Υπόθεση Antović and Mirković κατά Μαυροβουνίου -Άρθρο 8 ΕΣΔΑ

Μεταξύ των σημαντικότερων εκφάνσεων της υπόστασης του ανθρώπου είναι αυτή της ανάγκης για ιδιωτικότητα. Αυτό δεν περνάει απαρατήρητο από τις έννομες τάξεις ανά την υφήλιο, οι οποίες προστατεύουν σε συνταγματικό, μάλιστα, επίπεδο το δικαίωμα των διοικουμένων στον ιδιωτικό βίο. Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούν και τα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα με μία σύμβαση ευρωπαϊκού βεληνεκούς, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπο (ΕΣΔΑ) και, συγκεκριμένα, με το άρθρο 8 αυτής. Η ρητή προστασία είναι κρίσιμη, καθώς με την ανάπτυξη της τεχνολογίας γίνεται όλο και πιο εύκολη η εισχώρηση κράτους και ιδιωτών στην ιδιωτική σφαίρα ενός ατόμου. Εξάλλου, αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των περιπτώσεων, με τις οποίες το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί σε ανάλογες υποθέσεις.

Ως προς την ίδια τη διάταξη, είναι καταφανές ότι προστατεύει τέσσερα έννομα αγαθά, τον ιδιωτικό βίο, την οικογενειακή ζωή, την κατοικία και την αλληλογραφία, τα οποία μοιράζονται το χαρακτηριστικό ότι έγκεινται στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου. Εκείνο που δεν είναι προφανές είναι το τι ακριβώς περιλαμβάνει ο όρος «ιδιωτική ζωή». Το ίδιο το Δικαστήριο δεν έχει καταλήξει σε κάποιον ορισμό, αφήνοντας περιθώριο για ερμηνεία προσαρμοσμένη στις συνθήκες της εκάστοτε περιόδου. Ενδεικτικά θα λέγαμε ότι περιλαμβάνει το όνομα, τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα, το γενετήσιο προσανατολισμό, την ατομική αυτονομία, την ανάπτυξη επαγγελματικής δραστηριότητας και κοινωνικών σχέσεων.

Από το αρ. 8 απορρέει η αρνητική κρατική υποχρέωση να απέχει από οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα αυτό, αλλά και θετικές υποχρεώσεις που συνίστανται σε λήψη μέτρων που εξασφαλίζουν το σεβασμό του δικαιώματος όχι μόνο στις σχέσεις πολίτη κράτους, αλλά και πολιτών μεταξύ τους. Πρόκειται, δηλαδή, για δικαίωμα με άμεση τριτενέργεια στις σχέσεις μεταξύ διοικουμένων.

Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου, υπάρχει πρόβλεψη νόμιμου περιορισμού του εν λόγω δικαιώματος, υπό τις αποκλειστικά απαριθμιζόμενες προϋποθέσεις που αυτή θέτει. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύει η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, Antović and Mirković κατά Μαυροβουνίου (28 Νοεμβρίου 2017), με την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προσέγγιση της μειοψηφούσας γνώμης.

Περιστατικά

Την 1η Φεβρουαρίου 2011, ο Πρύτανης της σχολής Μαθηματικών του Πανεπιστημίου του Μαυροβουνίου ανακοίνωσε στους καθηγητές ότι στο εξής τα μαθήματα θα παρακολουθούνται από κύκλωμα καμερών. Μάλιστα, ανέφερε ότι την απόφαση αυτή δικαιολογούσαν λόγοι ασφαλείας των ατόμων και της περιουσίας, καθώς και η παρακολούθηση του μαθήματος. Τα δεδομένα θα ήταν ασφαλισμένα με κωδικούς και θα διατηρούνταν για ένα έτος. Στις 14 Μαρτίου δύο εκ των διδασκόντων προσέφυγαν στην Υπηρεσία Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αιτούμενοι την απομάκρυνση του συστήματος παρακολούθησης, ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για τα υλικά αντικείμενα -αφού οι αίθουσες κλείδωναν-, αλλά ούτε και φόβος για την ασφάλεια των ατόμων. Ακολούθησε η αναφορά δύο επιθεωρητών, κατόπιν επίσκεψης στο Πανεπιστήμιο, σύμφωνα με την οποία η βιντεοσκόπηση δεν ήταν αντίθετη στην Πράξη Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αφού υπήρξαν περιπτώσεις παράνομης συμπεριφοράς εντός του πανεπιστημίου, όπως ήταν η καταστροφή της περιουσίας του. Μάλιστα, δεν θα υπήρχε μαγνητοφώνηση του ήχου, και τα δεδομένα -για τεχνικούς λόγους- θα παρέμεναν διαθέσιμα για πολύ λιγότερο από ένα έτος. Ακολούθησε ένσταση των αιτούντων κατά της ως άνω αναφοράς, με βασικό επιχείρημα ότι δεν είχαν υποπέσει στην αντίληψή τους τέτοιες παρανομίες που να δικαιολογούν την παρακολούθηση. Κατόπιν της ένστασης, το Συμβούλιο της Υπηρεσίας εξέδωσε απόφαση απομάκρυνσης των καμερών, η οποία εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 2012.

Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο

Την ίδια περίοδο, οι αιτούντες κατέθεσαν αίτηση αποζημίωσης κατά του Πανεπιστημίου για προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής, μέσω μη εξουσιοδοτημένης συλλογής και κατοχής υλικού που τούς αφορούσε, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από τη νομοθεσία, ούτε αποτελούσε αναγκαίο μέτρο, παραβιάζοντας, κατά συνέπεια, το αρ. 8§2 της ΕΣΔΑ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην Podgorica αποφάσισε κατά των προσφευγόντων, με το διατακτικό του να βασίζεται κυρίως στο ότι, αφενός, από την ως άνω διάταξη προστατεύονται οι δραστηριότητες στον επαγγελματικό τομέα, αφετέρου το πανεπιστήμιο αποτελεί χώρο όπου εκτυλίσσονται δραστηριότητες δημοσίου ενδιαφέροντος και η διδασκαλία είναι μία εξ αυτών. Ως εκ τούτου, η βιντεοσκόπησή της δεν θα μπορούσε να παραβιάσει το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μάλιστα, το συλλεχθέν υλικό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδιωτικό, αφού η καταγραφή γινόταν σε δημόσιο χώρο, όπου βρίσκονταν πολλά άτομα.

Ανώτατο Δικαστήριο

Κατόπιν έφεσης των προσφευγόντων, με τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοβάθμο Δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε καμία νομική βάση και απέτυχε να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς τους, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Podgorica επιβεβαίωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Τόνισε πως οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμά τους στην ιδιωτικότητα, και ότι το Πρωτοβάθμιο συνέδεσε επαρκώς την παρούσα υπόθεση με προγενέστερη νομολογία του.

Ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)

Οι προσφεύγοντες ενώπιον του ΕΔΔΑ επικαλέσθηκαν παραβίαση του αρ. 8 της ΕΣΔΑ και, συγκεκριμένα, παραβίαση του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή, λόγω εγκατάστασης και χρήσης συστήματος παρακολούθησης της διδασκαλίας τους εντός του Πανεπιστημίου.

Οι βασικές θέσεις των μερών μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα. Οι αιτούντες ισχυρίσθηκαν ότι η εν λόγω βιντεοσκόπηση δεν κατέτεινε σε κάποιο νόμιμο σκοπό, ούτε αποτελούσε αναγκαίο μέτρο σε μία δημοκρατική κοινωνία. Παράλληλα, ο Πρύτανης απεριόριστα συνέλεξε και κατείχε αυτό το υλικό, χωρίς οι ενδιαφερόμενοι να έχουν αποτελεσματικό έλεγχο επ’ αυτού. Η Κυβέρνηση αντέτεινε ότι η βιντεοσκόπηση σε δημόσιες δραστηριότητες δεν μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, εκτός αν το υλικό ακολούθως αποκαλυφθεί ή δημοσιευθεί. Ακόμη, η βιντεοσκόπηση εδώ ήταν νόμιμη και αποτέλεσε αναγκαίο μέτρο, καθώς δεν υπήρχε λιγότερο επεμβατική μέθοδος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος – δηλαδή, της αποτροπής περιστατικών που διαταρράσσουν την ασφάλεια εντός του Πανεπιστημίου. Σε κάθε περίπτωση, το υλικό παρέμενε φυλαγμένο μακριά από τη δημοσιότητα και, μάλιστα, διατηρούταν για ελάχιστο χρονικό διάστημα, και έπειτα διαγράφονταν αυτόματα. Τέλος, η Κυβέρνηση τόνισε την ευρεία διακριτική της ευχέρεια στον τρόπο παρακολούθησης δημοσίων χώρων στην επικράτεια.

Η κρίση του Δικαστηρίου

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, η βιντεοσκόπηση ενός υπαλλήλου στο χώρο εργασίας αποτελεί σημαντική εισβολή στην ιδιωτική του ζωή και, συνεπώς, παραβιάζει το αρ. 8 ΕΣΔΑ. Οποιαδήποτε παρέμβαση στον ιδιωτικό βίο μπορεί να επέλθει μόνο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η δεύτερη παράγραφος αυτού. Δηλαδή, πρέπει να προβλέπεται από το νόμο, ο επιδιωκόμενος σκοπός να είναι νόμιμος, και η επέμβαση να είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού σε μία δημοκρατική κοινωνία.

Υπογράμμισε, στη συνέχεια, το γεγονός ότι τα εσωτερικά δικαστήρια που έκριναν την υπόθεση δεν εξέτασαν τα παραπάνω στοιχεία, γιατί εξ αρχής δεν θεώρησαν ότι η βιντεοσκόπηση στον εργασιακό χώρο συνιστά επέμβαση στον ιδιωτικό βίο. Ανέφερε, μάλιστα, ότι σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο (ενότητα 35 της Πράξης Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) δεν απαγορεύεται γενικά η παρακολούθηση των χώρων των Πανεπιστημίων, αλλά συγκεκριμένα των αμφιθεάτρων.

Συνέχισε με τον έλεγχο της νομιμότητας του μέτρου, κατά το αρ. 8§2 ΕΣΔΑ. Βάσει του εσωτερικού δικαίου (ενότητα 36 της Πράξης Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων), μπορεί να εγκατασταθεί σύστημα παρακολούθησης σε εργασιακό χώρο, μόνο αν ο επιδιωκώμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανένα άλλο μέσο. Εν προκειμένω, η εγκατάσταση έγινε, αφενός, για την ασφάλεια, αφετέρου, για την επίβλεψη του μαθήματος. Ως προς τον πρώτο σκοπό, από την αναφορά της Υπηρεσίας Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, δεν προέκυψε καμία κατάσταση διακινδύνευσης για ανθρώπους ή περιουσιακά αγαθά, ενώ ως προς τον δεύτερο, αυτός δεν προβλεπόταν στη νομοθεσία ως νόμιμος σκοπός για βιντεοσκόπηση. Άρα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αφού κανένας από τους δύο επιδιωκόμενους σκοπούς δεν ενεργοποιούσε την εφαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας -ο πρώτος επειδή δεν επληρούτο και ο δεύτερος επειδή δεν προβλεπόταν-, το πρώτο κριτήριο που θέτει η 8§2 ΕΣΔΑ δεν πληρούται. Επομένως, προκύπτει παραβίαση του αρ. 8, και παρέλκει η εξέταση των λοιπών κριτηρίων της δεύτερης παραγράφου του.

Μειοψηφούσα γνώμη

Ενώ η πλειοψηφία, προκειμένου να αποφανθεί, εστίασε στην βιντεοσκόπηση καθαυτή, η μειοψηφία προτείνει μία συνολική θεώρηση των περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης. Πιο αναλυτικά, θεωρούν ότι η πλειοψηφία διεύρυνε υπερβολικά το πεδίο του αρ. 8 και την έννοια «ιδιωτική ζωή», θεωρώντας ότι η βιντεοσκόπηση στο χώρο εργασίας αρκεί, ώστε να θεωρηθεί ότι επήλθε παραβίαση του ως άνω. Αντίθετα, η δική τους πρόταση είναι να εξετασθούν οι δραστηριότητες που βιντεοσκοπήθηκαν, αν η βιντεοσκόπηση ήταν συστηματική και στοχευμένη, αν οι βιντεοσκοπούμενοι είχαν εύλογη πεποίθηση ιδιωτικότητας στο συγκεκριμένο χώρο, αν ειδοποιήθηκαν πριν, ποιος έχει το υλικό, πώς αυτό χρησιμοποιείται, και γενικά πολλοί παράγοντες που η πλειοψηφία παρέκαμψε.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα περιστατικά της υπόθεσης, καταλήγουν ότι οι προσφεύγοντες είναι πανεπιστημιακοί που δίνουν διαλέξεις σε ένα αμφιθέατρο, ασκώντας επαγγελματική δραστηριότητα σε οιονεί δημόσιο περιβάλλον, και όχι σε κάποιο γραφείο. Δοθέντος, μάλιστα, ότι ήταν ενήμεροι για την επικείμενη βιντεοσκόπηση, οι εύλογες προσδοκίες τους για ιδιωτικότητα ήταν προφανώς πολύ περιορισμένες. Επομένως, το γεγονός και μόνο της βιντεοσκόπησης, απογυμνωμένο από τα επιμέρους περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεν μπορεί αυτομάτως να οδηγεί σε διαπίστωση παραβίασης του δικαιώματος στον ιδιωτικό βίο, και η γνώμη τους συνίσταται, τελικά, στη μη ύπαρξη παραβίασης του αρ. 8.

Πηγές:

  1. Καραβίας, Μ. σε Σισιλιάνος, Λ.-Α. (2013). Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Νομική Βιβλιοθήκη, pp. 311-312, 314-315, 342.
  2. Ακριβοπούλου, Χ. Μ. (2011). Η προστασία της ιδιωτικότητας στην ΕΕ: μια ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου και της νομολογίας του ΔΕΚ.
  3. JUSTINA.GR. (2018). Βιντεοσκόπηση αμφιθεάτρου πανεπιστημιακής σχολής εν ώρα μαθήματος. http://www.justina.gr/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1/videoskophsh-amfitheatrou-panepisthmiakhs-sxolhs-en-wra-mathhmatos/
  4. ECHR. (2017). Antović and Mirković v. Montenegro.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (10 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Απόφοιτος Νομικής Σχολής Αθηνών. Μεταπτυχιακές σπουδές στο "Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο" στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρακτική άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συμμετοχή στον Εθνικό Διαγωνισμό Εικονικής Δίκης 2015 και στο ICC Moot Court 2016.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest