Η σχετική παρακμή των ΗΠΑ: η αρχή του τέλους της πρώτης παγκόσμιας ηγεμονίας

Με το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναδεικνύεται το ευρωατλαντικό βάθρο ισχύος ως εστιακό σημείο των διεθνών σχέσεων. Ο συνδυασμός ισχύος των κορυφαίων ναυτικών δυνάμεων της εποχής, Ηνωμένων Πολιτειών και Ηνωμένου Βασιλείου, εισάγεται στο μεταπολεμικό πλέγμα ισορροπίας ισχύος ως ενιαίος χώρος γεωστρατηγικών συμφερόντων, ο οποίος εκφράστηκε μέσω της Ατλαντικής Συμμαχίας (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2009). Ταυτόχρονα, η ανάδυση μια ηπειρωτικής δύναμης παγκόσμιου βεληνεκούς, της Σοβιετικής Ένωσης, συνέβαλε στη δημιουργία διαχωριστικών ζωνών τόσο στην κεντρική Ευρώπη όσο και στην Ευρασία, ενώ η αντιπαλότητα, πέρα από εδαφικά κριτήρια, οξύνθηκε λόγω των αντιτιθέμενων ιδεολογιών και των διλημμάτων ασφαλείας που δημιούργησαν τα εκατέρωθεν εξοπλιστικά προγράμματα.

Αρχής γενομένης από τον γεωστρατηγικό παράγοντα, η κατάρρευση του συστήματος ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη του 20ου αιώνα, σε συνδυασμό με την παρακμή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, δημιούργησε κενό ισχύος στη Δυτική Ευρώπη, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη ανάδειξης νέου υπερπόντιου εξισορροπητή. Δεδομένης της απειλής της σοβιετικής επέκτασης, οι ΗΠΑ κλήθηκαν να διαδραματίσουν ρόλο τοποτηρητή στη Δυτική Ευρώπη, στοχεύοντας στην αναχαίτιση της σοβιετικής επιρροής και στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων. Η ανάγκη περιορισμού της σοβιετικής επιρροής υπογραμμίστηκε από το “μακρύ τηλεγράφημα” του Kennan το 1947, ενώ αποτέλεσε κατευθυντήρια γραμμή για την αμερικανική εξωτερική πολιτική μεταπολεμικά. Στο τηλεγράφημά του, ο Αμερικανός πρέσβης έκανε λόγο για αδυναμία συνεννόησης με τη σοβιετική ηγεσία, συμπεραίνοντας πως η τελευταία είναι αποφασισμένη να επεκταθεί εδαφικά, αλλά και σε επίπεδο πολιτικής επιρροής. Προς αποφυγή της σοβιετικής εξάπλωσης, οι ΗΠΑ όφειλαν να λειτουργήσουν ανασχετικά στις νευραλγικές εκείνες περιοχές όπου θίγονταν τα ζωτικά τους συμφέροντα. Το εν λόγω τηλεγράφημα αποτέλεσε πρόδρομο για την εφαρμογή του “δόγματος της ανάσχεσης” τη δεκαετία του 1950. Νωρίτερα, ο Αμερικανός Nicholas Spykman είχε ορίσει τις νευραλγικές εκείνες περιοχές ως εκείνες που βρίσκονται περιμετρικά της νήσου της Ευρασίας, σχηματίζοντας μία στεφάνη (rimland) που εκτείνεται από την Ισλανδία μέχρι την Ιαπωνία (βλ. χάρτη). Σύμφωνα με τον Spykman, όποιος ασκεί έλεγχο σε αυτή την περίμετρο -γι’ αυτό και ονομάζεται “θεωρία της περιμέτρου”- ελέγχει την κεντρική γη (heartland) και, κατά συνέπεια, τις τύχες του κόσμου. Η παραπάνω θεωρία αποτελεί μετεξέλιξη της “θεωρίας της κεντρικής γης” του Βρετανού γεωπολιτικού αναλυτή Halford Mackinder, ο οποίος έδωσε πρωταρχική σημασία στον έλεγχο την κεντρικής γης προκειμένου να επιτευχθεί μια παγκόσμια ηγεμονία (Αρβανιτόπουλος, Ήφαιστος, 2009) (Κολιόπουλος, 2008).

Mackinder’s Heartland theory & Spykman’s Rimland theory

Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο ιδιότυπος σοβιετικός γραφειοκρατικός κομμουνισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Η σύγκρουση δυο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωριών ανήγαγε τη γεωστρατηγική αντιπαλότητα σε μια ιδεολογική σύγκρουση δίχως προηγούμενο, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ακόμη, η πυρηνικοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων θα μπορούσε να πει κανείς ότι όξυνε, αλλά και άμβλυνε ταυτόχρονα τα διλήμματα ασφαλείας – υπό την έννοια ότι η χρήση πυρηνικών όπλων κατέστη σε σύντομο χρονικό διάστημα μη ορθολογική επιλογή.

Μεθοδικά, οι ΗΠΑ προσπάθησαν -και κατάφεραν- να θεσμοθετήσουν την κυριαρχία τους στο Δυτικό ημισφαίριο. Ανήγαγαν την εσωτερική ιδεολογική τους αντίληψη σε ένα διεθνοποιημένο μοντέλο-πρότυπο συναλλαγής και συμπεριφοράς, εντός του οποίου τα αμερικανικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν καλύτερα. Ακόμη, διεύρυναν τον ηγετικό τους ρόλο μέσω της εκμετάλλευσης των πιο σύγχρονων επιστημονικών καινοτομιών για στρατιωτική χρήση, οικοδομώντας ένα ανυπέρβλητο στρατιωτικό κατεστημένο, το οποίο παραμένει ενεργό και απροσπέραστο μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, η μεταπολεμική εξωτερική πολιτική που ακολουθήθηκε άφησε πίσω τον αυτάρεσκο απομονωτισμό του μεσοπολέμου, συνδυάζοντας ένα μείγμα φιλελεύθερου ιδεαλισμού και πολιτικού ρεαλισμού, το οποίο “έντυνε” τα εθνικά συμφέροντα με τον μανδύα της ηθικής σταυροφορίας και του εκδημοκρατισμού (Παπασωτηρίου, 2012). Βέβαια, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή διέθεταν τους απαιτούμενους συντελεστές ισχύος, αλλά και τη θέληση να επωμιστούν αυτόν τον ρόλο. Κατά τη δεκαετία του 1950 οι ΗΠΑ ήταν η ισχυρότερη ναυτική και στρατιωτική δύναμη του πλανήτη, ενώ το ΑΕΠ τους αντιστοιχούσε στο 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ (Brzezinsky, 1998). Το σχέδιο Marshall, η δημιουργία του ΟΟΣΑ, η ίδρυση του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (NATO) και, αργότερα, η Συνθήκη ΕΚΑΧ -που ήταν ο πρόδρομος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης- αποτέλεσαν μερικά από τα μέσα ανάδειξης και καθιέρωσης των ΗΠΑ ως δύναμη πλανητικής εμβέλειας. Ο Πόλεμος της Κορέας (1950), ο Πόλεμος του Βιετνάμ (1967) και οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 κλόνισαν την εθνική οικονομία, και δίχασαν την κοινή γνώμη, χωρίς όμως να καταφέρουν να υποβαθμίσουν την αμερικανική ισχύ.

Η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ανέδειξε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη μοναδική -και πρώτη- παγκόσμια δύναμη ικανή να προβάλει την ισχύ της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η δεκαετία του 1990 κληρονομεί στις ΗΠΑ παγκόσμιες ευθύνες μέσα σε ένα πολυσύνθετο, ρευστό και απρόβλεπτο περιβάλλον. Η διατήρηση της μεταψυχροπολεμικής πλανητικής ηγεμονίας των ΗΠΑ περνά μέσα από τον χειρισμό των γεωστρατηγικών παικτών και τον έλεγχο των γεωπολιτικών αξόνων (Brzezinsky, 1998). Στους πρώτους συγκαταλέγονται χώρες που έχουν τη γεωγραφική θέση και δύνανται να αναπτύξουν συντελεστές ισχύος σε βάρος των αμερικανικών συμφερόντων. Τέτοιες χώρες είναι -μεταξύ άλλων- η Κίνα, η Ρωσία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία και η Ινδία (Brzezinsky, 1998). Οι γεωπολιτικοί άξονες αντιπροσωπεύουν τα νευραλγικά σημεία των οποίων ο έλεγχος οδηγεί στη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Τα σημεία αυτά είναι η Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, η Μέση Ανατολή και η Άπω Ανατολή. Στις επιταγές της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής, η Βορειοατλαντική Συμμαχία διευρύνθηκε προς ανατολάς διαδοχικά το 1999 και το 2004, και προς τα Βαλκάνια το 2009 και το 2017. Στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία, παρά τον αναθεωρητισμό της νέο-οθωμανικής ηγεσίας, δεν παύει να είναι μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, να προμηθεύεται εξοπλισμό από τη Δύση, και να συνεργάζεται στενά με τις ΗΠΑ και την ΕΕ σε ζητήματα εμπορίου, άμυνας και ασφάλειας. Επίσης, το Ισραήλ, αποτελώντας κράτος-ανδρείκελο των ΗΠΑ, διαδραματίζει ρόλο τοποτηρητή, προασπίζοντας τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή. Ακόμη, οι ΗΠΑ διατηρούν στενές σχέσεις με τη Νότια Κορέα, η οποία αποτελεί “αμερικανικό ορμητήριο” για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Άπω Ανατολή, βοηθώντας στη διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και στην ασφάλεια της Ιαπωνίας (Brzezinsky, 1998).

Η παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών χαρακτηρίζεται ως “σχετική’, γιατί διακρίνεται προς το παρόν μόνο από τους οικονομικούς δείκτες, ενώ σχετίζεται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες. H διόγκωση του αμερικανικού χρέους και οι διαδοχικοί ελλειμματικοί προϋπολογισμοί έχουν “αδυνατίσει” την πάλαι ποτέ πανίσχυρη αμερικανική οικονομία.

Όμως, η σχετική παρακμή της χώρας δεν οφείλεται, όπως προαναφέρθηκε, τόσο στη μείωση των συντελεστών ισχύος της, αλλά κυρίως στη δυναμική άνοδο νέων ισχυρών περιφερειακών δρώντων, οι οποίοι επιζητούν να αποκτήσουν μια ευνοϊκότερη θέση στην παγκόσμια ανακατανομή ισχύος. Σε αυτό το γεγονός έχει συμβάλει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, το οποίο έχει αναμφίβολα διαβρώσει τα έθνη-κράτη, καθώς η διάχυση της γνώσης, της τεχνολογίας και της οικονομικής δύναμης δεν περιορίζεται πλέον στα εθνικά σύνορα. Για παράδειγμα, η πανίσχυρη κινεζική οικονομία έχει αναπόφευκτα συρρικνώσει την αμερικανική οικονομική ισχύ, ενώ η ανασυγκρότηση της Ρωσίας αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα κατά μήκος του τόξου που ξεκινά από τις Βαλτικές Χώρες και καταλήγει στην Ιαπωνία. Ακόμη, άλλοι λιγότερο ισχυροί περιφερειακοί δρώντες, όπως η Ινδία, το Ιράν και η Τουρκία, προσβλέπουν στην ανάπτυξη συντελεστών ισχύος προκειμένου να μεγιστοποιήσουν τα συμφέροντά τους, ή/και να αναδειχθούν ηγέτιδες δυνάμεις στην περιφέρειά τους (Brzezinsky, 1998). Σύγχρονα ζητήματα διεθνών σχέσεων που έχουν έρθει στην επιφάνεια αχρηστεύουν τις διαχρονικές πρακτικές διατήρησης ηγεμονίας, πόσο μάλλον τη διατήρηση της πρώτης πλανητικής αυτοκρατορίας. Για παράδειγμα, η διασπορά πυρηνικών όπλων καθιστά απαγορευτική την άμεση σύγκρουση μεταξύ δυο “πυρηνικών κρατών” (Smith, Baylis, Οwens, 2013). Ακόμη, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι εγγυήτριες σε ζητήματα που αφορούν στην ενεργειακή ασφάλεια από τη στιγμή που και οι ίδιες στηρίζονται -σε κάποιο βαθμό- στις εισαγωγές φυσικών πόρων για να εξασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία του κράτους. Ταυτόχρονα, συμβιβάζονται με το γεγονός ότι οι ενεργειακές ανάγκες των δυτικοευρωπαίων συμμάχων τους ικανοποιούνται σε μεγάλο βαθμό από μια δυνητική αντίπαλο, τη Ρωσία. Τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με το ευρωπαϊκό πρόβλημα. Το καθεστώς “ισότιμων εταίρων” διακηρύσσεται μέχρι σήμερα, αλλά παραμένει μόνο σε ρητορικό επίπεδο. Η αμερικανική πρωτοκαθεδρία σε ζητήματα υψηλής πολιτικής της Ευρώπης, όπως η άμυνα και η ασφάλεια, έχει λειτουργήσει αρνητικά στην ενοποιητική διαδικασία. Από την άλλη, ο ενδεχόμενος κατακερματισμός της Ευρώπης θα σήμαινε αυτόματα το τέλος της αμερικανικής πλανητικής ηγεμονίας. Επομένως, η μακροπρόθεσμη αμερικανική γεωστρατηγική στον ευρωπαϊκό χώρο οφείλει να ορίζει με σαφήνεια τη σχέση της ενωμένης Ευρώπης με τις ΗΠΑ.

Καταληκτικά, οι ΗΠΑ είναι και θα παραμείνουν στο προβλεπόμενο μέλλον η ισχυρότερη δύναμη του διεθνούς συστήματος. Όμως, το νέο πολυπολικό σύστημα αναδύεται αργά και σταθερά ως λογική αναγκαιότητα μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη εποχή (Smith, Baylis, Οwens, 2013). Επομένως, οι ΗΠΑ είναι η πρώτη και μάλλον η τελευταία παγκόσμια δύναμη (Brzezinsky, 1998). Δεδομένου, όμως, ότι σε αυτή τη μετάβαση οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν το -αν όχι οικονομικό, τότε τεχνολογικό και σίγουρα στρατιωτικό- προβάδισμα, επωμίζονται την ανεπανάληπτη ευθύνη της διαμόρφωσης του πλαισίου της παγκόσμιας γεωπολιτικής συνεργασίας του μέλλοντος. Αν το εστιακό σημείο των διεθνών σχέσεων του μέλλοντος βρίσκεται στις περιφέρειες και όχι στα κράτη, τότε οι ΗΠΑ είναι ήδη εκεί.

Πηγές:

  1. Αρβανιτόπουλος Κ., Ήφαιστος Π. (2009). Ευρωατλαντικές Σχέσεις (5η έκδοση), Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα
  2. Κολιόπουλος Κ. (2008). Η Στρατηγική Σκέψη από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα
  3. Παπασωτηρίου Χ. (2012). Αμερικανικό Πολιτικό Σύστημα και Εξωτερική Πολιτική (5η έκδοση), Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα
  4. Brzezinsky Z. (1998). Η μεγάλη σκακιέρα, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
  5. Smith S., Baylis J., Οwens P. (2013). H παγκοσμιοποίηση της διεθνούς πολιτικής, Εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα

Tagged under:

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Ενδιαφέρεται για τη διεθνή πολιτική και έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών. Περισσότερο από καθετί, τον έχει απασχολήσει η στρατηγική, την οποία θεωρεί οδηγό άσκησης κάθε είδους πολιτικής. Εργάζεται εθελοντικά ως δόκιμος ερευνητής στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών (Ε.Τ.Ε.Μ.) του Πανεπιστημίου Πειραιώς. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest