Διατλαντικές Εμπορικές Συμφωνίες και ζητήματα Δημοκρατίας

Αυτό το άρθρο είναι το 4ο μέρος από τα 4 με τίτλο: Οι εμπορικές συμφωνίες ΗΠΑ και ΕΕ
Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Είναι -τουλάχιστον- απρόσμενες οι διαστάσεις που έχει πάρει το θέμα των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης στο ζήτημα των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Τί κι αν η CETA τεθεί σε πιλοτική εφαρμογή από τον Φεβρουάριο του 2017, τα εθνικά ευρωπαϊκά κοινοβούλια έχουν εκφράσει -και συνεχίζουν να εκφράζουν- ενστάσεις ως προς το πλήρες περιεχόμενό της – ειδικά σε ό,τι αφορά δικαιώματα και κομμάτια της δημοκρατίας κάθε εθνικής αρχής, αλλά και της Ευρώπης στο όλον της. Ποια είναι η σχέση αυτών των συμφωνιών με τη δημοκρατία; Αν απαντήσω ως Ευρωπαίος πολίτης, ξεκάθαρα καμία! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχουν αντίθετη γνώμη, ωστόσο, εξού και το “πάγωμα” της TTIP.

Γιατί πρώτη η CETA;

H συμφωνία αυτή γίνεται μεταξύ Ευρώπης και Καναδά, και αφορά (ολόκληρη) τα εξής σημεία: εμπόριο, δημόσιες προμήθειες, μεταφορές και ναυτιλία, τρόπος επίλυσης διαφορών (ISDS – Μηχανισμός Επίλυσης διαφορών κρατών και επενδυτών). Από αυτά θα τεθούν σε δοκιμαστική 5ετή εφαρμογή μόνο ζητήματα εμπορίου και δημόσιων προμηθειών. Η TTIP είναι αντίστοιχη εμπορική συμφωνία, αλλά μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Ο βασικός λόγος που τέθηκε πρώτα σε εφαρμογή η CETA είναι ακριβώς επειδή το νομικό καθεστώς του Καναδά σχετικά με την προστασία του εμπορίου και του καταναλωτή είναι πιο συναφές, πιο κοντά με αυτό της Ευρώπης, συγκριτικά με το πόσο απέχει το νομικό καθεστώς (για το εμπόριο) των ΗΠΑ από αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και πάλι, ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς ότι οι συζητήσεις για τη CETA ξεκίνησαν το 2013, και τίθεται σε εφαρμογή κατά το ήμισυ (δοκιμαστική!) τώρα, σημαίνει ότι τα ζητήματα δικαίου υπερβαίνουν τα προσδοκώμενα εμπορικά και, κατ’ επέκταση, οικονομικά οφέλη, τουλάχιστον από πλευράς Ευρώπης.

Σαφέστατα και δεν τίθεται αμφισβήτηση για το νομικό καθεστώς του Καναδά, αλλά ας σημειωθεί πρώτον, ότι η πρόταση της Ευρώπης να ληφθεί υπόψιν στη συμφωνία το ζήτημα της μη παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξόργισε τους Καναδούς, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν “καλύτερη δημοκρατία” από κάθε ευρωπαϊκή, και δεύτερον ότι ενώ η Συνθήκη της Λισαβόνας ορίζει όλες οι διεθνείς συμφωνίες να αποφασίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, ο πρόεδρος της Επιτροπής Jean Claude Juncker αποφάσισε κατά παράβαση να μεταθέσει στα εθνικά κοινοβούλια την απόφαση της CETA, προκειμένου να διαχειριστεί την τεράστια πίεση του Καναδά και το βάρος μιας τέτοιας απόφασης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τίθεται ζήτημα δημοκρατίας..

..γιατί ποτέ και σε κανέναν δεν γνωστοποιήθηκε η διαπραγματευτική ομάδα των συμφωνιών, ουδέποτε συζητήθηκε στα Συμβούλια Υπουργών των εμπλεκομένων κρατών, καμία εθνική αρχή -ούτε καν η ίδια η ΕΕ- δεν γνώριζε πότε και πού γίνονταν οι διαπραγματεύσεις, ούτε υπήρξε συμμετοχή με ανοιχτούς όρους. Συνεπώς, μιλάμε για ένα πέπλο αδιαφάνειας που θέτει ευθύς εξαρχής ζήτημα δημοκρατικότητας διαδικασιών.

..γιατί δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα και επαρκή στοιχεία για την TTIP, και τί συνέπειες θα έχει. Θα υπάρξουν διακρίσεις και εξαιρέσεις στο εσωτερικό των ολοτήτων, δηλαδή των επιμέρους Πολιτειών από πλευράς ΗΠΑ, και Κρατών από πλευράς Ευρώπης;

..γιατί οι εμπορικές συμφωνίες θίγουν ζητήματα: υγείας, διατροφικής ασφάλειας, περιβαλλοντικής παραβίασης, εργασιακά, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων καταναλωτή, τραπεζικού συστήματος, και πολλά ακόμη τα οποία μάλλον φαντάζουν “ψιλά γράμματα”  για τις ΗΠΑ.

Πιο ειδικά, σε επίπεδο Ευρώπης, για τρόφιμα, φάρμακα, καλλυντικά, φυτοφάρμακα, πρώτες ύλες ισχύουν δύο βασικές και νομικά κατοχυρωμένες αρχές: 1) η αρχή της πρόληψης, και 2) η αρχή της προφύλαξης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι απαγορεύεται να βγει στην αγορά προϊόν που περιέχει ουσίες για τις οποίες υπάρχουν εκ των προτέρων ενδείξεις κινδύνου της δημόσιας υγείας. Στις ΗΠΑ οι δύο αυτές αρχές δεν υφίστανται. Αντίθετα, μπορούν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα προϊόντα των οποίων οι ουσίες δεν απαγορεύονται – μέχρι να αποδειχθεί ότι βλάπτουν. Για αυτό το λόγο και στην Ευρώπη έχουμε 1.200 απαγορευμένα ενεργά συστατικά, ενώ στις ΗΠΑ μόνο 6. Επίσης, στις ΗΠΑ δεν είναι η υποχρεωτική η αναγραφή του ειδικού σήματος μεταλλαγμένων προϊόντων, κάτι το οποίο στην Ευρώπη απαγορεύεται, ενώ παρομοίως απαγορεύονται οι δοκιμές σε πειραματόζωα.

Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι θίγονται ζητήματα προστασίας της υγείας του πολίτη και του καταναλωτή, αλλά, φυσικά, και ζητήματα δημόσιας υγείας – με δεδομένο ότι θα επιτρέπεται η διακίνηση ζώων και ζωικών προϊόντων ακόμα και από χώρες που έχουν υποστεί επιδημία, αρκεί να δηλώνεται από την εξαγώγιμη χώρα ότι πλέον δεν υφίστανται συνθήκες επιδημίας.

 

Ακόμα πιο σημαντικό το θέμα της ενίσχυσης των δικαιωμάτων των πολυεθνικών και των επιχειρήσεων, κάτι που -ουσιαστικά- είναι και ο σκοπός των εμπορικών συμφωνιών. Η δύναμή τους θα υπερβαίνει αυτή των κρατών αφού, μέσω του μηχανισμού ISDS, οι διαφορές μεταξύ εταιριών και κράτους θα επιλύονται μέσω μη κρατικών δικαστηρίων, κεκλεισμένων των θυρών, με εταιρικούς νομικούς συμβούλους οι οποίοι, αναλόγως τη ζημία που θα δηλώνει η εταιρεία, θα αξιώνουν ανάλογη αποζημίωση από τα κρατικά ταμεία.

Δικαιώματα καταναλωτή και εργαζομένων τίθενται ακόμα πιο χαμηλά, αφού ο καταναλωτής δεν θα έχει τη χρηματική και ουσιαστική δύναμη να διεκδικήσει κάτι έναντι της δύναμης μιας εταιρείας ενώ, αντίστοιχα, η εταιρία θα μπορεί να έχει αξιώσεις και να επεμβαίνει στα σωματεία εργαζομένων, γεγονός που άπτεται συνταγματικών κατοχυρώσεων.

Και εδώ γίνεται αντιληπτό πόσο βαθιά θα επηρεάσουν οι συμφωνίες τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και, τελικά, την ίδια τη δημοκρατία – και, δυστυχώς, δεν έχουν συμπεριληφθεί τα πάντα εδώ, με δεδομένο ότι μόνο η CETA περιλαμβάνει 1.600 σελίδες!

Απειλητικό σενάριο ή σχέδιο ανάπτυξης οι συμφωνίες;

Η Γαλλία πρώτη τις θεώρησε απειλή μιας και πιστεύει ότι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο ανοιχτής αγοράς ΗΠΑ και Ευρώπης, διαθέτει τεράστιας σημασίας πολιτιστικό προϊόν, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να κάνει εμπορικό! Τίθενται σοβαρά και τεράστια ζητήματα ηθικής, δικαιωμάτων και δημοκρατίας, και αυτά έχουν οδηγήσει την Ευρώπη σε αρνητική στάση, πάγωμα των συζητήσεων και, κυρίως, στο έντονο κλίμα από οργανώσεις και ΜΚΟ κατά αυτών των συμφωνιών.

Πολλοί θεωρούν ότι ποτέ και καμία διεθνής εμπορική συμφωνία δεν έσωσε την οικονομία καμιάς χώρας. Παράδειγμα η NAFTA (North American Free Trade Agreement), που αύξησε τα ποσοστά ανεργίας της Αμερικής, με τη μετατόπιση των θέσεων εργασίας. Και, φυσικά, ο ίδιος ο λαός της Αμερικής αντιτίθεται στην υπογραφή αυτών των συμφωνιών, γεγονός που φάνηκε από την εκλογή Trump, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι δεν θα προχωρήσει επουδενί σε τέτοιες συμφωνίες. Αν πάμε, δε, ακόμα πιο πίσω, στο Brexit οι Άγγλοι, ουσιαστικά, έδωσαν ένα ξεκάθαρο boost στο διάχυτο κλίμα αντι-παγκοσμιοποίησης που εκφράζεται -πλέον- μέσω της αντισυστημικής ψήφου.

Η απάντηση είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο! Δεν είναι απειλή, ούτε και -ακριβώς- σχέδιο ανάπτυξης. Πρώτον, για μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, που αντιμετωπίζουν ζητήματα έλλειψης επενδύσεων και τεράστιας γραφειοκρατίας, καμία εμπορική συμφωνία δεν θα αποτελέσει από μηχανής θεό. Παρόμοια εσωτερικά προβλήματα υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη – αν δεν λυθούν αυτά, δεν θα υπάρχει απολύτως κανένα πρακτικό όφελος από αυτές τις συμφωνίες, παρά μόνο ζημίες. Και όσον αφορά ζητήματα δημοκρατίας, πόσο καιρό θα χρειαστεί, άραγε, να συμφωνήσουν όλα τα εθνικά κοινοβούλια, και κάθε πολιτεία με τους δικούς της εμπορικούς όρους και ρήτρες, ώστε να μη θίγονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους; Μόνο αυτό αν αναρωτηθούμε, θα επιβεβαιωθεί γιατί ακόμα και η Ειδική Επιτροπή της Βουλής για τις διατλαντικές συμφωνίες θεωρεί ανέφικτη -στην παρούσα τουλάχιστον παγκόσμια διαμορφωθείσα κατάσταση- μια τέτοια είδους συμφωνία όπως η ΤΤΙΡ, και αναμένεται να δούμε μακροπρόθεσμα την πιλοτική εφαρμογή της CETA.

Κλείνοντας, μια πρώτη πρόβλεψη είναι ότι, το σενάριο να μείνει εσαεί παγωμένη η ΤΤΙΡ είναι αδύνατο – με δεδομένο ότι η υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας “One Belt, One Road”, ή αλλιώς ο “Νέος δρόμος μεταξιού” μεταξύ Ευρώπης και Κίνας το 2015, αποτελεί βασικό πλέον κίνητρο για τις ΗΠΑ να επιμείνουν μακροπρόθεσμα στην ΤΤΙΡ (ή παρόμοια εμπορική συμφωνία), ώστε να αποφύγουν να γείρει η “ζυγαριά” του εμπορίου προς την Ασιατική Πλευρά.

Πηγές:

  1. Monbiot, G. (2016) The transatlantic trade deal TTIP may be dead, but something even worse is coming. Available at: https://www.theguardian.com/commentisfree/2016/sep/06/transatlantic-trade-partnership-ttip-canada-eu (Accessed: 7 January 2017).
  2. BBC (2016) Ceta: EU and Canada sign long-delayed free trade deal. Available at: http://www.bbc.com/news/world-europe-37814884 (Accessed: 7 January 2017).
  3. Williams, L. (2015) What is TTIP? And six reasons why the answer should scare you. Available at: http://www.independent.co.uk/voices/comment/what-is-ttip-and-six-reasons-why-the-answer-should-scare-you-9779688.html (Accessed: 7 January 2017).
  4. New York College (2016). Ημερίδα για τις Διατλαντικές Εμπορικές Συμφωνίες ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, 09-11-2016. Available at: http://www.nyc.gr/el/news-and-events/deltio-typoy-new-york-college (Accessed: 7 January 2017).
Πλοήγηση στις σειρές<< Οι πολιτικές προεκτάσεις των συμφωνιών TTIP, TISA και CETA

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest