Η «ευθύνη προστασίας» πληθυσμών στις διεθνείς σχέσεις

Α. Εισαγωγή

Η εμφάνιση του όρου “ευθύνη προστασίας” (Responsibility to Protect – R2P), στην αρχή της νέας χιλιετίας, αποτέλεσε μια αξιοσημείωτη “διπλωματική επινόηση” (Boisson de Chazournes, Condorelli, 2006), ικανή να αντικαταστήσει την -αρνητικά φορτισμένη- αντίληψη της ανθρωπιστικής επέμβασης, η οποία λειτούργησε επί μακρόν ως αιτιολογικός μανδύας μονομερών επεμβάσεων, για προστασία εκτεθειμένων σε κίνδυνο πληθυσμών. Οι αλλεπάλληλες ανθρωπιστικές καταστροφές, ιδίως κατά τη δεκαετία του 1990 σε Σομαλία, Βοσνία και Ρουάντα μεταξύ άλλων, συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας στην ευθύνη έναντι των κατατρεγμένων λαών. Μάλιστα, η εννοιολογική ανάδειξη της ευθύνης προστασίας οφείλεται, εν πολλοίς, στην συζήτηση για ανθρωπιστική επέμβαση στην περιοχή του Κοσόβου, το 1999. Συγκεκριμένα, ο τότε Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Kofi Annan, στην έκθεσή του “Εμείς οι Λαοί”, έθεσε το εξής ερώτημα: “Εάν η ανθρωπιστική επέμβαση είναι, πράγματι, μια απαράδεκτη επίθεση στην κυριαρχία, πώς θα έπρεπε να ανταποκριθούμε στη Ρουάντα, στη Σρεμπρένιτσα – στις κατάφωρες και συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προσβάλλουν κάθε δίδαγμα της κοινής μας ανθρωπότητας;” (Annan, 2001)

Το έργο της εξεύρεσης της χρυσής τομής ανέλαβε η Διεθνής Επιτροπή για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία (International Commission on Intervention and State Sovereignty – ICISS), ενώ η έκθεση που εκπόνησε το 2001 αποτέλεσε τη θεωρητική θεμελίωση της ευθύνης προστασίας. Η έκθεση υπογράμμισε τον πρωταρχικό ρόλο του κράτους στην προστασία των πολιτών που βρίσκονται εντός της εδαφικής του επικράτειας. Ο νέος όρος εισήχθη αντί της ανθρωπιστικής επέμβασης, βασιζόμενος στην ιδέα της συμπληρωματικής ευθύνης του συνόλου της διεθνούς κοινότητας. Με άλλα λόγια, η διεθνής κοινότητα θα αναλάμβανε, πλέον, μια συλλογική “ευθύνη προστασίας” πληθυσμών – και όχι απλώς τη διαπεραίωση ανθρωπιστικών επεμβάσεων για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Αντιλαμβάνεται, πλέον, κανείς ότι το κυρίαρχο ζήτημα δεν έγκειται πλέον στο δικαίωμα ανάληψης επεμβατικής δράσης, αλλά στην ευθύνη για την προστασία των λαών που κινδυνεύουν. Βάσει της παραπάνω θέσης, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αρχή της μη επέμβασης υποχωρεί προ της διεθνούς ευθύνης για προστασία. (Παπαδόπουλος, 2016)

Β. Η ανάλυση του δόγματος

Το δόγμα της ευθύνης προστασίας εδράζεται σε τρεις κεντρικές συνιστώσες. Η πρώτη αφορά στην πρωτοκαθεδρία του κράτους σχετικά με την παροχή ασφάλειας και προστασίας στον πληθυσμό του έναντι εγκληματικών συμπεριφορών. Στην εν λόγω κρατική ευθύνη περιλαμβάνεται και η έννοια της πρόληψης των εγκλημάτων. Η δεύτερη επικεντρώνεται στην επικουρική ευθύνη της διεθνούς κοινότητας να συνδράμει το κράτος, προς εκπλήρωση της υποχρέωσής του για παροχή προστασίας. Η τρίτη συνιστώσα μεταβιβάζει την ευθύνη προστασίας από το κράτος στη διεθνή κοινότητα, σε περίπτωση που το πρώτο δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τους πολίτες του. Τότε, η διεθνής κοινότητα έχει την ευθύνη ανάληψης συλλογικής δράσης με έγκαιρο και αποφασιστικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τις επιταγές του Χάρτη των ΗΕ. (Δούση, 2016)

Προς διευκρίνιση των παραπάνω συνιστωσών, η χρήση του όρου εγκλήματα, βάσει των οποίων δύναται να ενεργοποιηθεί η ευθύνη προστασίας, περιορίζεται σε φαινόμενα όπως η γενοκτονία, η εθνοκάθαρση, τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επίσης, το κράτος χάνει την ευθύνη προστασίας του πληθυσμού του όταν «προδήλως αποτυγχάνει» (manifestly fails) να ανταποκριθεί σε αυτή. Ακόμη, όσον αφορά στην πρακτική εφαρμογή της συμπληρωματικής ευθύνης, σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής, πρώτο βήμα αποτελεί η πρόληψη. Η συγκεκριμένη έννοια περιλαμβάνει την λήψη όλων των απαιτούμενων μέτρων για την πρόληψη ανθρωπιστικών καταστροφών – δηλαδή, την διασφάλιση καλής διακυβέρνησης, την παροχή αναπτυξιακής βοήθειας και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων. Ακόμη, η εφαρμογή των εν λόγω προληπτικών στρατηγικών πρέπει να προωθείται με ειρηνικά μέσα από τη διεθνή κοινότητα (οικονομικές κυρώσεις, διπλωματικές διαπραγματεύσεις κ.α.). Σε τελικό στάδιο, προβλέπεται η ένοπλη επέμβαση της διεθνούς κοινότητας, η οποία οφείλει να έχει την απαραίτητη εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ. Όμως, η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι η συλλογική δράση αναλαμβάνεται από τη διεθνή κοινότητα μόνο εάν η χρήση των ειρηνικών-διπλωματικών μέσων έχει αποτύχει. Το κείμενο, ωστόσο, δεν αποσαφηνίζει τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της συλλογικής δράσης, αναφέροντας ότι θα προσδιορίζεται κατά περίπτωση η ανάγκη ανάληψης της ευθύνης προστασίας πληθυσμών από εγκληματικές ενέργειες. Παράλληλα, το νέο δόγμα δεν παρέχει την απάντηση στην ενδεχόμενη απραξία του Συμβουλίου Ασφαλείας, εάν αυτό δεν βρίσκεται σε θέση να υλοποιήσει την ευθύνη προστασίας. (Δούση, 2016)

Γ. Το δόγμα στην πράξη: Η περίπτωση της Λιβύης

Η πιο γνωστή περίπτωση ενεργοποίησης της συλλογικής ευθύνης –και μάλιστα με επιτυχία- είναι η περίπτωση του εμφυλίου πολέμου της Λιβύης, το 2011. Το ξέσπασμα της κρίσης είχε ως αφετηρία τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης, που ξεκίνησε από την Τυνησία το Δεκέμβριο του 2010, και πυροδότησε θύελλα αντιδράσεων ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς του Muammar al-Gaddafi, οι οποίες εκφράστηκαν με μια σειρά ειρηνικών διαδηλώσεων. Η αδιαλλαξία του Λίβυου ηγέτη τον οδήγησε στην απόφαση περί βίαιης καταστολής των διαδηλωτών, δείχνοντας ότι δεν επρόκειτο, επουδενί, να ανταποκριθεί στα αιτήματά τους. Η κρίση κορυφώθηκε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2011, όταν η ένοπλη αντίσταση της αντιπολίτευσης, έναντι των βίαιων προσπαθειών καταστολής του Gaddafi, είχε ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να χάσει τον έλεγχο του 75% της επικράτειας, και η χώρα να οδηγηθεί σε εμφύλιο πόλεμο. Την 26η Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις, αναγνωρίζοντας την κρίση, προχώρησε στη λήψη του ψηφίσματος 1970, το οποίο αναφερόταν, εμφανώς, στην ευθύνη προστασίας του λιβυκού κράτους απέναντι στον πληθυσμό του, καταδικάζοντας τη χρήση βίας κατά των πολιτών, και αναγνωρίζοντας τις συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη, μέσω του ψηφίσματος, απαίτησε τη λήξη των εχθροπραξιών και των παραβιάσεων, ενώ κατέστησε επιτακτική ανάγκη τη λήψη μέτρων που να συμβαδίζουν με τη διεθνή νομική πρακτική. Ακόμη, ενεργώντας βάσει του άρθρου 41 (κεφ. 7 του Χάρτη), έλαβε -υπό το πρίσμα του δόγματος της ευθύνης προστασίας- μία σειρά ειρηνικών μέτρων και κυρώσεων, με στόχο την άσκηση πίεσης προς το απολυταρχικό καθεστώς. Στο πλαίσιο αυτό, επιβλήθηκε εμπάργκο παροχής εξοπλισμού στρατιωτικής -αλλά και οποιασδήποτε μορφής- υποστήριξης (λογιστική, τεχνική κ.α.) προς τη Λιβυκή κυβέρνηση. Παράλληλα, με το εν λόγω ψήφισμα, το Συμβούλιο Ασφαλείας απέδωσε τις ευθύνες της ανθρωπιστικής κρίσης στο καθεστώς Gaddafi, ενώ ζήτησε την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας από τη διεθνή κοινότητα προς τον λιβυκό λαό. (Παπαδόπουλος, 2016)

Η απόρριψη των επιταγών του ψηφίσματος 1970 από τον Λίβυο ηγέτη κατέστησε σαφές ότι επίλυση της κρίσης δεν θα μπορούσε να επέλθει δια της διπλωματικής οδού. Στο μεταξύ, οι κτηνωδίες στο εσωτερικό της χώρας κλιμακώνονταν – γεγονός που στάθηκε ικανό να ξεμπλοκάρει την παροδική αμηχανία της διεθνούς κοινότητας ως προς την ανάληψη δράσης. Με νέο ψήφισμα, το ΣΑ προσκάλεσε όλα τα κράτη-μέλη του Οργανισμού να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα για την υπεράσπιση και υποστήριξη του άμαχου λιβυκού πληθυσμού που απειλούταν από την εμφύλια σύρραξη. Υπό αυτό το πρίσμα, επέβαλε Ζώνη Απαγόρευσης Πτήσεων στον εναέριο χώρο της Λιβύης. Ακόμη, ζήτησε κατάπαυση πυρός και τη λήψη μέτρων για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιβολή της Ζώνης Απαγόρευσης Πτήσεων προϋποθέτει τη δέσμευση δυνάμεων στο έδαφος του κράτους, αλλά και την περιφρούρηση του εθνικού εναέριου χώρου από μαχητικά αεροσκάφη, το Συμβούλιο Ασφαλείας κατέφυγε σε καταναγκαστικά μέτρα (κεφ. 7 του Χάρτη), εξουσιοδοτώντας τη διεθνή κοινότητα -μέσω του ΝΑΤΟ- να προβεί σε στρατιωτική επέμβαση στη Λιβυκή εμφύλια σύρραξη. Η ταχύτατη οργάνωση και αποστολή της νατοϊκής δύναμης, και η κατάρρευση του καθεστώτος Gaddafi κατέστησαν την περίπτωση της Λιβύης πρότυπο υπόδειγμα επέμβασης στρατιωτικής φύσεως της διεθνούς κοινότητας, με βάση τις επιταγές του νέου δόγματος ευθύνης προστασίας. (Παπαδόπουλος, 2016)

Δ. Ο νέος ορολογικός μανδύας της ανθρωπιστικής επέμβασης;

Ορισμένες πτυχές του νέου δόγματος της ευθύνης προστασίας αποτελούν κεκτημένο διεθνούς δικαίου, συνεπώς ο εννοιολογικός πυρήνας είναι κάθε άλλο παρά ένα εξ’ ολοκλήρου νέο δόγμα. Για παράδειγμα, η κρατική υποχρέωση περί προστασίας των πολιτών από εγκληματικές ενέργειες αποτελεί καθιερωμένη αρχή διεθνούς δικαίου, και θεμελιώνεται στην παραδοσιακή ευθύνη που επωμίζεται ένα κράτος ως προς τη διασφάλιση της προστασίας του πληθυσμού που τελεί υπό τη δικαιοδοσία του. (Δούση, 2016). Η νέα διάσταση που προστίθεται με την έννοια της ευθύνης προστασίας έγκειται στον τρόπο αντιμετώπισης της παραβίασης αυτής της υποχρέωσης. Ο τρόπος αυτός, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι η θέση σε λειτουργία της συμπληρωματικής ευθύνης της διεθνούς κοινότητας. (Δούση, 2016)

Λαμβάνοντας υπόψιν την εντυπωσιακή διεύρυνση των δραστηριοτήτων των υπερεθνικών οργανισμών, η οποία έχει ενισχύσει σημαντικά τον ρόλο που διαδραματίζουν στις διεθνείς σχέσεις, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ίδια η έννοια της συλλογικής ευθύνης αποτελεί αίτημα της νεωτερικότητας, αφού είναι μία προσπάθεια προβολής και ανάδειξης μιας θετικής υποχρέωσης δράσης (Δούση, 2016). Επιχειρείται, δηλαδή, μέσω της χρήσης ενός λεξιλογικού τεχνάσματος, μία νέα ανάγνωση βασικών αρχών του Χάρτη. Συγκεκριμένα, η ευθύνη προστασίας συνδέεται με την αρχή της μη ανάμειξης στις υποθέσεις άλλου κράτους (αρ.2 παρ. 7), υπό το πρίσμα της αρχής απαγόρευσης χρήση βίας (αρ.2 παρ.4) (Δούση, 2016). Μολαταύτα, απώτερος στόχος του εν λόγω τεχνάσματος είναι να ξεπεραστεί η αρνητικά φορτισμένη έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης, αφού μπορεί το νέο δόγμα να στοχεύει στην προστασία πληθυσμών από εγκληματικές συμπεριφορές, όμως σε κανονιστικό επίπεδο δεν στοχεύει παρά μόνο στην επίτευξη σύγκλισης ως προς τις προϋποθέσεις διεκπεραίωσης ένοπλης επέμβασης από τη διεθνή κοινότητα. (Stahn, 2007)

Ε. Αντί επιλόγου

Σε κάθε περίπτωση, το νέο θεωρητικό κατασκεύασμα επιβεβαιώνει την οριζόντια κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών, χωρίς να διαμορφώνει μια ιεραρχική δομή εντός της οποίας θα ενεργοποιείται αυτόματα ο ρόλος της διεθνούς κοινότητας στην προστασία των πληθυσμών. Συνεπώς, η διεθνής κοινότητα, παραβλέποντας τις ασυμμετρίες στην κατανομή και τους συσχετισμούς ισχύος, εξακολουθεί να επενδύει στη “νομική φαντασίωση” της αρχής της ισότητας κυρίαρχων κρατών – γεγονός που, αναμφίβολα, στο κοντινό μέλλον θα επηρεάσει την διαδικασία ενεργοποίησης του νέου δόγματος, φωτίζοντας τα σκοτεινά ερωτήματα που έχουν αναγερθεί: Πότε και πώς ενεργοποιείται η ευθύνη προστασίας; Ποιά είναι τα κριτήρια ενεργοποίησης της; Πώς αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο απραξίας της διεθνούς κοινότητας; Γιατί δεν εφαρμόστηκε, λόγου χάρη, στην περίπτωση της Συρίας;

Πηγές: 

  1. Boisson de Chazournes L. – Condorelli L. (2006). De la ‘responsabilité de protéger’ ou d’une nouvelle parure pour une notion déjà bien établie. Revue Générale de Droit International Public. vol. 110, n. 1, σελ. 13
  2. Annan, Kofi. (2001). We the peoples- The role of the UN in the 21st century
  3. Δούση Ε. (2016), «Η ευθύνη προστασίας πληθυσμών: νεωτερικές όψεις και πρακτικές εφαρμογές».
  4. responsibilitytoprotect. (2009). Humanitarian Crisis and Civil War in Libya. http://www.responsibilitytoprotect.org/index.php/middle-east#hum_crisis
  5. Παπαδόπουλος, Δ. Α. (2016). Το δόγμα της «ευθύνης προστασίας» και η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη. Η περίπτωση της Συριακής κρίσης, http://ikee.lib.auth.gr/record/287215/files/GRI-2017-18343.pdf
  6. Stahn C. (2007). Responsibility to Protect: Political Rhetoric or Emerging Legal Norm?
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (6 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Ενδιαφέρεται για τη διεθνή πολιτική και έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών. Περισσότερο από καθετί, τον έχει απασχολήσει η στρατηγική, την οποία θεωρεί οδηγό άσκησης κάθε είδους πολιτικής. Εργάζεται εθελοντικά ως δόκιμος ερευνητής στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών (Ε.Τ.Ε.Μ.) του Πανεπιστημίου Πειραιώς. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest