ-ΔΕΛΟΥΚΑ, εκδ. Σάκκουλα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest