Ελληνική και Τουρκική πραγματικότητα 1974-89

Μόλις έξι χρόνια μετά τη πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, στην Τουρκία διενεργήθηκε το τρίτο πραξικόπημα, μετά την αποτυχία του Ετσεβίτ -του πρωθυπουργού της εισβολής στη Κύπρο- για εξομάλυνση της εσωτερικής κατάστασης της χώρας. Οι κυβερνήσεις συμμαχίας στο διάστημα 1973-80 ήταν όλες ανεξαιρέτως ανίσχυρες, γεγονός που ενέτεινε την απογοήτευση των θεματοφυλάκων του κεμαλισμού. Η εσωτερική κατάσταση στα μεγάλα κέντρα είχε ξεφύγει εκτός ελέγχου. Η πολιτική βία από τις ομάδες νεολαίας των άκρων, με τους Γκρίζους Λύκους και τους ισλαμιστές φονταμενταλιστές στα δεξιά και τους κουμουνιστές στα αριστερά, είχε καταστήσει τη κυκλοφορία στα αστικά κέντρα εξαιρετικά επικίνδυνη, με πεδία μάχης σε δρόμους και πανεπιστήμια. Ακόμη, η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, που εντάθηκε στα τέλη του ’70, είχε απογοητεύσει τη στρατιωτική ηγεσία πολύ περισσότερο. Ο συνδυασμός μόνιμου ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών και μιας βιομηχανίας που εξαρτιόταν από τις εισαγωγές πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών, οπότε και από τη διαθεσιμότητα συναλλάγματος, καθιστούσε τη τουρκική οικονομία εξαιρετικά ευάλωτη. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973-74 και του 1979-80 ήταν ένα πρόσθετο χτύπημα στη τουρκική οικονομία, η οποία έβλεπε όλο το ξένο συνάλλαγμα να εξανεμίζεται στην εισαγωγή πετρελαίου.
Η δεκαετία του ’80 εισήλθε με ένα ακόμη τελεσίγραφο των στρατιωτικών στην πολιτική εξουσία. Ωστόσο, η τελευταία φάνηκε να μην καταφέρνει να ανταποκριθεί μετά από αλλεπάλληλες προεδρικές εκλογές, και το Σεπτέμβρη του 1980, ο τουρκικός στρατός κατέλαβε και πάλι την εξουσία.

καραμανλης

Στην απέναντι όχθη, η χώρα μας, σε αντίθεση με τη Τουρκία, επέστρεφε σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κ. Καραμανλή και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις τις Νέας Δημοκρατίας ακολούθησαν μια φιλοδυτική, αλλά κυρίως φιλοευρωπαϊκή πολιτική, θεωρώντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ως μέσο απεξάρτησης από την αμερικανική επιρροή. Η λεπτή ισορροπία που προσπαθούσε να κρατήσει ο Κ. Καραμανλής μεταξύ την ατλαντικής συμμαχίας και της ευρωπαϊκής προοπτικής, δεν τον εμπόδισε από το να οδηγήσει τη χώρα στην αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Οι δυο τετραετίες της Νέας Δημοκρατίας εξυγίαναν τις ασθενικές δομές που άφησε πίσω της η χούντα και ο φόβος επανεμπλοκής του στρατού στη πολιτική απομακρύνθηκε.
Εν προκειμένω, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις της περιόδου μέχρι το 1981 που σημαίνει την αλλαγή εξωτερικής πολιτικής από τον Α. Παπανδρέου, χαρακτηρίζονται από διμερείς διαπραγματεύσεις στις οποίες ο Έλληνας Πρωθυπουργός θέτει στο τραπέζι ζητήματα εφ’όλης της ύλης. Ωστόσο, οι ξαφνικές υπαναχωρήσεις της τουρκικής ηγεσίας υπό τον Ντεμιρέλ στα μέσα του ’70, δεν πτοούν την ελληνική ηγεσία, η οποία ακάθεκτη συνεχίζει τις προσπάθειες για εξάντληση των πιθανών λύσεων σε διμερές επίπεδο. Ακολουθώντας το Άρθρο 33 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο ορίζει πως οι διαπραγματεύσεις αποτελούν το πρώτο στάδιο επίλυσης διεθνών διαφορών, και με την ενίσχυση από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, βάσει της οποίας το στάδιο των διαπραγματεύσεων πρέπει να εξαντληθεί πριν αναζητηθεί παρέμβαση –διπλωματική ή νομική- από τρίτους για την επίλυση των προβλημάτων τους, η ελληνική κυβέρνηση κατά τη πρωθυπουργία Καραμανλή απέδειξε στην διεθνή κοινότητα το σεβασμό της προς το διεθνές δίκαιο και την δυνατότητα συνδιαλλαγής στο ίδιο τραπέζι με όλα τα κράτη όποιες και να ήταν οι διαχωριστικές διαφορές.

εβρεν  Πίσω στη ταραγμένη Τουρκία του ’80, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Κενάν Εβρέν, ηγείτο το πραξικόπημα του Σεπτέμβρη του 1980. Στόχος του στρατηγού ήταν η πλήρης ανατροπή του παλαιού πολιτικού καθεστώτος, συλλαμβάνοντας παράλληλα όλες τις παρακρατικές τρομοκρατικές οργανώσεις που δημιούργησαν το έντονο κλίμα πολιτικής βίας κατά τη δεκαετία του ’70. Η επαναφορά της τάξης κα της ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας, εκτόξευσαν τη δημοτικότητα του στρατηγού Εβρέν, διευκολύνοντας τις σχεδιασμένες διεργασίες. Το νέο τουρκικό Σύνταγμα υπερψηφίστηκε -μετά την απειλή για επιβολή προστίμων στους απόντες- ενώ ο Εβρέν έγινε Πρόεδρος και με νέο Νόμο απαγορεύτηκε η εμπλοκή στη πολιτική όλων των προσώπων που συμμετείχαν στο πολιτικό στίβο πριν το 1980. Οι ελεTurgut_Ozalυθερίες περιορίστηκαν σημαντικά, ειδικά όσες αφορούσαν τη πολιτική. Όπως πάντα, όμως, ο τουρκικός στρατός αφού έκανε αυτό που θεωρούσε καθήκον του, ξεκίνησε τις διαδικασίες απομάκρυνσης του. Ιδρύθηκαν 15 κόμματα αλλά λόγω της μεγάλης σύγκλισης των προσώπων με το παλαιό πολιτικό καθεστώς, επιτράπηκε η συμμετοχή στις εκλογές του 1983, μόνο τριών. Μέσα από την ανανέωση του πολιτικού συστήματος αναδείχθηκε το άστρο του Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος και ανέλαβε Πρωθυπουργός.
Η δεκαετία του ’80 είναι μια δεκαετία φιλελευθεροποίησης της Τουρκίας, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτή η φιλελευθεροποίηση έδωσε ανάσα σε μέχρι πρότινος καταπιεσμένες ομάδες, αλλά κυρίως στις ισλαμίστικές, οι οποίες είχαν καταπιεστεί περισσότερο από τη κυριαρχία του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Αυτή η αλλαγή ίσως εξηγεί πότε ξεκίνησε η σταδιακή αποδοχή από τη πλειοψηφία του λαού, μιας πιο θρησκόληπτης και συντηρητικής οργάνωσης, η οποία είχε εξαλειφθεί από τη κοσμικότητα, την οποία κατά καιρούς επανέφερε ο στρατός και οδήγησε εν τέλει στην κυριαρχία του Κόμματος του Ερντογάν για τη πρώτη δεκαετία της χιλιετίας. Κατά τη δεκαετία που εξετάζουμε οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ε.Κ ήταν αρχικά τεταμένες. Ο συνασπισμός των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών –οι οποίοι είχαν σε υπόληψη τον Ετσεβίτ, ο οποίος ως παλαιοκαθεστωτικός είχε παραγκωνιστεί από τους στρατιωτικούς- και των Ελλήνων εκπροσώπων, που αντιδιαστέλλονταν σε μια περαιτέρω εμβάθυνση των τούρκο-ευρωπαϊκών σχέσεων, όχι μόνο κατάφεραν τη απόρριψη της υποψηφιότητας της Τουρκίας για το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά και τη σύσταση επίσημης εξεταστικής επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό της. Από το 1983 και μετά, οι σχέσεις με την Ε.Κ βελτιώνονται. Μπορεί η αίτηση για ένταξη της Τουρκίας να απορρίφθηκε σε εκείνη τη φάση, ωστόσο, της προσφέρθηκε εμπορική ένωση, ως ένα πολύ αργό και πρώιμο βήμα.
andreas-papandreou Στην ελληνική πραγματικότητα της δεκαετίας του ’80, η μέχρι πρότινος αντιπολιτευτική δύναμη του ΠΑΣΟΚ, ανεβαίνει στην εξουσία ανατρέποντας όλη τη ρητορική για τα ελληνοτουρκικά. Το σκεπτικό «Δε ζητούμε τίποτα, δε παραχωρούμε τίποτα», ήταν η αιτία διακοπής και πλήγματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η καταγωγή και η φιλοσοφία του ΠΑΣΟΚ οδηγούν στην ριζική αλλαγή της προσέγγισης των ελληνοτουρκικών, καθώς και η αποτυχία εξεύρεσης λύσης με προηγούμενες μεθόδους. Ωστόσο το Διεθνές Δίκαιο χρησιμοποιείται και διακηρύσσεται ακόμη περισσότερο από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, ως η μόνη διέξοδος. Βέβαια, η έλλειψη επικοινωνίας και πληροφόρησης για τις προθέσεις του έτερου μέρους, όπως και η έλλειψη μηχανισμών αποσυμπίεσης και η αναπόφευκτη ακινησία στην επίλυση, οδήγησαν στις κρίσεις του 1987 και του 1996, τις οποίες δεν βοήθησε ούτε η συνάντηση στο Νταβός το ’86.
Εν κατακλείδι για αυτή τη δεκαετία, η επιτυχία της Ελλάδας με την πολυμερή διπλωματία στον ΟΗΕ, και τη προώθηση των ελληνικών αιτημάτων, σε συνδυασμό με την εσωτερική αναταραχή που έφερε η δικτατορία στη Τουρκία, απέκλισαν ένα σοβαρό πλήγμα περαιτέρω σύνδεσης της Τουρκίας με την Ε.Κ. Παρόλο, βέβαια, που από τα μέσα της δεκαετίας και οι δυο χώρες είχαν ισχυρή πολιτική εξουσία και ευρεία λαϊκή νομιμοποίηση, η ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές αλλά και η πάγια τακτική της εχθρικής αντιμετώπισης, απέκλεισαν το ενδεχόμενο εξεύρεσης λύσης σε διμερές –εάν υπήρχε- ή δικαιϊκό επίπεδο. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Οζάλ –κατά τα πρότυπα του Ρήγκαν και της Θάτσερ- αντιδιαστελλόταν με τη λαϊκή και σοσιαλιστική πολιτική του Παπανδρέου. Το χάσμα μεγάλωνε ενώπιον των εξελίξεων του Δικαίου της Θάλασσας και του Διεθνούς Δικαστηρίου, για τη διαφορά της υφαλοκρηπίδας καθώς συστάθηκε νέο νομικό καθεστώς για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ν.μ και το Δ.Δ υπέδειξε νέες τάσεις για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με βάση την αρχή της ευθυδικίας. Η διεθνής κοινότητα έκανε τις ανάλογες κινήσεις για επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων, ωστόσο, έκαστη η πολιτική αρχή της δημιουργούσε εμπόδια. -4-638
Στο διάστημα αυτών των δυο δεκαετιών βρίσκονται οι εσωτερικές και εξωτερικές συγκυρίες που έφεραν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ένα τέλμα. Η εσωτερική κατάσταση της κάθε χώρας είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που ορίζουν την χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής. Μια ταραγμένη δημοκρατία δε προσφέρεται για εξεύρεση λύσεων με εξωτερικούς εταίρους. Ωστόσο, σημαντικότερο ρόλο παίζει και η πολιτική βούληση των εκάστοτε κυβερνήσεων, η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με την πολιτική της ατζέντα. Δυστυχώς, ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων δεν ευνόησε της επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων, φτάνοντας τέσσερεις δεκαετίες μετά ακόμα να αναζητούμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής.

 

 

Πηγές:
Πάνος Τσακαλογιάννης «Ελληνική εξωτερική πολιτική και συστημική αλλαγή»
Χρήστος Λ. Ροζάκης «Το διεθνές δίκαιο και η λειτουργία του στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (1974-2004)»
Zürcher, J., Erik, Σύγχρονη Ιστορία της Τουρκίας, Λονδίνο, Αλεξάνδρεια, 2004

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest