Διαβαλκανική Συνδιάσκεψη 1976: Αξιώσεις Καραμανλή πίσω από μια ενωμένη Χερσόνησο

24 Ιουλίου 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει στην Ελλάδα. Έχει ήδη προηγηθεί η κατάληψη ενός μικρού μέρους της Κύπρου(28%)  από την Τουρκία και η αδυναμία της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών να δράσουν. Με την άφιξη του, επομένως, έπρεπε να επαναφέρει το δημοκρατικό πολίτευμα, διενεργώντας εκλογές και παράλληλα να αντιμετωπίσει τα εθνικά ζητήματα που είχαν προκύψει. Μέλημα  του αποτελούσε  η επάξια ανάληψη της νέας εποχής μεταπολίτευσης και Δημοκρατίας επιστρέφοντας την χώρα στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της με την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), να σταθεροποιήσει την πολιτική σκηνή της χώρας και να λύσει τα  εξωτερικά προβλήματα με την γειτονική Τουρκία.

Από τις πρώτες κινήσεις του Καραμανλή αποτέλεσε  το άνοιγμα προς τις βαλκανικές και αραβικές χώρες με σκοπό να εξισορροπήσει την κατάσταση στην Κύπρο και το Αιγαίο και να κερδίσει την εύνοια των γειτόνων. Γι αυτό, ο πρωθυπουργός θεωρώντας ότι τα ελληνικά συμφέροντα δεν μπορούν να αναδειχθούν σωστά από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, επιλέγει να στραφεί προς τα Βαλκάνια  και τον Αραβικό Κόσμο, αλλάζοντας την διεθνή πολιτική της χώρας και επιθυμώντας να αποκτήσει συμμάχους στην υπόθεση της Κύπρου.

Παρά τις προσπάθειες και απειλές του Καραμανλή προς το ΝΑΤΟ σχετικά με την επιθετικότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο αλλά και την συμπεριφορά της στην Κύπρο  όλο αυτό τον καιρό «[…] όχι µόνον γνωρίζει η  αµερικανική Κυβέρνησις ποία πλευρά έχει το άδικον, αλλά έχει και τα µέσα να επιβάλη το δίκαιον. Αν δεν το πράξη εγκαίρως θα είναι υπεύθυνη διά την καταστροφήν η οποία διαγράφεται», δεν  καταφέρνει να εμποδίσει την δεύτερη φάση  του τουρκικού σχεδίου Αττίλας 2 και την κατάληψη του 37% της Κύπρου τον Αύγουστο του 1974.

Κάτω από τις τελευταίες εξελίξεις και την ελληνική αποτυχία να δράσει αποτελεσματικά στην κρίση της Κύπρου και στο τούρκικο σχέδιο Αττίλας 2,-  χωρίς κάποια βοήθεια από την Δύση όπως ανέμενε ή ελληνική πλευρά-, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η κυβέρνηση του  ανακοινώνει την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό μέλος του ΝΑΤΟ με την εξής χαρακτηριστική δήλωση της «…το ΝΑΤΟ αποδείχθηκε ανίκανο να παρεμποδίσει την Τουρκία από την εξαπόλυση νέας βάρβαρης και απρόκλητης επίθεσης κατά της Κύπρου… Το ΝΑΤΟ δεν έχει επομένως λόγο ύπαρξης, και δεν μπορεί να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο συνεστήθη, αφού δεν μπορεί να αποτρέψει τον πόλεμο μεταξύ δύο μελών του….». Η ελληνική κοινή γνώμη διακατεχόταν ήδη από ένα έντονο αντιαμερικανικό αίσθημα, το οποίο ενισχύθηκε τόσο εξαιτίας της μη παρέμβασης των ΗΠΑ στην πρώτη φάση κατάληψης της Κύπρου, όσο και στην ουδετερότητα που επέδειξε στην δεύτερη φάση, γεγονός που έδωσε στην κυβέρνηση την υποστήριξη που χρειαζόταν.

Πρώτο βήμα στην στροφή για εύρεση νέων συμμάχων στην διεθνή σκηνή ήταν οι διμερείς επισκέψεις, μεταξύ άλλων Ευρωπαϊκών κρατών, στις πρωτεύουσες των βαλκανικών κρατών-Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Βουλγαρία-.  Οι χώρες αυτές αποτελούν στόχο του Καραμανλή καθώς μέσω αυτών ελπίζει στην υποστήριξη στης ΕΣΣΔ στα ελληνοτουρκικά θέματα στο πλαίσιο του ΟΗΕ, αφού έτσι θα κατάφερνε να μεταβάλει την ισορροπία στην διεθνή σκηνή και να αποκτήσει φιλικές-ακόμα και ηγετικές- σχέσεις με αυτές τις χώρες που σιγά-σιγά αποκτούσαν την δικιά τους αυτοκυριαρχία. Με τις επισκέψεις αυτές πέτυχε την αναθέρμανση των σχέσεων, παρόλο την διαφορά πολιτευμάτων. Σκεφτόμενος καθαρά πολιτικά, ο Καραμανλής ξεκαθαρίζει πως στόχος του είναι η επίτευξη συνεργασίας τόσο σε διμερές όσο και σε πολυμερές επίπεδο, επιτρέποντας του έτσι να χειριστεί και να κατευθύνει τα σημεία ενδιαφέροντος του, προς όποια κατεύθυνση επιθυμούσε .

Επόμενο βήμα του νέου πρωθυπουργού αποτέλεσε η υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι τον Αύγουστο του 1975. Με ελληνική υπογραφή στην συνθήκη αυτή, η Ελλάδα αποκτά και πάλι τον δυτικό προσανατολισμό της καθώς ανοίγει ξανά το κεφάλαιο για ένταξη της στην ΕΟΚ, ζητώντας ταυτόχρονα στήριξη για την διασφάλιση των ελληνικών γεωπολιτικών συμφερόντων από όλα τα κράτη του Οργανισμού.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, τολμά και προτείνει το 1975, μια πολυμερή συνάντηση όλων των χωρών της χερσονήσου του Αίμου, θέλοντας να επικυρώσει την 3η Ελληνική Δημοκρατία που καθιέρωσε λίγο καιρό πριν.

Επιδιώκοντας να επιδείξει προσπάθεια καλής γειτονίας, αξιοσημείωτη είναι η πρωτοβουλία του να προσκαλέσει στην Συνάντηση των Αθηνών όπως έγινε επίσημα γνωστή όχι μόνο τα κράτη τα οποία επισκέφτηκε αλλά και αυτά της Αλβανίας και της Τουρκίας. Η πρόταση του ήταν σαφής. Μια Σύγκλιση Διαβαλκανικής Διάσκεψης σε επίπεδο υφυπουργών με κύριο αντικείμενο την προώθηση της πολυμερούς συνεργασίας σε τεχνικά και οικονομικά ζητήματα. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν τόσο τεχνικά τα ζητήματα που ήθελε η Ελλάδα να επιτύχει. Ο Καραμανλής επέμενε σε αυτή την Συνάντηση και απέστειλε επίσημη πρόσκληση σε φίλους και εχθρούς έχοντας ως στόχο άλλα οφέλη, παρόλο που γνώριζε ότι οι προηγούμενες  βαλκανικές συναντήσεις από αυτή δεν είχαν καμία ιδιαίτερη επιτυχία.

Οι λόγοι αυτής της ανάγκης του Καραμανλή για βαλκανική συνεργασία επιχειρούσαν να λύσουν εκ πρώτης άποψης,  χαμηλής πολιτικής ζητήματα όπως ενέργεια, δασμοί , περιβάλλον αλλά ταυτόχρονα να επηρεάσουν έμμεσα την διεθνή πολιτική σκηνή για πολιτικά θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα, προς όφελος της. Η συνάντηση έλαβε χώρα στην Αθήνα από τις 26 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου 1976.

Με την επίσημη πρόσκληση προς την Τουρκία ο Έλληνας πρωθυπουργός  κάνει ξεκάθαρη την στάση του. Επιθυμεί η Ελλάδα να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με την Τουρκία έστω και με το πρόσχημα της χαμηλής πολιτικής, μετά τα γεγονότα στην Κύπρο και την κατάληψη ενός μέρος του νησιού από τους Τούρκους. Το ΝΑΤΟ δεν επεμβαίνει, τόσο γιατί πιστεύει ότι αυτή η διένεξη αφορά μια διμερή διαφωνία όσο και γιατί δεν υπάρχει στο καταστατικό του η αντιμετώπιση διαφορών μεταξύ μελών του. Γι αυτό ακριβώς τους λόγους η Ελλάδα επιλέγει την διαπραγματευτική οδό και καλεί την γείτονα χώρα σε μια πολυμερής συνάντηση με απώτερο σκοπό τις διαπραγματεύσεις επί του καίριου θέματος . Μέσα από αυτή την κίνηση της, ο Έλληνας πρωθυπουργός επιθυμεί να αποκτήσει θέση ισχύος σχετικά με τα γεγονότα της Κύπρου και να προβάλει την ικανότητα αντιμετώπισης από την κυβέρνηση του, εθνικών θεμάτων.

 Η Τουρκία, αποδέχτηκε την ελληνική πρόταση, καθώς υπό άλλες συνθήκες θα επέτρεπε στην Ελλάδα να πρωτοστατήσει στην Συνδιάσκεψη, χάνοντας με αυτό τον τρόπο μεγάλο μερίδιο κέρδους. Είναι ταυτόχρονα προετοιμασμένη η  Ελλάδα για την αδιαλλαξία της γείτονας χώρα στο θέμα του Κυπριακού. Στόχο αποτελούν οι υπόλοιπες τρείς συμμετέχουσες χώρες-Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία, εφόσον η Αλβανία αρνήθηκε να συμμετάσχει. Εν μέρει  ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης επιτεύχθηκε. Με το τέλος της Συνδιάσκεψης, οι Βαλκάνιοι κατανόησαν το αίτημα της Ελλάδας για δίκαιη λύση στο Κυπριακό με την συμβολή του ΟΗΕ και, παράλληλα, αφυπνίστηκε η καχυποψία για την επιθετική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την ελληνική θέση. Πέρα, όμως, από την κατανόηση προς την χώρα μας, οι γείτονες δεν μπορούσαν να συνδράμουν με κάποιον αποτελεσματικό τρόπο στην λύση του Κυπριακού.

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο της πρότασης περί Βαλκανικής Συνδιάσκεψης, δεν είναι άλλος παρά το όραμα μιας πραγματικά ενωμένης χερσονήσου. Ο Καραμανλής είχε ήδη πραγματοποιήσει διμερείς επαφές με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις, και είχε επιτύχει πολλούς από τους στόχους που είχε θέσει στις επίσημες αυτές συναντήσεις. Επομένως, η Ελλάδα δεν φαινόταν να έχει κάποιο μεγαλύτερο όφελος από αυτή την Συνάντηση. Τα αποτελέσματα, εξάλλου, το επιβεβαιώνουν. Λόγω της επιφυλακτικής θέσης της Βουλγαρίας δεν συζητήθηκε κανένα πολιτικό θέμα ενώ στα τεχνικά ζητήματα ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και υγείας, ελάχιστα συμφωνήθηκαν. Όπως φαίνεται και από την δήλωση του, ο πρωθυπουργός ήταν προετοιμασμένος για τις δυσκολίες που τυχόν θα προέκυπταν, τις περιορισμένες δυνατότητες της συνάντησης καθώς και τους ρεαλιστικούς στόχους που θα μπορούσαν να επιτευχθουν  «Πρέπει να ξεκινήσωµε την πολυµερή συνεργασία µας µε πίστη και ενθουσιασµό, αλλά και µε πνεύµα πρακτικό, για να αποφύγωµεν απογοητεύσεις.» Από την άλλη, απευθυνόμενος στους αντιπροσώπους των βαλκανικών κρατών δηλώνει «Σε µια εποχή που λόγω της δυσπιστίας που κυριαρχεί στην διεθνή ζωή, η ύφεσις µε την ένταση συνεχώς εναλλάσσονται, η ∆ιάσκεψις αυτή ηµπορεί να αποτελέση σταθερο-ποιητικό παράγοντα, µε ευεργετικόν αντίκτυπον και σε άλλες περιοχές του κόσµου» δίνοντας έτσι την δυνατότητα στην Ελλάδα να αναδειχθεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας τόσο στην Χερσόνησο όσο και σε όλη την Ευρώπη.

H επιδίωξη αυτή του Καραμανλή είναι και ο τρίτος στην σειρά στόχος του. Οι Ευρωπαίοι φαινόντουσαν, αρχικά, κάπως διστακτικοί στην πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, με το δεύτερο αίτημα της μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Οι ευρωπαϊκές χώρες φοβόντουσαν ότι η ένταξη μας θα είχε ως αποτέλεσμα την μεταφορά των ελληνοτουρκικών αντιπαραθέσεων στην Κοινότητα όπως παραλίγο να συμβεί και με το ΝΑΤΟ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ακριβώς με την Διαβαλκανική Συνδιάσκεψη προσπάθησε να αποδείξει την διαπραγματευτική δύναμη της Ελλάδος και ιδιαίτερα την διπλωματική της προσέγγιση έναντι της Τουρκίας, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκε την απεξάρτηση από τον Αμερικάνικο Παράγοντα που κατείχε τα ηνία της πολιτικής ζωή της χώρας από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τελική πεποίθηση της νεοσύστατης κυβέρνησης αποτελούσε η ιδέα ότι με την πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, οι εταίροι θα μπορούσαν να εγγυηθούν πιο εύκολα την σταθεροποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και των θεσμών της. Ως αποτέλεσμα αυτής της πεποίθησης αλλά και των ενεργειών της, η Ελλάδα κατάφερε να ενταχθεί στην ΕΟΚ και παράλληλα κάτω από το βάρος των διεθνών εξελίξεων να επιστρέψει και  στο στρατιωτικό μέλος του ΝΑΤΟ.

 

Πηγές:

  1. Μαντζουράνη Γ. (1981) Βαλκανική ενότητα και συνεργασία. Αθήνα: Μπουκουμάνη
  2. Βερέμης Θ. ( 2004) Βαλκάνια: από τον 19ο ως τον 21ο αιώνα Δόμηση και αποδόμηση κρατών. Αθήνα: Πατάκης
  3. Κοντονής Χ. (2004) » Η Διαβαλκανική Συνεργασία 1974-2004: Τριάντα Χρόνια Ελληνικής Βαλκανικής Περιφερειακής Πολιτικής», στο Αρβανιτόπουλος Κ, Κόππα Μ., 30 χρόνια Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής 1974-2004,  Αθήνα: Λιβάνης σελ. 32-56
  4. Βάλντεν Σ. (1994) Βαλκανική Συνεργασία και Ευρωπαική Ολοκήρωση. Αθήνα: Παπαζήσης
  5. Ψιμόγιαννου Α. Μ.  (2005) ‘Η Βαλκανική μας Οδύσσεια: Η Ελληνική εξωτερική πολιτική στη Χερσόνησου του Αίμου. Λάθη,προκλήσεις και προοπτικές.’, Available at :http://www.eliamep.gr/old/eliamep/files/PN05.09pdf.pdf , (Accessed: 22 Ιανουαρίου 2017)
  6. Κλάψης Κ. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η εξωτερική πολιτική της μεταπολίτευσης, Available at: https://www.academia.edu/7638364/Ο_Κωνσταντίνος_Καραμανλής_και_η_εξωτερική_πολιτική_της_μεταπολίτευσης (Accessed 24 Iανουαρίου 2017)

Tagged under:

H Μαρία Ζεμπερίδου είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Ασχολείται με τις Διεθνείς και τις Διμερείς Σχέσεις των κρατών καθώς έχει συμμετέχει σε διάφορες Προσομοιώσεις Ηνωμένων Εθών στην Ελλάδα και το Εξωτερικό, ενώ από το 2015, εργάζεται ως ερευνήτρια στη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest