Ενδιάμεση Συμφωνία Νέας Υόρκης 1995: Η βάση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος-ΠΓΔΜ

Η διαδρομή μέχρι τη Συνθήκη

Είναι ήδη γνωστή η διαμάχη της Ελλάδος με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) για την επίσημη ονομασία της δεύτερης, από τη στιγμή που η γείτονα χώρα ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991. Τα Ηνωμένα Έθνη επιθυμούσαν την αναγνώριση των πρώην Γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών και, ιδιαίτερα, την επίλυση του θέματος της ΠΓΔΜ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, από την πρώτη κιόλας στιγμή, ανέλαβαν δράση και ίδρυσαν μία ειδική επιτροπή, την “Επιτροπή Μπαντεντέρ” (Commission Badinter), με σκοπό τη διασφάλιση ότι οι Πρώην Γιουγκοσλαβικές Δημοκρατίες πληρούν τα κριτήρια αναγνώρισης. Τα επόμενα δυο χρόνια μετά τη διάλυση -και παρόλο που μία-μία οι χώρες αναγνωρίζονταν επίσημα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών-, το πρόβλημα με την ονομασία και την αναγνώριση της ΠΓΔΜ παρέμενε, καθότι η Ελλάδα επεδείκνυε αδιάλλακτη στάση.

Γι’ αυτόν το λόγο, η Γαλλία, η Βρετανία και η Ισπανία, στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης για την επίλυση του θέματος, πρότειναν την είσοδο του κράτους στον ΟΗΕ με προσωρινό όνομα. Να σημειωθεί πως η ΠΓΔΜ είχε ήδη καταθέσει αίτηση, στις 9 Ιανουαρίου 1993, για να γίνει μέλος των Ηνωμένων Εθνών με τη συνταγματική της ονομασία. Στις 7 Απριλίου 1993, με την Απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τελικά η χώρα της Βαλκανικής Χερσονήσου έγινε δεκτή στα Ηνωμένα Έθνη με το προσωρινό της όνομα (απόφαση Α/RES/47/225), εφόσον -σύμφωνα με το άρθρο 4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών- “πληρούσε τα κριτήρια εισδοχής“, ενώ ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, ανήγγειλε ότι η Ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται την πρόταση αυτή.

Lord Owen (αριστερά) και Cyrus Vance (δεξιά)

Η ένταξη αυτή αποτελούσε μια πρωτοτυπία για τα Ηνωμένα Έθνη, καθώς ήταν η πρώτη χώρα η οποία εντάχθηκε με προσωρινό όνομα, και χωρίς δικαίωμα ύψωσης σημαίας. Παρ’ όλα αυτά, για την οριστική επίλυση του ζητήματος ονομασίας, το Συμβούλιο Ασφαλείας ζήτησε -μέσω του ψηφίσματος 845/1993- την άμεση διαπραγμάτευση μεταξύ των δυο κρατών, με μεσολαβητή τον ίδιο. Η διαμεσολάβηση αυτή ανατέθηκε στους αντιπροέδρους της Διευθύνουσας Επιτροπής της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Γιουγκοσλαβίας, Cyrus Vance και Lord Owen, οι οποίοι, από τις 23 Αυγούστου 1993, άρχισαν αμέσως να σχεδιάζουν ικανοποιητικές λύσεις για όλες τις πλευρές.

Ωστόσο, με την εκλογή της νέας ελληνικής κυβέρνησης του Α. Παπανδρέου, στις 10 Οκτωβρίου 1993, οι διαπραγματεύσεις πάγωσαν, και οι συνομιλίες σταμάτησαν στις 4 Νοεμβρίου 1993. Η νέα πλέον κυβέρνηση είχε καταστήσει σαφές -ήδη από την προεκλογική εκστρατεία της- πως, προκειμένου να συμμετάσχει ξανά στη διαδικασία διαπραγματεύσεων, θα έπρεπε να υποχωρήσει κατά πολύ η ΠΓΔΜ. Η εν λόγω υποχώρηση αφορούσε σε αλλαγή των άρθρων του Συντάγματος της χώρας που σχετίζονται με τον αλυτρωτισμό, και στρέφονται εναντίον της εδαφικής κυριαρχίας της Ελλάδας, αλλαγή της σημαίας -δηλαδή να αφαιρέσουν οι Σκοπιανοί το αστέρι της Βεργίνας-, και παύση της προπαγάνδας εναντίον της Ελλάδας.

H κίνηση αυτή είχε αρνητικό αντίκτυπο για την Ελλάδα, καθώς πολλές χώρες εξέλαβαν αυτήν τη στάση σαν “πείσμα” της Ελλάδος, και -ενώ μέχρι τότε είτε περίμεναν τις εξελίξεις, είτε υποστήριζαν τις ελληνικές θέσεις- προέβησαν σε αναγνώριση της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο του 1994, ξεκίνησε μία σειρά αναγνώρισης των Σκοπίων ως “Μακεδονία”.

Ως αντίποινα, στις 14 Φεβρουαρίου 1994, η Ελλάδα ακολούθησε μια πολιτική οικονομικών κυρώσεων, την οποία ανακοίνωσε ο τότε πρωθυπουργός, Α. Παπανδρέου από την τηλεόραση. Στις κυρώσεις αυτές περιλαμβανόταν η διακοπή της λειτουργίας του ελληνικού προξενείου στα Σκόπια, καθώς επίσης της διακίνησης εμπορευμάτων από και προς την ΠΓΔΜ, μέσω του λιμένα της Θεσσαλονίκης   ̶ με εξαίρεση αυτά που είναι απολύτως απαραίτητα για ανθρωπιστικούς λόγους, όπως τρόφιμα και φάρμακα. Για την ΠΓΔΜ, το εμπάργκο αυτό αποτέλεσε μία από τις πιο δυσάρεστες εξελίξεις, καθώς κατέστρεψε την οικονομία της -λόγω της έλλειψης πόρων-, αλλά και προκάλεσε εσωτερικές διαμάχες σχετικά με την ευθύνη της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις.

Η τελική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου ήρθε -μετά από απαιτήσεις των δύο κρατών, και την παραπομπή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής- στις 29 Ιουνίου 1995, και “δικαίωσε” την ελληνική πλευρά, απορρίπτοντας τα ασφαλιστικά μέτρα που ζητήθηκαν από την Επιτροπή, ενώ στις 6 Ιουλίου 1995 ο C. Vance κάλεσε εκ νέου τις δυο πλευρές να συζητήσουν. Η ελληνική πλευρά δέχτηκε αμέσως, ενώ η ΠΓΔΜ ζήτησε ως προϋπόθεση την άρση των κυρώσεων που διατηρούνταν μέχρι τότε. Χαρακτηριστική είναι η απόρρητη επιστολή που έστειλε τον Απρίλιο του 1995 ο Α. Παπανδρέου στον πρόεδρο των ΗΠΑ, με την οποία ζητούσε η Ελλάδα να συνεχίσει τη συνεργασία της με το Matthew Nemitz και τους Vance και Owen. Με την εν λόγω επιστολή, η ελληνική πλευρά καθιστούσε επίσης σαφές πως επιζητούσε την επίλυση του θέματος και, μάλιστα, με την αμερικανική παρέμβαση.

Η Συμφωνία

Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της FYROM, Stevo Crvenkovski

Εν τέλει, τον Ιούνιο του 1995, οι C. Vance και M. Nemitz δημιούργησαν ένα μικρό πακέτο” για τις δυο χώρες, το οποίο, ωστόσο, δεν περιελάμβανε λύση για το πρόβλημα του ονόματος, καθώς η προηγούμενη πρόταση που περιελάμβανε και το θέμα του ονόματος – επίσης γνωστή ως μεγάλο πακέτο”– απορρίφθηκε το 1993. Οι διαμεσολαβήσεις ξεκίνησαν -παρουσία του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ, Boutros Boutros Ghali- στις 12 Σεπτεμβρίου 1995, ενώ το κείμενο της συμφωνίας υπογράφηκε μια μέρα αργότερα στη Νέα Υόρκη, από τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών, Κάρολο Παπούλια, τον Υπουργό Εξωτερικών της ΠΓΔΜ, Stevo Crvenkovski, και τον εκπρόσωπο του ΟΗΕ, Cyrus Vance.

Ο τότε Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Κάρολος Παπούλιας

Σύμφωνα με το άρθρο 23, η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ 30 μέρες μετά την υπογραφή της, και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι οι δυο χώρες να υπογράψουν μια οριστική Συμφωνία (στην οποία θα περιλαμβάνεται και η λύση του ονόματος). Nα σημειωθεί πως η Συμφωνία έδινε τη δυνατότητα απόσυρσης μίας εκ των δύο πλευρών, επτά έτη μετά την υπογραφή Μεταβατικής Συμφωνίας.

Το πακέτο αυτό είναι γνωστό ως η “Μεταβατική (ή Ενδιάμεση) Συμφωνία της Νέας Υόρκης” -στα αγγλικά “Interim Accord”-, και ισχύει μέχρι και σήμερα. Σημαντικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας αποτελεί το γεγονός πως τα δύο εμπλεκόμενα κράτη δεν αναφέρονται με το όνομά τους, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα με την αναφορά της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναφέρονται με την προσφώνηση των εκπροσώπων και υπουργών εξωτερικών τους, και το χαρακτηρισμό ως Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος” η Ελλάδα, και ως Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος” η ΠΓΔΜ.

Παρόλο που -όπως αναφέρθηκε προηγουμένως- η Ενδιάμεση Συμφωνία δεν έλυνε το πρόβλημα του ονόματος, ομαλοποίησε όλα τα υπόλοιπα θέματα μεταξύ των χωρών, και όρισε τις διμερείς σχέσεις τους, με αμοιβαίες εγγυήσεις εκατέρωθεν. Χαρακτηριστικά, η συμφωνία απαρτίζεται από πέντε μέρη και τους τελικούς όρους, ξεκινώντας από τις φιλικές σχέσεις και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα ανθρώπινα και πολιτιστικά δικαιώματα, τους διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς θεσμούς, συνεχίζοντας με τις συμβατικές σχέσεις, και κλείνοντας με τις οικονομικές, εμπορικές, περιβαλλοντικές και νομικές σχέσεις.

Από αυτήν τη Συμφωνία, και οι δυο χώρες βγήκαν κερδισμένες, καθώς περιέχονται τόσο άρθρα που ευνοούν την Ελλάδα, όσο και άρθρα που ευνοούν την ΠΓΔΜ, εξίσου. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα καταφέρνει να απαλείψει τον ήλιο της Βεργίνας από την σημαία της ΠΓΔΜ (άρθρο 7), με την προϋπόθεση ότι η τελευταία δεν θα προβεί σε ενέργειες οι οποίες θα προκαλέσουν εκ νέου την Ελλάδα, αλλά και ότι κανένα στοιχείο του συντάγματος δεν θα μπορεί να ερμηνευτεί ως πρόδρομος οποιαδήποτε εδαφικής ή μειονοτικής διεκδίκησης έναντι της Ελλάδος (άρθρο 6).

Η ΠΓΔΜ, από την άλλη μεριά, καταφέρνει να επιτύχει, σε πρώτο στάδιο, την αναγνώρισή της από την ελληνική πλευρά, με το πρώτο άρθρο της Συμφωνίας: Με τη θέση σε ισχύ αυτής της Μεταβατικής Συμφωνίας, το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος αναγνωρίζει το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, υπό την προσωρινή ονομασία που αναφέρεται σε επιστολή του Πρώτου Συμβαλλόμενου Μέρους, υπό την ημερομηνία ίδια με αυτήν της παρούσας Μεταβατικής Συνθήκης -ήτοι ΠΓΔΜ-“. Επίσης, αίρεται του ελληνικού εμπάργκο, και η Ελλάδα συναινεί στη μη παρεμπόδιση συμμετοχής της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς.

Υπάρχουν, ωστόσο, διατάξεις κοινού ενδιαφέροντος που διασφαλίζουν τις ομαλές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές σχέσεις των δυο κρατών, αλλά και τον αλληλοσεβασμό συνόρων και πολιτικών αποφάσεων. Τέλος, η Συμφωνία προβλέπει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την οριστική επίλυση των διαφορών, με διαμεσολαβητή τον ίδιο τον Οργανισμό.

H αρχή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, όπως αυτή μεταφράστηκε στα ελληνικά

Αμφότερες οι χώρες βγήκαν κερδισμένες από τη Συμφωνία. Τα ευνοϊκά άρθρα δεν αποτέλεσαν το μοναδικό λόγο υπογραφής αυτής της Συνθήκης, αλλά κυρίως η αμερικανική πίεση για εξεύρεση λύσης που ασκήθηκε το τελευταίο διάστημα και στις δυο πλευρές, προκειμένου να τερματιστεί η ένταση στα Βαλκάνια μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Η αμερικανική κυβέρνηση επιθυμούσε το γρηγορότερο την ομαλοποίηση της κατάστασης στην Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη, καθώς παραμόνευε ο κίνδυνος εκδήλωσης εθνικιστικών διεκδικήσεων από γειτονικές χώρες. Το ενδεχόμενο αυτό αποτελούσε “εφιάλτη” για την παγκόσμια πολιτική σκηνή, η οποία μόλις πρόσφατα είχε καταφέρει να κατευνάσει τα εθνικιστικά φρονήματα στην περιοχή, με την αναγνώριση των νέων κρατών. Γι’ αυτό, εξάλλου -όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Αμερικανός απεσταλμένος Richard Holdbrooke, μετά από ιδέα του τότε αρμόδιου διευθυντή Βαλκανικών Υποθέσεων, Christopher Hill, και του βοηθού υφυπουργού Εξωτερικών, Andrew Marshall-, μέσα σε 4 μέρες είχαν επισκεφτεί δύο φορές τα Σκόπια και μία την Αθήνα, καταφέρνοντας να εξασφαλίσουν τη συναίνεση και των δυο πρωθυπουργών για την υπογραφή της Συνθήκης, μια βδομάδα αργότερα, στη Νέα Υόρκη.

Εκτός των άλλων, η συμφωνία αποτελεί επίσης “Δούρειο Ίππο” για τις επιδιώξεις των δυο χωρών. Αφενός, η ΠΓΔΜ κερδίζει τη διεθνή αναγνώρισή της, και μπορεί πλέον να συμμετέχει ως μέλος των Η.Ε. στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, εξασφαλίζοντας στην κυβέρνησή της την κατάλληλη νομιμοποίηση -μετά την επιτυχία αναγνώρισής της από την Ελλάδα-, αλλά και την άρση του εμπάργκο, βγάζοντας τη χώρα από τον οικονομικό αποκλεισμό που είχε περιέλθει. Αφετέρου, η Ελλάδα εξελίσσεται σε έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτές της ιδιωτικής αγοράς για τη γείτονα χώρα, αλλά, κυρίως, πετυχαίνει τον κατευνασμό της Ευρώπης, μετά την αδιάλλακτη στάση που είχε επιδείξει η τελευταία. Στην προσπάθειά της, όμως, η ελληνική κυβέρνηση να μην γίνει φανερό ότι δεν τηρεί τις υποσχέσεις της -ενώ, παράλληλα, ο πρωθυπουργός, Α. Παπανδρέου, ήταν σε άσχημη κατάσταση υγείας-, ζητήθηκε από τους Αμερικανούς απεσταλμένους να ανακοινώσουν αυτοί την επίτευξη της Συμφωνίας, καθιστώντας, με αυτόν τον τρόπο, πασιφανές πως πίσω από την ιδέα και την υπογραφή της Συμφωνίας βρίσκονταν οι ΗΠΑ.

Σήμερα

Μέχρι σήμερα, η Ενδιάμεση Συμφωνία αποτελεί τη βάση για τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών. Συμπληρωματικά με αυτή, ισχύουν οι δεσμεύσεις των κρατών που υπογράφηκαν με το Μνημόνιο εφαρμογής “Πρακτικών Μέτρων” της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (στις 13 Οκτωβρίου 1995), και το Μνημόνιο για την αμοιβαία εγκαθίδρυση Γραφείων Συνδέσμων στην Αθήνα και τα Σκόπια (στις 20 Οκτωβρίου 1995). Το σημαντικό στοιχείο της Συμφωνίας -που δεν πρέπει να λησμονείται- είναι ο προσωρινός χαρακτήρας αυτής, αφού υπογράφηκε με την πεποίθηση πως θα αντικατασταθεί με μια μόνιμη Συνθήκη, μόλις τα δυο κράτη έρθουν σε πλήρη συμφωνία και για το όνομα – σύμβαση η οποία, ακόμα και σήμερα, φαίνεται να αργεί.

  1. Εlisme. (2012). Παρούσα Κατάσταση – Πιθανές Εξελίξεις στο Σκοπιανό. [online] Available at: http://www.elisme.gr/en/2013-01-08-09-49-28/item/42-4 [Accessed 11 Jul. 2017].
  2. Peacemaker.un. (1995). Greece and the former Yugoslav Republic of Macedonia. [online] Available at: http://peacemaker.un.org/sites/peacemaker.un.org/files/MK_950913_Interim%20Accord%20between%20the%20Hellenic%20Republic%20and%20the%20FYROM.pdf [Accessed 11 Jul. 2017].
  3. Τζιαμπίρης, Α. (2013). Ευρωπαϊκή Ένωση και Μακεδονικό Ζήτημα. [online] Imma.edu.gr. Available at: http://www.imma.edu.gr/imma/history/19.html [Accessed 11 Jul. 2017].
  4. Mfa.gr. (n.d.). Διμερείς Σχέσεις της Ελλάδος. [online] Available at: http://www.mfa.gr/blog/dimereis-sheseis-tis-ellados/fyrom/ [Accessed 11 Jul. 2017].
  5. Peacemaker.un. (1995). Greece and the former Yugoslav Republic of Macedonia. [online] Available at: http://peacemaker.un.org/sites/peacemaker.un.org/files/MK_950913_Interim%20Accord%20between%20the%20Hellenic%20Republic%20and%20the%20FYROM.pdf [Accessed 11 Jul. 2017].
  6. Ροζάκης, Χ. (1996). Πολιτικές και νομικές διαστάσεις της μεταβατικής συμφωνίας της Νέας Υόρκης μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.
  7. Τσιριγώτης, Δ. (2013). Νεότερη και σύγχρονη Ελληνική ιστορία. Διεθνείς σχέσεις και διπλωματία. Αθήνα: Εκδ. Ποιότητα.
  8. Σέκερης, Γ. (2004). Η Ελλάδα στην “Νέα Τάξη”, η εθνική μας στρατηγική στον 21ο αιώνα. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήσης.
  9. Σιούσιουρας, Π. (2010). Το Μακεδονικό ζήτημα και η ελληνική εξωτερική πολιτική. Αθήνα: Εκδ. Ποιότητα.

Tagged under:

H Μαρία Ζεμπερίδου είναι απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Ασχολείται με τις Διεθνείς και τις Διμερείς Σχέσεις των κρατών καθώς έχει συμμετέχει σε διάφορες Προσομοιώσεις Ηνωμένων Εθών στην Ελλάδα και το Εξωτερικό, ενώ από το 2015, εργάζεται ως ερευνήτρια στη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

[email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest