Ελλάδα και Διπλωματία στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Εβδομήντα πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις που περιείχε το τελεσίγραφο που επιδόθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940 στον Έλληνα πρωθυπουργό, Ιωάννη Μεταξά. Συνέπεια αυτής της απόφασης ήταν η είσοδος της χώρας μας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μίας χώρας ουδέτερης έως τότε, ενώ σήμερα η ημέρα αυτή τιμάται ήδη από την περίοδο της Κατοχής και ειδικότερα από το 1944, ως Εθνική Εορτή. Έτσι, κάθε χρόνο δίνεται μεγάλη σημασία στην ημέρα αυτή, μικρή αναφορά γίνεται όμως στις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με τις αντιμαχόμενες χώρες, και πιο συγκεκριμένα, με τις χώρες του Άξονα, Γερμανίας και Ιταλίας.

Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική

Η άνοδος του Ιωάννη Μεταξά και η επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του 1936 δεν οδήγησαν στην άσκηση μίας ιδεολογικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά παραδόξως χρησιμοποιήθηκε μία καθαρά διπλωματική πολιτική η οποία θα επέφερε συμμάχους και ασφαλή θέση στην Ελλάδα. Έτσι, την περίοδο 1936-1944, η ελληνική εξωτερική πολιτική παρέμεινε προσηλωμένη σε δύο άξονες: στην αναζήτηση συμμάχων στον γειτονικό χώρο και στην διαφύλαξη της ουδετερότητας της χώρας.  Από την μία πλευρά, στον Βαλκανικό χώρο γίνονταν ήδη από το 1930 έντονες προσπάθειες επίτευξης διαβαλκανικών συμμαχιών. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα προσπάθησε να κρατήσει την λεγόμενη «πολιτική των ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τις χώρες του Άξονα και τις Δυτικές Δυνάμεις. Η προσπάθεια αυτή εξασφαλιζόταν μέσω διπλωματικών ενεργειών εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, διεθνών συμμαχιών, καθώς και έμφαση στον εξοπλισμό και στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Η «πολεμική» ουδετερότητα της Ελλάδας σαφώς και ευνοούσε θετικά τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, καθώς δεν ήθελαν να υπάρξει ανατροπή του status quo της Μεσογείου και των Βαλκανίων.

Η οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από το Βερολίνο λόγω των εξαγωγών της, καθώς και οι φιλογερμανικές αντιλήψεις και θέσεις του Μεταξά, θα έκαναν απόλυτα κατανοητή και αναμενόμενη την ένταξη της χώρας στο πλευρό των Δυνάμεων του Άξονα. Ωστόσο, η Ελλάδα είχε κάθε συμφέρον να έχει καλές σχέσεις με την πανίσχυρη βρετανική δύναμη και να ενταχθεί στην ευρύτερη σφαίρα της βρετανικής επιρροής, τόσο εξαιτίας πολιτικών, οικονομικών αλλά φυσικά και γεωπολιτικών λόγων. Όπως εξέφρασε και ο ίδιος ο Μεταξάς το 1934 στο Συμβούλιο των Αρχηγών, δεν θα μπορούσε η Ελλάδα να βρίσκεται σε αντίθετο στρατόπεδο από την μεγαλύτερη ναυτική δύναμη. Οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν καθαρά φιλικές και τυπικές, καθώς η Βρετανία δεν επιθυμούσε την εποχή αυτή να υπογράψει δεσμευτικές συμφωνίες και να παρέχει εγγυήσεις στην Ελλάδα οι οποίες θα επιδείνωναν τις ήδη τεταμένες σχέσεις της με την Ιταλία και θα έθεταν σε κίνδυνο το ναυτικό status quo στη Μεσόγειο.

Διπλωματικές Σχέσεις με την Ιταλία

Πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο, η Ελλάδα ήδη από την δεκαετία του 1910 είχε τεταμένες σχέσεις με την Ιταλία. Ωστόσο είχαν γίνει αρκετές αξιοσημείωτες προσπάθειες βελτίωσης των σχέσεων, με σημαντικότερη την δημιουργία του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου Φιλίας (1928) που συνεπαγόταν ανάμεσα σε άλλα και συμφωνία μη επίθεσης. Με την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η ελληνική πλευρά χρησιμοποιεί και εδώ τρόπους διπλωματικής συνεννόησης και προσελκύει την Ιταλία σε μία ανεπιτυχή προσπάθεια ανανέωσης του Συμφώνου Φιλίας και καλλιέργειας διμερών σχέσεων. Αντίθετα με τις ιταλικές πολεμικές προδιαθέσεις (με κύρια την επίθεση κατά των Βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο), σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαμε να εμπλακούμε σε πολεμική σύρραξη. Παρόλα αυτά δόθηκε σημασία στην αμυντική θωράκιση της χώρας, με προετοιμασίες που ανήλθαν σε ύψος 12 δις δραχμών. Παρά την αυτοσυγκράτηση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην Ιταλία, στις 7 Απριλίου του 1939 ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αλβανία και ακολούθησαν άλλες ενέργειες εις βάρος της Ελλάδας, όπως η πτήση ιταλικών αεροσκαφών εντός του ελληνικού εναέριου χώρου, επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία, με κορύφωση τον τορπιλισμό του πολεμικού πλοίου «Έλλη». Παρά την αδιαμφισβήτητη ενοχή των Ιταλών, η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από άλλο πλοίο «αγνώστου εθνικότητας» έτσι ώστε να μην προκαλέσει τους Ιταλούς. Στις 10 Ιουνίου ο Mussolini ανακοίνωσε την κήρυξη πολέμου από την Ιταλία και προκάλεσε ανησυχία στην Ελλάδα για τις απώτερες προθέσεις της ιταλικής στρατηγικής. Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου ο Ιωάννης Μεταξάς απέρριψε το ιταλικό τελεσίγραφο σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Διπλωματικές Σχέσεις με την Γερμανία

Απέναντι στην Γερμανία, η πολιτική που ακολούθησε η χώρα μας βασιζόταν και αυτή στην προσπάθεια της αποφυγής των ενόπλων συγκρούσεων με τη χρήση διπλωματικών μέσων. Ακόμη κι όταν, κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, υπήρξε πρόταση από την Βρετανία να μας βοηθήσει αποστέλλοντας στρατό, η Ελλάδα αρνήθηκε κατηγορηματικά για να μην προκαλέσει την Γερμανία. Παρά το γεγονός ότι ο Hitler είχε εκφράσει την επιθυμία του να αποφύγει κάθε είδους σύρραξη στα Βαλκάνια, τα νέα στρατηγικά δεδομένα μετά την ιταλική εισβολή επέβαλαν στη γερμανική πλευρά την ανάληψη δράσης με την χρήση του σχεδίου εισβολής στη Βαλκανική Χερσόνησο (σχέδιο «Marita»). Το χειμώνα του 1941, η ελληνική εξωτερική πολιτική συνέχισε να προετοιμάζεται για την επικείμενη γερμανική επίθεση η οποία ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προσελκύσει την έμπρακτη συμπαράσταση της Βρετανίας. Όταν οι εξελίξεις στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο ήταν πλέον ραγδαίες, πολλοί αξιωματικοί του στρατού – με πρώτο τον στρατηγό Τσολάκογλου – ζητούσαν την ανακωχή της χώρας μας, σε αντίθεση με την κυβέρνηση Κορυζή η οποία, πιεζόμενη από την Βρετανία, επιθυμούσε για λίγο καιρό ακόμα την αντίσταση. Την τελική απόφαση για την επαφή με τους Γερμανούς έλαβε ο Τσολάκογλου με συνθηκολόγηση που έγινε στις 23 Απριλίου του 1941 και ακολούθησε και δεύτερο αναθεωρημένο κείμενο συνθηκολόγησης λίγες ημέρες μετά.

Η Ελλάδα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Το τέλος στους αιματηρούς πολέμους έμελλε να επέλθει μαζί με την ανάγκη για δημιουργία διεθνών οργανισμών που θα είχαν ως αντικείμενο την διασφάλιση της ειρήνης και την επίλυση των διεθνών κρίσεων. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι νικήτριες δυνάμεις, ανάμεσά τους και η χώρα μας, ίδρυσαν το 1945 τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν την ειρήνη μέσα από τη διεθνή συνεργασία και τη συλλογική ασφάλεια. H πολιτική της χώρας φεύγει από τη διμερή συνεργασία και παραμένει πλήρως προσηλωμένη στην διεθνή επικοινωνία και διπλωματία. Η Ελλάδα στρέφεται παράλληλα σε συνεργασία με τις χώρες της Δύσης, τις χώρες-υπέρμαχους του φιλελευθερισμού, υποβάλλοντας το 1959 αίτηση σύνδεσης με την ΕΟΚ (όπου τελικά προσχώρησε το 1979), την πρώτη προσπάθεια προώθησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της οικονομικής συνεργασίας. Η χώρα μας επιλέγει την υγιή επικοινωνία των κρατών, την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών, την προώθηση της ιδέας της διεθνούς συνεργασίας. Επιπρόσθετα, στον τομέα της άμυνας, η Ελλάδα εισήλθε στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο (ΝΑΤΟ) το 1954 προκειμένου να αντιμετωπίσουμε πιο αποτελεσματικά τις στρατηγικές μας σχέσεις σε μία περίοδο υψηλής ρευστότητας και αβεβαιότητας.

Μέσα από τα παραπάνω παραδείγματα γίνεται κατανοητό ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας μας δεν αλλοιώθηκε ιδεολογικά στις εξεταζόμενες περιόδους, αλλά αντιθέτως στόχευε, σε όλη την διάρκεια αυτών, στην διατήρηση διπλωματικών σχέσεων και στην ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών, τόσο σε διμερές όσο και σε πολυμερές πεδίο. Ιδιαίτερα οι ενέργειες ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ επιβεβαιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό. Ακόμη και στην σημερινή εποχή εξακολουθούν να γίνονται μεγάλες προσπάθειες επίλυσης διάφορων προβλημάτων που εμφανίζονται μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η ιστορία μάς δείχνει, λοιπόν, ότι η Ελλάδα δε μένει αμέτοχη στα ερεθίσματα που δέχεται από τους υπόλοιπους κρατικούς δρώντες, αλλά αντιθέτως καταβάλει πάντα κάθε δυνατή προσπάθεια να αμυνθεί με διπλωματικούς τρόπους απέναντι σε οποιαδήποτε νεότερη απειλή.

 

Tagged under:

Η Γεωργία Λύκουρα είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This