Εκπαίδευση στην Τουρκία : Ο εργαλειακός χαρακτήρας της στα πλαίσια εθνικών και πολιτικών επιδιώξεων – Μέρος Α’

Το παρόν άρθρο αποτελεί το πρώτο σκέλος μιας διμερούς ανάλυσης, σκοπός της οποίας είναι να επικεντρωθεί και να εστιάσει στον διαχρονικά εργαλειακό χαρακτήρα της εκπαίδευσης στην Τουρκία, στις διάφορες μορφές που προσέλαβε αυτή η χρησιμοποίηση, καθώς και στους απώτερους στόχους που εκπληρώνονται μέσω αυτής της διαδικασίας.

Ο ρόλος της εκπαίδευσης στην κοινωνία, αλλά και εν γένει στο σύνολο των λειτουργιών του εκάστοτε κράτους είναι πολυσήμαντος, καθώς αυτή λειτουργεί στην βάση της πνευματικής ολοκλήρωσης και ηθικής αρτίωσης των πολιτών του κράτους. Πέραν τούτου, όμως, το πεδίο της εκπαίδευσης, ως το κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης συνειδήσεων και ιδανικών των μελλοντικών πολιτών, προσφέρεται επίσης για την εξυπηρέτηση απώτερων πολιτικών στοχεύσεων, με το παράδειγμα της Τουρκίας να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτό που καθιστά, όμως, ιδιαίτερα ξεχωριστή την περίπτωση της γείτονος χώρας, είναι το γεγονός ότι για τελείως διαφορετικούς σκοπούς και περιστάσεις -από την μία ενίσχυση εθνικής ταυτότητας στα πλαίσια ενός κοσμικού κράτους επί Ατατούρκ, και από την άλλη προώθηση του ισλαμικού χαρακτήρα του κράτους επί Ερντογάν – προκρίνεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις η ίδια λύση: η παρέμβαση και η ‘προπαγάνδα’ μέσα από την εκπαίδευση. Οι σκοποί αλλάζουν, επηρεάζονται από την πραγματικότητα της κάθε εποχής, μα τα μέσα βλέπουμε να παραμένουν ίδια (Weise, 2017).

Η Διαμόρφωση Νέας Εθνικής Ταυτότητας για την επίτευξη εθνικής ενότητας

Για να αντιληφθούμε καλύτερα τον ρόλο της εκπαίδευσης στην Τουρκία, πρέπει πρώτα να ανιχνεύσουμε το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή εντασσόταν κάθε φορά. Κατά την αρχική διαμόρφωση του σύγχρονου τουρκικού κράτους την περίοδο του Κεμαλικού μονοκομματισμού, από το 1925 έως το 1945, βασικές επιδιώξεις της πολιτικής ηγεσίας ήταν τόσο η εκκοσμίκευση, όσο και ο εκσυγχρονισμός του κράτους, ο οποίος περνούσε μέσα από την σύνδεση του κράτους με την Δύση και τα πρότυπα αυτής. Προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση λειτουργούσε η ιδεολογία του Κεμαλισμού και οι 6 αρχές αυτού, με δύο εξ’ αυτών -την κοσμική ιδεολογία και τον εθνικισμό- να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Προσέλαβαν τόσο ακραία μορφή μάλιστα, κατά την δεκαετία του ’30, όπου αφενός αποτέλεσαν τη βάση δογμάτων που προπαγανδίζονταν στα σχολεία, και αφετέρου χρησιμοποιήθηκαν, συνδυαστικά με την συνακόλουθη δημιουργία ιστορικών μύθων, για την κατασκευή μιας νέας εθνικής ταυτότητας (Zurcher, 2004).

Ο πιο άμεσος και αποτελεσματικός τρόπος προκειμένου να διαδοθούν αυτές οι απόψεις και τα δόγματα που ανήλθαν στην επιφάνεια ήταν μέσω της εκπαίδευσης και των σχολικών εγχειριδίων, καθότι το ισχυρότερο μέσο επιβολής αντιλήψεων και επίσημων θέσεων της Πολιτείας είναι η εκπαίδευση – άλλωστε τα εγχειρίδια εγκρίνονται από επιτροπές που διορίζονται από το κράτος, από το Συμβούλιο Κατάρτισης και Εκπαίδευσης, κι ως εκ τούτου ελέγχονται ( Σολταρίδης, 2000).  Μέσω των εγχειριδίων, η Πολιτεία επιδιώκει να καταστήσει αντιληπτή στους νέους τόσο την έννοια της εθνικής συνεκτικότητας, όσο και την αναγκαιότητα ύπαρξης “εθνικής ενότητας” και κοινών καταβολών.

Η ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας εθνικής ταυτότητας είχε ζωτικό χαρακτήρα για την Τουρκική Δημοκρατία, δεδομένου ότι το τουρκικό έθνος χαρακτηριζόταν, επί αιώνες, από φυλετική πολυσύνθεση, με πλήθος προϊστορικών τουρκικών φύλων να απαρτίζουν, παρά τις όποιες ανομοιογένειες τους, έως και σήμερα το Τουρκικό κράτος (Andrews, 2002). Μέσα από τα σχολικά βιβλία μάλιστα βλέπουμε να τονίζεται εμφατικά η σημασία της εθνικής ενότητας, καθώς γράφεται ότι ”το έθνος πρέπει να ζήσει χωρίς να θιχθεί η ενότητα, η οποία σχετίζεται με την ´ακεραιότητα του κράτους” ή ότι ‘’οι εχθροί της χώρας στοχεύουν στη Δημοκρατία, στον Εθνικισμό και στις κεμαλικές αρχές και μεταρρυθμίσεις με σκοπό να αποδυναμώσουν την εθνική ενότητα και να διαλύσουν την Τουρκία” (Türkiye Cumhuriyeti Inkilap Tarihi ve Atatürkçülük, 1996). Ως εκ τούτου, η νέα αυτή εθνική ταυτότητα, της οποίας στόχος ήταν να λειτουργήσει ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας στην προσπάθεια του κράτους για εκσυγχρονισμό, έπρεπε να βρει κάποια ‘στέρεα’ θεμέλια για να στηριχθεί, τα οποία και τα βρήκε, ή τουλάχιστον προσπάθησε να τα βρει, στον τομέα του πολιτισμού.

Ενδεικτικό παράδειγμα του ερείσματος που προσέφερε ο πολιτισμός  προς αυτήν κατεύθυνση αποτελεί το κείμενο “Τί είναι ο Τουρκισμός” του Ζιγιά Γκιοκάλπ, οι ιδέες του οποίου επηρέασαν και τον Κεμάλ. Σύμφωνα με αυτό λοιπόν “το έθνος δεν διακρίνεται βάσει της φυλής και της καταγωγής του, αλλά βάσει των πολιτιστικών του καταβολών και του κοινού πολιτισμού που φέρει.” ενώ σε άλλο σημείο ο ίδιος αναφέρει ότι “Τούρκος είναι ο κάθε άνθρωπος που αισθάνεται και υποστηρίζει ότι είναι Τούρκος, ζει και αποκτά βιώματα μέσα στην κοινωνία του και έχει τις δικές του καταβολές” (Ziyâ Gökâlp,1959). Με αυτόν τον τρόπο γίνεται ξεκάθαρη και εξηγείται η βασική ιδεολογία πάνω στην οποία βασίζεται η Τουρκία για να προωθήσει την ιδέα της “εθνικής ενότητας” και  του “εθνικού πολιτισμού”. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η προσπάθεια καλλιέργειας του ´ομόεθνον´ όλων των τουρκικών φυλών στηρίζεται στις κοινές πολιτισμικές καταβολές, αποσκοπώντας προφανώς στο να εξυψώσει το εθνικό φρόνημα και να καταδείξει το μέγεθος του έθνους .

Πολιτισμική Όψη: Η επίδραση μέσα από την Γλώσσα και την Ιστορία

Σημαντικό, επίσης, πεδίο δράσης και εξελίξεων, που προσέφερε γόνιμο έδαφος για την ανάδυση-δημιουργία νέων θεωριών προς ‘προπαγάνδα’ αποτέλεσε η γλώσσα. Μετά την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου το 1928, ορόσημο αποτέλεσε η ριζική Γλωσσική Μεταρρύθμιση (Dil Devrimi) που προωθήθηκε και η οποία αποσκοπούσε στον ολοκληρωτική ‘καθαρότητα’ της γλώσσας, μέσω της αφαίρεσης των υπαρχόντων Αραβικών και Περσικών γλωσσολογικών στοιχείων (Heyd,1954). Ως αποτέλεσμα, οι καινούργιες λέξεις που δημιουργήθηκαν μέσα από αυτήν την διαδικασία, μεταφέρθηκαν κατόπιν εντολής του Υπουργείου Παιδείας στην εκπαίδευση, καθώς και στις εφημερίδες. Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, υπήρχε κάποιο βαθύτερο, ιδεολογικής φύσεως κίνητρο που ενίσχυε την ένταση και το μέγεθος της μεταρρύθμισης από την πλευρά του Κεμάλ: αυτή θεωρήθηκε ως ένας ακόμη τρόπος να αποκοπεί η τουρκική κοινωνία από τις μεσανατολικές και ισλαμικές παραδόσεις, και να προσανατολιστεί προς την Δύση (Zurcher, 2004).

Επιπλέον, στα πλαίσια της ζητούμενης εθνικής ενότητας, υπήρχε η ανάγκη να τονωθεί το εθνικό φρόνημα και να γίνει αντιληπτό το τουρκικό έθνος ως ένα (έθνος) με ένδοξο παρελθόν και σπουδαία μοίρα, το οποίο θα αποκτούσε κάποια στιγμή στο μέλλον την θέση που του αρμόζει μεταξύ των ‘πολιτισμένων Δυτικών’ εθνών. Ακριβώς πάνω σε αυτήν την ανάγκη ΄πάτησε’ και η ‘ Θεωρία του Ήλιου’ (The Sun-Language Theory / Giinep Dil Teorisi), στην προσπάθεια ανάδειξης της Τουρκικής Γλώσσας.

Η θεωρία αυτή, που υιοθετήθηκε το 1935 από το καθεστώς και αποτέλεσε εργαλείο προπαγάνδας -ενώ ακόμη θεωρήθηκε από την πλειονότητα των ερευνητών πλαστή και αντιεπιστημονική-, υποστήριζε ότι όλες οι γλώσσες προέρχονταν από μια αρχέγονη, που ομιλούταν στην κεντρική Ασία, ότι τα τουρκικά βρίσκονταν πιο κοντά από όλες σ’ αυτήν την ρίζα και ότι όλες οι γλώσσες είχαν αναπτυχθεί από την αρχέγονη μέσω των τουρκικών ( Lewis, 1999).

Από το 1932, κυρίαρχο ρόλο στην τουρκική ιστορική διδασκαλία διαδραμάτισε η “Τουρκική Ιστορική Θέση”, η όποια παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1932 στην Άγκυρα, στο πρώτο συνέδριο του Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας (Türk Tarih Kurumu) (Erik J.Zürcher, ,2004). Σύμφωνα με αυτή, οι Τούρκοι ήταν απόγονοι αρίων φυλών που κατοικούσαν στην κεντρική Ασία, μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές (Κίνα, Ευρώπη, Μέση Ανατολή) και δημιούργησαν με αυτόν τον τρόπο τους μεγάλους πολιτισμούς του κόσμου. Μάλιστα οι Χετταίοι, οι Σουμέριοι -όπως και οι Τρώες- βλέπουμε να αποκαλούνται “πρωτο-Τούρκοι” στα ιστορικά εγχειρίδια, ενώ συνολικά παρατηρούμε να σφραγίζεται η καταγωγή των πολιτών της χώρας από την γη που κατοικούνταν (ό.π.). Ακόμη, η Ανατολία παρουσιάζεται ως τουρκική περιοχή από αρχαιοτάτων χρόνων, με αναφορές όπως η παρακάτω να αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα του ευρύτερου πλαισίου: ‘’οι Τούρκοι έχουν μία συνεχή ιστορική παρουσία 4.000 ετών, η οποία δεν εμφανίζεται σε μια γεωγραφική περιοχή, αλλά σε πολλές λόγω των μετακινήσεων των τουρκικών φυλών’’(Tarih 1,1994). Πρωταρχικό μέλημα της θεωρίας αυτής είναι η οικοδόμηση μιας νέας εθνικής ταυτότητας, μη άμεσα συνδεόμενης με το Ισλάμ, που εστιάζει στην ιστορική συνέχεια του έθνους και βασίζεται στην, ιστορικά μεγάλης αξίας, μακρά και συνεχή παρουσία του τουρκικού έθνους ( Berk,2004).Βάση της εθνικής υπερηφάνειας αποτελεί, πέρα από την ιστορική συνέχεια, η συνεχής προσφορά του τουρκικού έθνους προς τον πολιτισμό. Αρχικά επιτυγχάνεται η τόνωση της εθνικής περηφάνειας, λόγω της πολυσήμαντης δράσης του έθνους στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτισμού, η οποία αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από “το υψηλό πολιτιστικό φρόνημα και την ευρεσιτεχνία των Τούρκων”, την ύπαρξη δημοκρατικών θεσμών στη διοίκηση, από το ότι “οι στρατιωτικές ,πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού σε συνέλευση” (Tarih 1, ,1994), από την ακτίνα επιρροής του έθνους -ο Γιαχγιά Κεμάλ Μπεγιατλί στο βιβλίο ‘Edebiyat 3’ τονίζει τον “υψηλό πολιτισμό που οι Τούρκοι δημιούργησαν στα Βαλκάνια”-  και τα μνημεία-έργα τέχνης (Σολταρίδης, 2000).

Επιστρατεύοντας τα τελευταία, οι Τούρκοι συγγραφείς προσπαθούν να καταδείξουν επίσης την ανωτερότητά τους, ιστορικά και πολιτιστικά, έναντι κυρίως των Ελλήνων, προκειμένου να αναιρέσουν την διαχρονικότητα του ελληνικού έθνους και να αποδείξουν ότι αποτελούν τους μόνους απογόνους των αρχαίων λαών της Ανατολής. Η θέση αυτή αποτυπώνεται εμφανώς στο πρώτο βιβλίο ιστορίας (Tarih 1),οπού τονίζεται ότι “η ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ των αρχαίων έργων τέχνης της Κρήτης και της Τροίας από τη μία, και αυτών στις τουρκικές περιοχές ανατολικά της Κασπίας από την άλλη, αποτελεί σημαντική απόδειξη ότι … όλες οι πηγές της ελληνικής επιστήμης, τέχνης και φιλοσοφίας προέρχονται από την Ανατολική Ανατολία” (Tarih 1,1994).Η αναγκαιότητα προβολής της Τουρκίας σε πλεονεκτική θέση έναντι των άμεσων ‘εχθρών’ της -όπως η Ελλάδα- οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο αίσθημα ´αδικίας´ που την διακατέχει, καθώς θεωρεί ότι η Δύση δεν έχει αναγνωρίσει το μεγαλείο και την ανωτερότητα των Τούρκων. Για να καλυφθεί-αντισταθμιστεί αυτή η ´έλλειψη προσοχής´ προς την τουρκική μεριά, τα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια αναλαμβάνουν να καταδείξουν τα ίδια το μεγαλείο των Τούρκων, με τον τουρκικό πολιτισμό να  παραλληλίζεται με τον ελληνικό : “όπως οι Ευρωπαίοι αποδίδουν ανθρωπιστική αξία στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό, την ίδια αξία έχουν και οι παλαιοί πολιτισμοί των Αιγυπτίων, των Ινδών, των Κινέζων και των Τούρκων” (Türk Dili ve Edebiyati, Türk Dili 2,1993,). Προκειμένου να καταστεί ακόμη πιο σαφές ότι η ελλειμματική αξιολόγηση της Δύσης ευθύνεται αποκλειστικά  για την μη αναγνώριση, κι άρα ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα υστέρησης των Τούρκων έναντι των υπολοίπων -κάτι βέβαια που θα αντέκειντο στην τόνωση της εθνικής περηφάνειας-, επισημαίνεται ότι “ο ευρωπαϊκός πολιτισμός πήρε αξία από τα δικά του στοιχεία, που έχουν αξιολογηθεί κατάλληλα” (Türk Dili ve Edebiyati, Türk Dili 2, 1993) και ότι το τουρκικό κράτος “πρέπει να λάβει την αρμόζουσα θέση μεταξύ των κρατών” (Türk Dili ve Edebiyat 4, 1995). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η τουρκική Πολιτεία προσπαθεί να εμφυσήσει στις νέες γενιές, μέσω της εκπαίδευσης, ένα ισχυρό αίσθημα περηφάνειας, τόσο έντονο που κάποιες φορές μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε αισθήματα ανωτερότητας, τα οποίο εμμέσως αντισταθμίζουν ψυχολογικά την ανάγκη μίμησης της Ευρώπης ( Σολταρίδης, 2000).

Αντί Επιλόγου

Η Δημιουργία νέας εθνικής ταυτότητας, η εθνική ενότητα και συνοχή, ο εθνικισμός και η διάδοση θεωριών που τοποθετούν την Τουρκία στο επίκεντρό τους, αποτελούν μόνο μερικά από τα σημαντικότερα δείγματα της εργαλειακής χρησιμοποίησης της εκπαίδευσης.  Έχοντας διαπιστώσει, σε πρώτο στάδιο, από τα παραπάνω, τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί αυτή, στα πλαίσια επίτευξης ευρύτερων πολιτικών και εθνικών σκοπών, στο επόμενο άρθρο θα εξεταστεί η άλλη όψη του νομίσματος. Θα επιχειρηθεί να καταδειχτεί πώς χρησιμοποιείται και πάλι η εκπαίδευση, ιδίως κατά την τελευταία δεκαετία, με την (επι)στροφή του Ερντογάν προς το Ισλάμ, για να υποστηρίξει αυτή τη φορά ένα καθεστώς με έντονο ισλαμικό χαρακτήρα, ενώ παράλληλα θα εξεταστεί το πώς αντικατοπτρίζεται στα σχολικά εγχειρίδια ο ‘εθνικός άλλος’ -η Ελλάδα εν προκειμένω- μέσα από μια ενιαία και συνεκτική αφήγηση για τα ‘σημαντικά γεγονότα’ του παρελθόντος.

Πηγές:

  1. Zürcher, E. (2004). Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας. εκδ. Αλεξάνδρεια.
  2. Σολταρίδης, Σ. (2000). Κεμαλικός Εθνικισμός. εκδ.Λιβάνη.
  3. Andrews, P. (2002). Ethnics Groups in the Republic of Turkey. εκδ. Reichert Verlag.
  4. Gokalp Z. (1959). Turkish Nationalism and Western Civilization. εκδ. George Allen & Unwin.
  5. Lewis, G. (2002). The Turkish Language Reform: A Catastrophic Success, Oxford University Press.
  6. Heyd, U. (1954). Language reform in modern Turkey. εκδ. Israel Oriental Society.
  7. Berk, O. (2004). Translation and Westernisation in Turkey from the 1840s to the 1980s. εκδ. Ege Yayinlari.
  8. Weise, Z. (2017). Turkey’s new curriculum: More Erdoğan, more Islam. https://www.politico.eu/article/erdogan-turkey-education-news-coup-analysis-curriculum-history-istanbul/

 

 

 

Tagged under:

Τελειόφοιτος φοιτητής στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου. Είναι μέλος της Ομάδας Γεωπολιτικού Ρίσκου στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, ως υποψήφιος δόκιμος ερευνητής και κάνει την πρακτική του άσκηση στο Ειδικό Γραφείο Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών. Η γοητεία των Διεθνών Σχέσεων, του Διεθνούς Δικαίου καθώς και η αλληλεξάρτηση αυτών αποτελεί την κύρια πηγή έμπνευσης της ερευνητικής του δραστηριότητας. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest