Διεκδικήσεις στο Αιγαίο: Αναζήτηση της ειρήνης ή ακήρυχτος πόλεμος;

Αυτό το άρθρο είναι το 5ο μέρος από τα 5 με τίτλο: Διπλωματία και Πολιτική των Θαλάσσιων Διεκδικήσεων

Ανά τους αιώνες, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη μιας ισχυρής αβεβαιότητας και ρευστότητας, ιδιαίτερα όσον αφορά στον καθορισμό της ισορροπίας μεταξύ ισχύος και συμφερόντων. Συγκεκριμένα, οι τουρκικές αξιώσεις και διεκδικήσεις προσδιορίζονται, σε μεγαλύτερο βαθμό, στην οριοθέτηση του θαλάσσιου, αλλά και του εναερίου καθεστώτος στο Αιγαίο Πέλαγος, πλήττοντας, στο σύνολό τους, κυριαρχικά δικαιώματα και ζωτικά συμφέροντα του ελληνικού κράτους. Εξ αρχής, η γεωμορφολογία του ελληνικού κράτους -το οποίο αποτελείται από έναν ηπειρωτικό κορμό, συνδεδεμένο με πλήθος νησιών- οδήγησε την πλειονότητα των διεθνών οργανισμών στην παραχώρηση των αρμοδιοτήτων ελέγχου του εναερίου και θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου πελάγους στην Ελλάδα. Αυτή την υπεροχή της Ελλάδας, ωστόσο, προσπαθεί να ανατρέψει η Τουρκία -με ιδιαίτερη έμφαση στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου- μέσω της αναθεωρητικής πολιτικής της, επιδιώκοντας «όχι απλώς κάποιες μεταβολές στο καθεστώς του Αιγαίου, αλλά και τη ριζική ανατροπή του γεωπολιτικού status quo» (Ροζάκης, 1989). Ο διάλογος με την Τουρκία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, εμπλουτισμένος θεωρητικά με νέα θεματολογία. Εν όψει των ανοιχτών ζητημάτων και τριβών με την Τουρκία, κυρίως ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, κρίνεται επιβεβλημένη η εξέταση της ελληνοτουρκικής διαφοράς επί του Αιγαίου, αναφορικά με το εύρος της. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω κείμενο εξετάζονται οι ιστορικές εξελίξεις, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική σημασία της περιοχής, οι οποίες φέρνουν στο προσκήνιο το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, καθώς και το ερώτημα της σημασίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (Α.Ο.Ζ.), ως ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Η γεωγραφική σημασία του Αιγαίου

Οι ρίζες του προβλήματος εντοπίζονται στην οριοθέτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο Πέλαγος, όπως αυτή καθορίζεται από τις εκάστοτε θαλάσσιες ζώνες. Η γεωγραφία της περιοχής είναι πολύπλοκη, και αποκλείει εύκολες απαντήσεις. Το Αιγαίο Πέλαγος είναι μια ημίκλειστη θάλασσα περίπου 80.000 τετραγωνικών μιλίων και ακανόνιστου σχήματος (Stearns, 1992). Περιβάλλεται από την Ελλάδα και την Τουρκία, στα βορειοδυτικά και ανατολικά, αντίστοιχα. Το νοτιότερο τμήμα του πελάγους οριοθετείται από το νησί της Κρήτης, αφήνοντας μόνο πολύ περιορισμένες θαλάσσιες λωρίδες για τη σύνδεση ανάμεσα στο Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Επιπλέον, το Αιγαίο Πέλαγος αποτελεί το μοναδικό πέρασμα από τη Μεσόγειο προς τη Μαύρη Θάλασσα, μέσω των Στενών των Δαρδανελίων. Το πλήθος των ελληνικών νησιών -εκτιμάται πως περιλαμβάνουν περί τα 2,400 νησιά και βραχονησίδες-, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αρκετών, επίσης, τουρκικών νησιών, αλλά και τη σύσταση του πληθυσμού αυτών, περιπλέκουν έτι περαιτέρω την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους (Mann, 2003).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Αιγαίο ελέγχει -εκ των πραγμάτων- κύριες εμπορικές οδούς. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η διακίνηση της ενέργειας από τις χώρες παραγωγής που βρίσκονται, κατά βάση, στην Ανατολή, προς τους τόπους κατανάλωσης. Ωστόσο, στο μέλλον, αξιοσημείωτο αναμένεται να είναι το ενδιαφέρον περί κατασκευής μεγάλου δικτύου αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου σε περιοχές περιμετρικά του Αιγαίου Πελάγους, ξεκινώντας από το τουρκικό έδαφος, και κατευθυνόμενου είτε προς τα Βαλκάνια και, ύστερα, προς την Κεντρική Ευρώπη, είτε προς την Ελλάδα και, στη συνέχεια, προς την Ιταλία, μέσω της Αλβανίας και της Αδριατικής Θάλασσας (Γρηγοριάδης, 2008).

Το χρονικό της κρίσης

Η υπόθεση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου

Οι πρώτες συγκρούσεις στο Αιγαίο Πέλαγος παρατηρήθηκαν τον Νοέμβριο του 1973, με τον εντοπισμό εκμεταλλεύσιμων ποσοτήτων πετρελαίου κοντά στα νησιά της Θάσου, της Σαμοθράκης και της Χίου. Ίσως, μάλιστα, αυτό δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός, αν τεθεί σε συνδυασμό με τη μετέπειτα πετρελαϊκή κρίση του ιδίου έτους. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Ελλάδα είχε ήδη διεξαγάγει μεταλλευτικές έρευνες στην περιοχή. Ωστόσο, η Τουρκία διατεινόταν πως τα δικαιώματα στο Ανατολικό Αιγαίο θα έπρεπε, τουλάχιστον, να διαμοιραστούν με την τουρκική κρατική εταιρία πετρελαίου, και να χορηγηθούν από κοινού στα δυο κράτη, δεδομένου ότι οι περισσότερες από αυτές τις περιοχές τοποθετούνταν σε διεθνή ύδατα, άνωθεν της υφαλοκρηπίδας της Ελλάδας. Παρ’όλα αυτά, η Τουρκία ήδη προγραμμάτιζε την ανάπτυξη και τοποθέτηση εξεδρών άντλησης πετρελαίου, οι οποίες θα περιβάλλονταν από ζώνη ασφαλείας 500 μέτρων, σχηματιζόμενη από τουρκικά πολεμικά πλοία.

Το προοίμιο της κρίσης που ακολούθησε καταγράφηκε τον Νοέμβριο του 1973, αλλά και έπειτα, στις 19 Ιουλίου 1974. Σε μια προσπάθειά της να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα, η τουρκική κυβέρνηση χορήγησε, μετά από ανάλογη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, 27 άδειες για έρευνες υδρογονανθράκων στο βόρειο-ανατολικό και στο κεντρικό-ανατολικό Αιγαίο, διεκδικώντας με τις έρευνες αυτές περίπου τη μισή υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (Γιανταμίδης, 2017). Επιπλέον, την ίδια κιόλας ημέρα, δόθηκε στη δημοσιότητα χάρτης με την αναπαράσταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας δυτικά αρκετών ελληνικών νησιών, προκαλώντας την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης. Παρά τις όποιες διπλωματικές προσπάθειες και διαπραγματεύσεις για την επίλυση της διαφοράς, λίγους μήνες αργότερα, το πλοίο Candarli -με τη συνοδεία 32 τουρκικών πολεμικών πλοίων- πραγματοποίησε έρευνες στην περιοχή (Mann, 2003). Ανάλογες τουρκικές δραστηριότητες πραγματοποιήθηκαν και το καλοκαίρι του 1976, αυτή τη φορά από το ωκεανογραφικό Sismik – γνωστό και ως Χώρα.

Η Ελλάδα, εφαρμόζοντας την πάγια μεταπολεμική «πολιτική διεθνούς δικαίου» ως κεντρικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής της, κατέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (Δ.Δ.Χ.), αναγνωρίζοντας αυτό ως αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για την επίλυση του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου (Περράκης, 2003). Συγκεκριμένα, η προσφυγή της Ελλάδας ήταν μονομερής διότι η Τουρκία δεν παρέστη, επικαλούμενη την ερημοδικία του εγκαλούμενου κράτους, αλλά και χωρίς επιτυχία, εξαιτίας της κρίσης του Δ.Δ.Χ. σχετικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας επί της υπόθεσης. Επιπροσθέτως, δεν έγινε αποδεκτό από το Δ.Δ.Χ. ούτε το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για προσωρινή προστασία (Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης [Δ.Δ.Χ.], 1976).

Τον Μάρτιο του 1987, τουρκικό σεισμογραφικό πλοίο εμφανίστηκε εκ νέου σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ωστόσο, παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης, το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου Πελάγους εξακολουθεί να υφίσταται έως και σήμερα.

Η κρίση των Ιμίων

Στα τέλη του Δεκεμβρίου του 1995, η προσάραξη τουρκικού σκάφους στις βραχονησίδες Ίμια -πρόκειται για σύμπλεγμα δύο βραχονησίδων ανάμεσα σε Κάλυμνο, Ψέριμο και Καλόλιμνο (Παούνης, 2013)- αποτέλεσε σημείο έναρξης ανταλλαγής ρηματικών διακοινώσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, σχετικά με την κυριαρχία στην εν λόγω βραχονησίδα. Ωστόσο, η ανύψωση της ελληνικής σημαίας στα Ίμια στις 24 Ιανουαρίου 1996, αναζωπύρωσε την ήδη τεταμένη κατάσταση.

Στις 27 Ιανουαρίου 1996, η τουρκική αντίδραση εκφράστηκε μέσω της αποβίβασης τριών δημοσιογράφων με ελικόπτερο στα Ίμια. Αυτοί ήραν την τουρκική σημαία στη θέση της ελληνικής, και απαθανάτισαν την εν λόγω κίνηση με φωτογραφίες και κάμερες. Την επόμενη κιόλας ημέρα, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας απέστειλε άγημα του πολεμικού ναυτικού στη βραχονησίδα, υψώνοντας και πάλι την ελληνική σημαία, μετά την υποστολή της αντίστοιχης τουρκικής. Λόγω των ανωτέρω, το πολεμικό κλίμα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν άργησε να αναπτυχθεί. Μάλιστα, σειρά από ελληνικά διαβήματα που αποστέλλονταν σε Τουρκία, Ο.Η.Ε., Ν.Α.Τ.Ο., Η.Π.Α. και Ρωσία, έκαναν συνεχώς λόγο για «έμπρακτη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων» της Ελλάδας.

Στις 30 Ιανουαρίου 1996, η Τουρκία ζήτησε την απόσυρση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη βραχονησίδα. Ωστόσο, οι ναυτικές δυνάμεις και των δύο χωρών εξακολουθούσαν να περιπολούν πέριξ των Ιμίων, με φανερό τον κίνδυνο εξέλιξης της κρίσης σε πολεμική σύγκρουση. Τελικά, η αμερικανική παρέμβαση, που έλαβε χώρα το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου 1996, φάνηκε πως επέτυχε την αποσόβηση μιας τέτοιας ενέργειας από τα εμπλεκόμενα κράτη.

Όμως, στις 31 Ιανουαρίου 1996 και ώρα 4 π.μ., η ελληνική κυβέρνηση ενημερώθηκε για την κατάληψη και της δεύτερης βραχονησίδας από τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας, αναφέρθηκε η απώλεια ελληνικού ελικοπτέρου στην περιοχή των Ιμίων. Σύμφωνα με το πόρισμα της 23ης Απριλίου, η πτώση του ελικοπτέρου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν οι τρεις αξιωματικοί που αποτελούσαν πλήρωμα του Ε/Π, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, οφειλόταν στις επικρατούσες δυσμενείς καιρικές συνθήκες της περιοχής, αλλά και σε ανθρώπινο λάθος. Η τελική συμφωνία μεταξύ των δύο εμπλεκομένων κρατών, η οποία πραγματώθηκε με την καταληκτική παρέμβαση των Η.Π.Α., συνοψίζεται στη φράση «όχι πλοία, όχι στρατιωτικές δυνάμεις, όχι σημαίες στα Ίμια» (Γιανταμίδης, 2017).

Συνοπτικά, 21 έτη μετά την κρίση των Ιμίων, αποδεικνύεται η συγκροτημένη και μακροχρόνια στρατηγική εξαναγκασμού της Τουρκίας, φανερώνοντας, παράλληλα, την αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να υιοθετήσει έναν επαρκή στρατηγικό σχεδιασμό αντιμετώπισης κρίσεων (Καλόγηρος, 2013). Αν και το κυριότερο αποτέλεσμα της εν λόγω κρίσης ήταν η δημιουργία γκρίζων ζωνών στην περιοχή του Αιγαίου (Μπαρμπαγιάννης, 2004), γίνεται εμφανές πως η Τουρκία επιθυμούσε τη διατήρηση του επεισοδίου σε καθαρά τοπικό επίπεδο, χωρίς, ωστόσο, να είναι σαφής η τότε τοπική υπεροχή της στην περιοχή (Κώτσιος, 2014).

Το ζήτημα της Α.Ο.Ζ.

Η διατιθέμενη θαλάσσια έκταση της λεκάνης της Νοτιοανατολικής Μεσογείου δεν επαρκεί για την ανακήρυξη και υιοθέτηση Α.Ο.Ζ. έκτασης 200 ναυτικών μιλίων από την Ελλάδα, όπως προβλέπεται ως μέγιστο όριο από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, παρόλο που η χώρα έχει υπογράψει και επικυρώσει την προαναφερθείσα σύμβαση. Συνεπώς, η Ελλάδα μπορεί μόνο να ανακηρύξει και να υιοθετήσει μικρότερη σε εύρος Α.Ο.Ζ (Ιωάννου και Στρατή, 2013), σύμφωνα με την αρχή της μέσης γραμμής/ίσης απόστασης. Ωστόσο, παρά τη γεωγραφική συνέχεια που προσδίδεται στο Αιγαίο Πέλαγος λόγω της ύπαρξης νησιών, αυτή ακριβώς η γεωγραφική κατανομή επηρεάζει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών (Ροζάκης, 2013).

Η ελληνική θέση για την οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ.

Αδιαμφισβήτητα, το Καστελόριζο αποτελεί το κλειδί για την οριοθέτηση της ελληνικής Α.Ο.Ζ., καθώς πρόκειται για ένα κατοικημένο νησί με οικονομική δραστηριότητα, και, συνεπώς, επιτρέπει νομικά την υιοθέτηση Α.Ο.Ζ. Επιπλέον, σύμφωνα με την αρχή της μέσης γραμμής/ίσης απόστασης, το Καστελόριζο εξασφαλίζει την επαφή της ελληνικής με την κυπριακή Α.Ο.Ζ., μετατρέποντας, ουσιαστικά, το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου σε ελληνική Α.Ο.Ζ.

Ωστόσο, το γεγονός πως η Τουρκία ούτε έχει υπογράψει ούτε έχει επικυρώσει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τη θέσπιση τουρκικής Α.Ο.Ζ στη Μαύρη Θάλασσα, με βάση τη μέθοδο της μέσης γραμμής, κατόπιν συμφωνίας αρχικά με τη Σοβιετική Ένωση, και στη συνέχεια με τη Ρουμανία. Ωστόσο, σχετικά με την υιοθέτηση Α.Ο.Ζ. από το ελληνικό κράτος, η Τουρκία διατείνεται πως ορθότερο τρόπο για τον εν λόγω καθορισμό αποτελεί η αρχή της ευθυδικίας (Ιωάννου και Στρατή, 2013). Επιπλέον, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τα ελληνικά δικαιώματα για υιοθέτηση Α.Ο.Ζ. στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, αποτρέποντας έτσι τη δημιουργία ελληνικών θαλάσσιων ζωνών συνδεόμενων με την τουρκική και αιγυπτιακή Α.Ο.Ζ., αντίστοιχα (Ροζάκης, 2013).

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η θέσπιση της Α.Ο.Ζ. μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μείζονος οικονομικής σημασίας ζήτημα, δεδομένης της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης. Η οριοθέτηση και συνεπακόλουθη εκμετάλλευση της Α.Ο.Ζ. από το ελληνικό κράτος θα επέφερε μεταβολή στην κατανομή της ισχύος, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η δυνατότητα για εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της περιοχής και, συγκεκριμένα, των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων θα συνέβαλε στην οικονομική, αλλά και γενικότερη ανάπτυξη και αναβάθμιση της χώρας. Με άλλα λόγια, το εν λόγω γεγονός θα μπορούσε να σημάνει την αύξηση της ισχύος της Ελλάδας, η οποία, δεδομένης της γεωστρατηγικής της θέσης, θα αποκτούσε συγκριτικό πλεονέκτημα υπέρ της Τουρκίας. Επιπροσθέτως, η δυνατότητα της χώρας να διαδραματίσει καίριο ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής -επισημαίνεται το ενδεχόμενο δημιουργίας αγωγού μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας, χωρίς την παρέμβαση της Τουρκίας- δεν αποκλείεται να καταστήσει την Ελλάδα όχι μόνο ανεξάρτητη ενεργειακά, αλλά και αναπόσπαστο μέρος του διεθνούς ενεργειακού τοπίου (Σταυρίδου, 2016).

Οι τουρκικές θέσεις για την οριοθέτηση Α.Ο.Ζ. στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο

Σύμφωνα με επίσημη τοποθέτηση της τουρκικής κυβέρνησης, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία, ως παράκτια κράτη, φέρουν αξιώσεις επί του Αιγαίου Πελάγους. Οι εν λόγω αξιώσεις περιλαμβάνουν ζητήματα ασφάλειας και οικονομίας, καθώς και κάθε άλλου είδους αναγνωρισμένα από το διεθνές δίκαιο δικαιώματα.

Η Τουρκία υποστηρίζει πως η αιγιαλίτιδα ζώνη δεν πρέπει να ξεπερνά το όριο των 6 ναυτικών μιλίων. Για τον λόγο αυτό, αναγνωρίζει αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ναυτικών μιλίων στα νησιά της Καρπάθου, της Ρόδου και του Καστελορίζου, χωρίς, ωστόσο, να αναγνωρίζει ούτε Α.Ο.Ζ. ούτε υφαλοκρηπίδα σε αυτά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, «το Καστελόριζο δεν βρίσκεται στο Ανατολικό Αιγαίο, αλλά στη Μεσόγειο» (Bolukbasi, 2004), πρόταση που αποδεικνύει πως θεμέλιο λίθο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αποτελεί η επεκτατική βλέψη της κυβέρνησης, με σκοπό την αναβάθμιση της ισχύος και της γεωστρατηγικής σημασίας της χώρας στην περιοχή (Ροζάκης, 1988). Αντίθετα, η Τουρκία αναγνωρίζει την ύπαρξη μικρής έκτασης Α.Ο.Ζ. στο βόρειο τμήμα της Κρήτης, καθώς και μεγαλύτερης έκτασης Α.Ο.Ζ. στο σημείο που εφάπτεται της αντίστοιχης αιγυπτιακής (Καρυώτης, 2014).

Ωστόσο, οι ανωτέρω θέσεις της Τουρκίας χαρακτηρίζονται από έλλειψη νομικού ερείσματος (Ροζάκης και Δίπλα, 2004), καθώς η θέσπιση της Α.Ο.Ζ. δεν προσφέρει επιπρόσθετη υποστήριξη στο ζήτημα των νησιών. Επιπλέον, η έννοια της υφαλοκρηπίδας, σύμφωνα με το άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, αλλά και τη νομολογία του Δ.Δ.Χ., αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα κάθε νησιού, συμπεριλαμβανομένων των προαναφερθέντων (Ροζάκης, 2013).

Η εν λόγω πολιτική της Τουρκίας βασίζεται σε παράγοντες σχετιζόμενους ως επί το πλείστον με την αλιεία. Συγκεκριμένα, καθώς η Τουρκία δεν αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), δεν ακολουθεί τους κανονισμούς της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής με τους οποίους οφείλει να συμμορφώνεται η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. Συνεπώς, με την υιοθέτηση ελληνικής Α.Ο.Ζ., η Τουρκία ενδέχεται να αντιμετωπίσει αρνητικές συνέπειες στα συμφέροντά της, αναφορικά με την αλιεία στο Αιγαίο Πέλαγος, αλλά και να αποκτήσει σημαντικό μερίδιο επί της περιβαλλοντικής ρύπανσης της Μεσογείου (Καρυώτης, 2014).

Επίσης, η υιοθέτηση ελληνικής Α.Ο.Ζ. στο Αιγαίο δημιουργεί μια επιπρόσθετη παράμετρο για επίκληση των αντιστοίχων διατάξεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, σχετικά με την πρόσβαση της Π.Γ.Δ.Μ., ως περίκλειστου κράτους, σε πλεόνασμα του επιτρεπόμενου αλιεύματος (Ζαφειρόπουλος, 1995). Συνεπώς, η θέσπιση Α.Ο.Ζ. στο Αιγαίο Πέλαγος ενδέχεται να φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της άσκησης αλιευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση της τουρκικής πλευράς περί συνεκμετάλλευσης της ίδιας θαλάσσιας περιοχής (Kariotis, 1990). 

Αντί επιλόγου

Ως μια εξαιρετικά ιδιάζουσα περίπτωση, με αξιοσημείωτες πολιτικές και οικονομικές διαστάσεις, η περίπτωση της ελληνοτουρκικής διένεξης περιλαμβάνει μια συνεχώς διευρυνόμενη ατζέντα ζητημάτων σχετικών με τη ρύθμιση των θαλασσίων ζωνών, και χρήζει ιδιαίτερης διπλωματικής προσέγγισης.

Αν και το Αιγαίο αποτελεί ημίκλειστη θάλασσα, απαιτώντας την πρότερη συγκατάθεση του όμορου παράκτιου κράτους για την επέκταση των θαλάσσιων ζωνών, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός ως προς τα δικαιώματα και τη φύση αυτών, ούτε καμιά διαφοροποίηση αναφορικά με τις θαλάσσιες ζώνες τις οποίες μπορούν να θεσπίσουν τα παράκτια κράτη (Ροζάκης και Δίπλα, 2004). Συνεπώς, τα επιχειρήματα της Τουρκίας περί χαρακτηρισμού του Αιγαίου ως ημίκλειστης θάλασσας δεν υφίστανται επέκτασης σε τομείς συνεκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής, πόσω μάλλον σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας (Μάζης και Σγουρός, 2011).

Οι προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για την αύξηση της τοπικής και περιφερειακής ισχύος της ανατροφοδοτούν τον ανταγωνισμό όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα (Waltz, 2011). Η Τουρκία, άλλωστε, φαίνεται πως στοχεύει στην αναθεώρηση του παρόντος status quo για την εξυπηρέτηση των εθνικών της συμφερόντων, τα οποία θα πληγούν ανεπανόρθωτα σε περίπτωση καθορισμού της ελληνικής Α.Ο.Ζ. Ο χρόνος έχει αποδειχθεί πως είναι ο καλύτερος σύμμαχος, αφού η Τουρκία επέτυχε, προς το παρόν, τη γεωστρατηγική ενίσχυσή της στην περιοχή.

Συνεπώς, η υιοθέτηση μιας ανεξάρτητης, πιο δυναμικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής κρίνεται επιτακτική για την Ελλάδα, με κύριο στόχο πάντα την προστασία των εθνικών συμφερόντων της χώρας. Η συνέχιση του παρόντος προσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία χαρακτηρίζεται από τον κατευνασμό των τουρκικών διεκδικήσεων, μπορεί να εκληφθεί και ως αδυναμία της ελληνικής πλευράς να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, εφόσον τόσο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας όσο και η ανακήρυξη της Α.Ο.Ζ. αποτελούν αδιαμφισβήτητα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές του διεθνούς δικαίου (Δήμητσα, 2012).

Πηγές:

  1. Γιανταμίδης, X. (2017). Το χρονικό της κρίσης των Ιμίων. [online] Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών. Available at: http://www.elisme.gr/gr/2013-01-07-19-12-38/2013-01-07-19-17-09/item/21-1-2017-logistics-management-engineering-support-2 [Accessed 18 Mar. 2017].
  2. Γρηγοριάδης, I. (2008). Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ασφάλεια & Αγωγοί Φυσικού Αερίου στη Ν.Α. Ευρώπη: Ένα Νέο Πεδίο Ελληνοτουρκικής Συνεργασίας. [online] Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής. Available at: http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2009/07/europaiki-energeiaki-asfaleia_new.pdf [Accessed 18 Mar. 2017].
  3. Δήμητσα, A. (2012). Διμερείς διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας τον 21ο αιώνα: Το ζήτημα της ΑΟΖ. Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. Πειραιάς: Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
  4. Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης [ΔΔΧ]. (1978). Διάταξη 11ης Σεπτεμβρίου 1976. p.3.
  5. Ζαφειρόπουλος, Ι. (1995). Το πρόβλημα της οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδας. Αθήνα: Πιτσιλός.
  6. Ιωάννου, Κ. και Στρατή, Α. (2013). Δίκαιο της Θάλασσας. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  7. Καλόγηρος, Ε. (2013). Στρατηγικές εξαναγκασμού στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Περιπτωσιολογική μελέτη των κρίσεων Μαρτίου ’87 & Ιανουαρίου ’96. Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. Πειραιάς: Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
  8. Καρυώτης, Θ. (2014). Η ΑΟΖ της Ελλάδας. Αθήνα: Λιβάνης.
  9. Κώτσιος, Κ. (2014). Ανάλυση της κρίσης των Ιμίων μέσα από το πρίσμα της θεωρίας των παιγνίων και της πολυκριτήριας ανάλυσης αποφάσεων. Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
  10. Μάζης, Ι. και Σγουρός, Γ. Α. (2011). Η Ελληνική ΑΟΖ και το Καστελόριζο. Αρχές μιας γεωπολιτικής ανάλυσης. [online] Επίκαιρα. Available at: http://old.turkmas.uoa.gr/mazissite/greekpubs/Mazis-aoz.pdf. [Accessed 18 Mar. 2017].
  11. Μπαρμπαγιάννης, Π. (2004). Οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο. Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. Πανεπιστήμιο Αιγαίου.
  12. Παούνης, Ν. (2013). Ίμια 1996. Θεσσαλονίκη: Σταμούλης.
  13. Περράκης, Σ. (2003). Ελληνοτουρκικές διενέξεις στο Αιγαίο, το πλαίσιο διευθέτησης τους και η προοπτική του Διεθνούς Δικαστηρίου. Αθήνα: Σάκκουλα.
  14. Ροζάκης, Χ. (1989). Σύγχρονη ελληνική εξωτερική πολιτική (Δεύτερος Τόμος). Αθήνα: Σάκκουλας.
  15. Ροζάκης, Χ. (2013). Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και το διεθνές δίκαιο. Αθήνα: Παπαζήση.
  16. Ροζάκης, Χ. και Δίπλα, Χ. (2004). Το δίκαιο της θάλασσας και η εφαρμογή του στην Ελλάδα. Αθήνα: Σιδέρης.
  17. Σταυρίδου, Μ. (2016). Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη στην Περίπτωση της Ελλάδας.
  18. Kariotis, T. (1990). The case for a greek exclusive economic zone in the Aegean sea. Marine Policy, 14(1), pp.3-14.
  19. Mann, S. (2001). The Greek-Turkish dispute in the Aegean Sea: its ramifications for NATO and the prospects for resolution. Master. Naval Postgraduate School.
  20. Stearns, M. (1992). Entangled allies. 1st ed. New York: Council on Foreign Relations Press.
  21. Waltz, K. (2011). Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής. Αθήνα: Ποιότητα.
Πλοήγηση στις σειρές<< Κυπριακό Ζήτημα: Ένας ατελείωτος Λαβύρινθος

Tagged under:

Απόφοιτος του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Κάτοχος MSc. Global Health Implementation από το University of Saint Andrews. Προπτυχιακή φοιτήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια LLM International Law and Diplomacy του Lancaster University. Κατά το παρελθόν, ασκούμενη στην Ειδική Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, στο European Public Law Organisation και εθελόντρια στους Γιατρούς του Κόσμου. Πλέον, μέλος της ομάδας "ΕΕ-ΝΑΤΟ" και "Αναδυόμενες Δυνάμεις και Απειλές" στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, καθώς και συντονίστρια της ομάδας "Διπλωματία και Πολιτική" στην Power Politics.

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest