Η ιδιαιτερότητα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολύγλωσσου δικαίου

Το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε ανέκαθεν μια πρόκληση στα διεθνή δρώμενα. Η σύσταση ενός διεθνούς οργανισμού όπως αυτού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), αποτελούμενου από τόσα διαφορετικά στοιχεία, με απώτερο στόχο την επίτευξη της συνοχής σε πολλαπλά επίπεδα, εγείρει προβληματισμούς ως προς τον βαθμό της πολυπλοκότητας των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει.

Μια από αυτές τις προκλήσεις αφορά στον τομέα της πολιτισμικής επικοινωνίας και, συγκεκριμένα, της πολυγλωσσίας που διέπει την ΕΕ. Η αρχή της πολυγλωσσίας περιλαμβάνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος υποχρεώνει την ΕΕ να σέβεται τη γλωσσική πολυμορφία, απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω γλώσσας, και προβλέπει το δικαίωμα του πολίτη να απευθύνεται στα θεσμικά όργανα σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της ΕΕ.

Κάποια από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν την ΕΕ έναν sui generis διεθνή οργανισμό είναι η εγκαθίδρυση ιδίας έννομης τάξης (ανεξάρτητης από τις έννομες τάξεις των κρατών-μελών), η άμεση ισχύς του δικαίου της Ένωσης βάσει της οποίας οι διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου ισχύουν πλήρως και ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη-μέλη, και κατοχυρώνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για αυτά, αλλά και για τους πολίτες τους, και η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, βάσει της οποίας το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί από διατάξεις εθνικού δικαίου και, σε περίπτωση σύγκρουσης, υπερισχύει αυτών.

Καθίσταται, λοιπόν, ιδιαίτερα σαφές ότι η έννοια της πολυγλωσσίας διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η ορθή απόδοση των γλωσσικών εκδόσεων (ο όρος “γλωσσική έκδοση” χρησιμοποιείται αντί της “μετάφρασης”, διότι όλα τα κείμενα της ΕΕ είναι εξίσου έγκυρα) προϋποθέτει, αρχικά, την ύπαρξη ενός μόνο ενωσιακού δικαίου που να είναι αυθεντικό απέναντι σε κάθε γλωσσική ιδιαιτερότητα.

Το δίκαιο της ΕΕ παράγει δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους πολίτες, και αυτό δικαιολογεί την απόδοση της νομοθεσίας σε όλες τις επίσημες γλώσσες, ως έναν τρόπο για να εξασφαλιστεί η ισότητα ενώπιον του νόμου.

Ως εκ τούτου, η μετάφραση διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της πολύγλωσσης νομοθεσίας της ΕΕ. Οι μεταφραστές δημιουργούν κείμενα που είναι νομικώς δεσμευτικά, η δημιουργία των οποίων αποτελεί έργο τόσο των ίδιων, όσο και των συντακτών και των νομικών γλωσσολόγων, οι οποίοι εποπτεύουν τη γλωσσική αντιστοιχία των γλωσσικών εκδόσεων.

Από νομική άποψη, οι γλώσσες της ΕΕ διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: τις πρωτότυπες (αυθεντικές) γλώσσες των Συνθηκών, τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ και τις γλώσσες εργασίας της ΕΕ. Η κύρια νομική ρύθμιση που διέπει τις επίσημες γλώσσες και τις γλώσσες εργασίας της Ένωσης είναι ο Κανονισμός αριθ. 1 του Συμβουλίου (1958) “Περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της ΕΟΚ”, ο οποίος έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα με τις εκάστοτε προσχωρήσεις νέων κρατών-μελών, και σήμερα προβλέπει 24 επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας της ΕΕ.

Οι 24 επίσημες γλώσσες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ταυτότητας και άμεση έκφραση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ΕΕ θεμελιώθηκε με το σύνθημα “Ενωμένοι στην Πολυμορφία”. Ο σεβασμός στην πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία της Ένωσης αποτελεί θεμελιώδη αξία με στέρεα νομική βάση. Το Συμβούλιο επέλεξε την πλήρη πολυγλωσσία, ενώ ο κανόνας της Επιτροπής είναι ότι κάθε μέτρο γενικής εφαρμογής που πρέπει να υιοθετηθεί οφείλει να αποδίδεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.

Μια διαφορετική προσέγγιση προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η αρχή της “γλώσσας της υπόθεσης” εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό τόσο της γλώσσας διαδικασίας όσο και της αυθεντικής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου.

Η γλωσσική, όμως, πολυμορφία που διέπει το νομικό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι είναι ικανή να δημιουργήσει προβλήματα τόσο στη θέσπιση όσο και στην ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου. Οι ίδιοι καθολικοί κανόνες καλούνται να μεταφραστούν μέσω ακριβούς νομικής ορολογίας και να ενσωματωθούν στα εθνικά δίκαια, υπηρετώντας την ευρωπαϊκή νομική γλωσσική ισότητα.

Οι κανόνες θα πρέπει να έχουν ταυτόσημες νομικές συνέπειες σε όλες τις έννομες τάξεις των κρατών-μελών, παρ’ όλα αυτά οι αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσών είναι αναπόφευκτες. Κάθε γλώσσα αντικατοπτρίζει την κουλτούρα ενός συγκεκριμένου νομικού συστήματος, και κάθε νομικό σύστημα με τη σειρά του έχει τη δική του δομή, τους δικούς του θεσμούς και τις δικές του έννοιες.

Βάσει της αρχής της γλωσσικής ισότητας, όλα τα νομοθετικά κείμενα της ΕΕ πρέπει να μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες. Ταυτόχρονα, όμως, όταν μεταφράζεται ο νομικός κανόνας στις 24 αυτές επίσημες γλώσσες, θα πρέπει να παράγει το ίδιο νομικό αποτέλεσμα για όλα τα κράτη-μέλη. Η μελέτη των αποκλίσεων που προκύπτουν μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων είναι υψίστης σημασίας, διότι άπτεται του ζητήματος της ομοιόμορφης εφαρμογής και ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου.

Σε περίπτωση αμφιβολίας, λοιπόν, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) είναι αρμόδιο για την ερμηνεία της νομοθεσίας της ΕΕ (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ), και ενεργεί ως εγγυητής αυτής και της ομοιόμορφης εφαρμογής της. Δύο πολύ σημαντικές αποφάσεις του ΔΕΕ που αφορούν στις πρώιμες προσπάθειές του να αντιμετωπίσει τις πιθανές διαφορές μεταξύ των διάφορων γλωσσικών εκδόσεων μιας Οδηγίας είναι οι εξής:

Το 1969 στην υπόθεση Stauder κατά Ulm (C-29/69) το ΔΕΕ έκρινε, μεταξύ άλλων: “Όταν μια μοναδική απόφαση απευθύνεται σε όλα τα κράτη-μέλη, η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής, συνεπώς δε και ομοιόμορφης ερμηνείας, αποκλείει τη λήψη υπόψη του νομοθετικού αυτού κειμένου μεμονωμένα σε μια από τις γλωσσικές αποδόσεις, αλλά απαιτεί να ερμηνεύεται σε σχέση τόσο με την πραγματική βούληση εκείνου που το εξέδωσε, όσο και με τον σκοπό που ο τελευταίος επιδίωκε, ακριβώς υπό το πρίσμα όλων των γλωσσικών αποδόσεων”.

Επίσης, το 1982, στην υπόθεση Cilfit κατά Υπουργείου Υγιεινής (C-283/81) το ΔΕΕ αποφάσισε ότι: “Πρέπει πρώτα να λαμβάνεται υπόψη ότι τα κείμενα του κοινοτικού δικαίου συντάσσονται σε περισσότερες γλώσσες και ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις είναι εξίσου αυθεντικές. Η ερμηνεία μιας διάταξης κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται, επομένως, σύγκριση των γλωσσικών αποδόσεων”. Το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει, επίσης, ότι: “Πρέπει, περαιτέρω, να παρατηρηθεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση της απόλυτης συμφωνίας των γλωσσικών αποδόσεων, το κοινοτικό δίκαιο χρησιμοποιεί δική του ορολογία. Εξάλλου πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι νομικές έννοιες δεν έχουν κατ’ ανάγκη το ίδιο περιεχόμενο στο κοινοτικό δίκαιο και στα διάφορα εθνικά δίκαια”.

Ο προβληματισμός, λοιπόν, που εγείρει η πολυγλωσσική αρχιτεκτονική του ενωσιακού δικαίου είναι ότι τα γλωσσικά ζητήματα είναι εξίσου σημαντικά με τα νομικά ζητήματα. Η ιδιαιτερότητα του ευρωπαϊκού δικαίου έγκειται στη διαδικασία της χρηστής διαχείρισης όλων εκείνων των νομικών όρων που είναι καθολικοί και μοναδικοί, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να αποδίδονται στην εκάστοτε περίπτωση με τρόπο τέτοιον ώστε, αφενός, να καλύπτουν το ευρωπαϊκό δικαϊκό σύστημα και, αφετέρου, να ανταποκρίνονται στις γλωσσικές και νομικές ιδιαιτερότητες του κάθε κράτους-μέλους.

Πηγές:

  1. European Journal of Legal Studies. (2018). Conference articles: multilingual EU law: a new way of thinking. http://cadmus.eui.eu/handle/1814/59865
  2. Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (2011). Το αλφάβητο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2012/09/Klaus%E2%80%91Dieter-Borchardt-24grammata.com_.pdf
  3. European Parliament-Think Tank. (2017). Legal aspects of EU multilingualism. http://www.europarl.europa.eu/thinktank/en/document.html?reference=EPRS_BRI(2017)595914
  4. European Monographs. (2009). European Interpretation of European Union Law. https://books.google.gr/books?hl=el&lr=&id=YKuCJ4fBwX4C&oi=fnd&pg=PA1&dq=EUROPEAN+LAW+AND+MULTILINGUALISM&ots=5S6ZYj4I_h&sig=9Vp8bxlQuKd5k7Tw9VOItBpVbLU&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false
  5. Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. (2000). Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. http://www.europarl.europa.eu/charter/pdf/text_el.pdf
  6. EUR-LEX. (1969). ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ 12.11.1969 – ΥΠΟΘΕΣΗ29/69. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:61969CJ0029&qid=1552086181517&from=EL
  7. EUR-LEX. (1982). ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ 6.10.1982 – ΥΠΟΘΕΣΗ 283/81. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:61981CJ0283&qid=1552086482297&from=EL
  8. Κανελλόπουλος, Π.Ι. (2010). Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-Συνθήκη της Λισσαβώνας. 5η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα ΑΕ.

Tagged under:

Απόφοιτη του τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου με εξειδίκευση στις Ευρωπαϊκές Σπουδές. Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται σε ζητήματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει εργαστεί ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας και Πληροφόρησης στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης- Europe Direct Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, καθώς και εθελοντικά ως Υπεύθυνη του Κέντρου Ευρωπαϊκής Τεκμηρίωσης Γεώργιος Παπαδημητρίου και στην Διοικητική Υποστήριξη προγραμμάτων Jean Monnet του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest