Η Ελληνορωσική Συμμαχία: Μύθοι και Πραγματικότητα ( Μέρος Α΄)

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις, αναφορικά με το τί πιστεύουν οι Έλληνες το 2018, διαπιστώνεται ότι το 24% των πολιτών θεωρεί ότι η Ρωσία, σε υψηλότερο ποσοστό από ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Κίνα, διασφαλίζει καλύτερα τα συμφέροντά μας ως χώρα, αντί της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη. Σε άλλη ερώτηση, σχετικά με το ποιος θεωρείται ο ιδανικός ηγέτης, ο Vladimir Putin συγκεντρώνει το υψηλότερο ποσοστό 30%. Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα για το πώς η ελληνική κοινωνία διέπεται από τέτοιο βαθμό συμπάθειας και οικειότητας για τη Ρωσία – ένα ερώτημα βέβαια που μπορεί να ανακύψει και από τη φιλορωσική στάση αρκετών μέσων ενημέρωσης στο διαδίκτυο, ειδικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, διπλωματίας και στρατηγικής. Το άρθρο αυτό θα επιχειρήσει να εξηγήσει, αν είναι εφικτό, κατά πόσο η ιστορία των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής, στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων της Ελλάδας και της Ρωσίας, εξηγεί θετικά ή αρνητικά αυτό το λαϊκό φιλορωσικό αίσθημα, μέσω μελέτης της στάσης που διατήρησε η Ρωσία καθ’ όλη τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στους οποίους συμμετείχε η Ελλάδα, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Στο παρόν Μέρος Α’ θα μας απασχολήσουν ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας, ο Κριμαϊκός Πόλεμος και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Στο Μέρος Β’ που θα ακολουθήσει, θα εξεταστούν ο δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ο ελληνικός εμφύλιος, η ψυχροπολεμική και μεταψυχροπολεμική περίοδος.

Αγώνας Ελληνικής Ανεξαρτησίας

Στις 24 Φεβρουαρίου 1821, την ημέρα που τυπικά ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, η είδηση περί ελληνικής εξέγερσης δημιούργησε ισχυρούς τριγμούς στο Κονσέρτο της Ευρώπης, ειδικότερα στον καγκελάριο της Αυστρίας Metternich, ο οποίος ήταν κάθετα αντίθετος με οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής του ευρωπαϊκού status quo – γεγονός που θα οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη εξασθένιση του «μεγάλου Ασθενή» της εποχής, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δύο κύριοι λόγοι ενίσχυαν τη στάση του αυτή: αφενός, ο φόβος για ρώσικη επέκταση και κατάκτηση των Στενών και, κατ’επέκταση, πρόσβαση στη Μεσόγειο, ένα ενδεχόμενο που απειλούσε και τα ζωτικά συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή και, αφετέρου, μία δυνητική επιτυχία στην ελληνική επανάσταση θα πυροδοτούσε σειρά αντίστοιχων εξεγέρσεων στο εσωτερικό της Αυστρίας, όπως ήδη συνέβαινε σε περιοχές της Βόρειας Ιταλίας και σε διάφορα γερμανικά κρατίδια (Sked, 1989).

Ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ συνειδητοποιούσε ότι ο Metternich θα υποψιαζόταν ότι η ελληνική αυτή εξέγερση υποβοηθούνταν από τη Ρωσία, από τη στιγμή που ο Υψηλάντης ήταν υπασπιστής του τσάρου. Προκειμένου να διαβεβαιώσει την Αυστρία ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, διέγραψε τον Υψηλάντη από τις τάξεις του ρωσικού στρατού και αποδοκίμασε το όλο εγχείρημα (Χριστοδουλίδης, 1990). Οι Μεγάλες Δυνάμεις -Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία- ενεπλάκησαν μόνο στην τελευταία φάση της Επανάστασης, με τον επακόλουθο ναυτικό αποκλεισμό που οδήγησε στη ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου του 1927, και συνέβαλε καθοριστικά στην ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Παπασωτηρίου, Δεκέμβριος 1996).

Οι έλληνες επαναστάτες ολοκλήρωσαν την απελευθέρωσή τους από τον οθωμανικό ζυγό με την ίδρυση του ελληνικού ανεξάρτητου κράτους το 1832.  Ωστόσο, αυτό επετεύχθη όχι μόνο λόγω των δικών τους δυνατοτήτων, αλλά κυρίως επειδή αποτελούσαν ένα μέσο για την επίτευξη των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή – κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας. Τα φιλελληνικά αισθήματα σίγουρα υφίσταντο σε έναν σχετικά μεγάλο, αλλά όχι καθοριστικό βαθμό, εντούτοις η διπλωματία και η εξωτερική πολιτική βασιζόταν, και βασίζονται, σε υπολογισμούς κατανομής ισχύος και μεγιστοποίησης αυτής. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Ρωσία ήδη από τις 26 Απριλίου του 1828 είχε κηρύξει πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε εισβάλλει στο έδαφός της και είχε κατορθώσει να κατακτήσει μέχρι και την Ανδριανούπολη, όπου με την ομώνυμη Συνθήκη στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 αποσπούσε σημαντικά στρατιωτικά, εμπορικά και οικονομικά οφέλη αλλά και εδάφη. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι η Ρωσία μπορεί να ήταν σύμμαχος της ελληνικής εξέγερσης, χρησιμοποιώντας την όμως ως «δούρειο ίππο» για να εξυπηρετήσει τις δικές της φιλοδοξίες εις βάρους του περιφερειακού της ανταγωνιστή. (Χριστοδουλίδης, 2004). Παρ’ όλα αυτά, η τότε, ας πούμε, ελληνική κοινή γνώμη βρήκε στο πρόσωπο της Ρωσίας έναν υποστηρικτή.

Κριμαϊκός Πόλεμος 1853 – 1856

Ο τσάρος βρήκε αφορμή το 1853, λόγω της διαμάχης μεταξύ ορθόδοξων και καθολικών μοναχών και των αντίστοιχων πληθυσμών εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να επέμβει ξανά στις εσωτερικές υποθέσεις των Οθωμανών, με τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις να τάσσονται στο πλευρό της Πύλης και να οδηγoύνται στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Η Ελλάδα θεωρούσε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή παρουσιαζόταν η ευκαιρία για την ενσωμάτωση της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Ωστόσο, η Ρωσία δεν προχώρησε σε κάποια επίσημη σύναψη συμμαχίας, η Ελλάδα δεν κήρυξε επίσημα πόλεμο, και αρκέστηκε μόνο σε δυνάμεις εθελοντών από διάφορα μέρη της Ελλάδας (Figes, 2010).

Ο αριθμός των πρώτων Ελλήνων εθελοντών ανά περιοχή από όπου προήλθαν

Στις αρχές του 1854 προκλήθηκαν εξεγέρσεις σε αυτές τις περιφέρειες, οι οποίες σύντομα διογκώθηκαν και απολάμβαναν την ενεργό υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης. Αρκετοί παράγοντες, όμως, συνέβαλαν στην ανεπιτυχή έκβαση των εξεγέρσεων – όπως η κακή οργάνωση, οι υπερβολικές δυνάμεις της Πύλης, αλλά κυρίως η εχθρική θέση της Βρετανίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ελλάδα. Με τον ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιά από τον γαλλικό -κυρίως- στόλο, τη δήλωση της ουδετερότητας από τον Όθωνα και τον σχηματισμό του νέου υπουργικού συμβουλίου του Μαυροκορδάτου τον Μάιο του 1854 τέθηκε τέλος στις ελπίδες για απελευθέρωση των εδαφών σε εξέγερση και η Ελλάδα έπαψε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην επακόλουθη πορεία του Κριμαϊκού Πολέμου (Dakin, 1972) .

Ενδεικτικά, οι Έλληνες εθελοντές που έφτασαν στην Κριμαία να πολεμήσουν στο πλευρό των Ρώσων υπολογίζονταν τον Μάιο του 1854 σε 1.100. Η δράση τους ήταν σημαντική, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν στην πρώτη γραμμή παρά την έντονη επιθυμία τους – με εξαίρεση τη μάχη της Σεβαστούπολης, μετά από την οποία αφοπλίστηκαν, με την πλειοψηφία αυτών να μένουν στις γύρω περιοχές ή να επιστρέφουν στις πατρογονικές εστίες τους σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όσοι επέστρεψαν στον Πειραιά μετά τη λήξη του πολέμου δεν έγιναν δεκτοί, διότι θεωρήθηκαν απειλή για τη δημόσια ασφάλεια (Todorova, 1984). Συνεπώς, υπό την οπτική γωνία της ελληνορωσικής συμμαχίας, η περίπτωση του Κριμαϊκού Πολέμου, όπου Ελλάδα και Ρωσία βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο, ήταν στην πραγματικότητα μία μονομερής ενέργεια της Ελλάδας να προσεγγίσει τη  Ρωσία, προσφέροντας εθελοντές με αντάλλαγμα εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για ένα εγχείρημα, ωστόσο, που όχι μόνο δεν έγινε αποδεκτό από τον τσάρο, αλλά αντιθέτως είχε ως αποτέλεσμα έναν δυσχερή ναυτικό αποκλεισμό, ανεπιτυχείς εξεγέρσεις και μία αλλαγή κυβέρνησης.

Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913

Το 1911 η αυτοκρατορική Ρωσία πρότεινε μια ρωσο-τουρκική συμμαχία για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας των Στενών και την εξασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων, με αντάλλαγμα την υποστήριξη -αν και ασαφής ως προς το περιεχόμενο- της Ρωσίας σε ενδεχόμενες αναταράξεις στα Βαλκάνια, είτε αυτές προέρχονταν από την Αυστροουγγαρία, είτε από το εκάστοτε βαλκανικό κράτος. Η άρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως, λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα, με τη Ρωσία πλέον να υποστηρίζει όσα είχε δεσμευτεί να καταστείλει – δηλαδή τον εθνικό αναβρασμό των κρατών της χερσονήσου του Αίμου (Δημητράτος, 2017). Έτσι, ενορχήστρωσε τις διπλωματικές επαφές μεταξύ των βαλκανικών κρατών, τα οποία συγκρότησαν τον «Βαλκανικό Σύνδεσμο». Το αρχικό βάρος δόθηκε στη Σερβία και τη Βουλγαρία, οι οποίες σε ενδεχόμενη νίκη θα αποκτούσαν εδάφη στη Θράκη και μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας (Χριστοδουλίδης, 2004). Ο Βαλκανικός Σύνδεσμος αποτελούσε ξεκάθαρα ένα εργαλείο προώθησης των ρωσικών συμφερόντων, αφενός ως στρατηγικό ανάχωμα για την Αυστρο-Ουγγαρία, αφετέρου ως προέκταση της σφαίρας επιρροής της στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η νίκη του Συνδέσμου στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο επέφερε δυσανάλογα κέρδη σε Σερβία και Ελλάδα έναντι της Βουλγαρίας, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Ωστόσο, η Ρωσία ήταν αντίθετη με το ενδεχόμενο σύγκρουσης Σερβίας – Βουλγαρίας, των δύο «προστατευόμενων» κρατών της, διότι έθετε σε κίνδυνο τους συσχετισμούς ισχύος που μόλις είχαν δημιουργηθεί. Με την ήττα της Βουλγαρίας στον Β’ Βαλκανικό, η Ρωσία πρότεινε τη σύναψη ανακωχής, η οποία θα λειτουργούσε ως ευκαιρία αναδιοργάνωσης του βουλγαρικού στρατού και, συνεπώς, θα ήταν εις βάρος της Ελλάδας, η οποία απέρριψε προφανώς την πρόταση. Επιπρόσθετα, η Ρωσία ήταν αντίθετη προς τα ελληνικά συμφέροντα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εκχώρηση της Καβάλας στην Ελλάδα. Άξιο αναφοράς είναι ότι η Γερμανία και η Γαλλία ήταν οι χώρες που υπερασπίσθηκαν τις ελληνικές θέσεις στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αποκτήσει τα εδάφη που είχε στρατιωτικά κατακτήσει. Καταληκτικά, η Ρωσία για ακόμη μία φορά επιχείρησε να εξασφαλίσει επιρροή στη Βαλκανική με προασπίζουσες δυνάμεις τη Βουλγαρία και τη Σερβία -και όχι την Ελλάδα-, όπως απεδείχθη και στις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Βουκουρεστίου στις 10 Αυγούστου του 1913.

Πηγές:

  1. Dakinm, D., (1972). The Unification of Greece, 1770-1923. New York: St. Martin’s Press.
  2. Figes, O., (2010). Crimea: The Last Crusade. Allen Lane.
  3. Sked, A., (1989). The decline and fall of the Habsburg Empire, 1815-1918. London: Longman.
  4. Todorova, M., (1984). The Greek volunteers in the Crimean War. Balkan Studies Journal, Volume 25(2), pp. 539 – 563 .
  5. Δημητράτος, Α. (2017). Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913: Μια Επισκόπηση. Powerpolitics. https://powerpolitics.eu/%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9-1912-1913-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7/ 
  6. Παπασωτηρίου, Χ. (1996). Ο αγώνας για την Ελληνική Ανεξαρτησία. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.Σιδέρης.
  7. Χριστοδουλίδης, Θ. (1990). Διπλωματική Ιστορία 1815 -1901. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.Σιδέρης.
  8. Χριστοδουλίδης, Θ. (2004). Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες (1815 – 1919). Τέταρτη έκδοση επιμ. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.Σιδέρης.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (1 έτος) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος ΔΕΠΣ του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Cybersecurity του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest