Εξελίξεις στο Δικαστικό Έλεγχο του Soft Law

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση είναι, εν πολλοίς, μία νομική ενοποίηση (Terpan, 2015): Ξεκίνησε με την υπογραφή συνθηκών, και συνεχίζεται και διευρύνεται με την τροποποίησή τους. Φυσικά, ο ρόλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο εξής ΔΕΕ), ως όργανο υπεύθυνο για την ερμηνεία των Συνθηκών, είναι σημαίνον για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του καθιέρωσε την «αρχή της υπεροχής» της κοινοτικής (νυν ενωσιακής) έννομης τάξης έναντι των εθνικών εννόμων τάξεων; Ο ρόλος αυτός του ΔΕΕ εξελίσσεται με τη μεταβολή του πρωτογενούς και του παραγώγου δικαίου της ΕΕ. Υπάρχει, εντούτοις, μια κατηγορία νομικών κειμένων που το ΔΕΕ -όπως και τα εθνικά δικαστήρια- δεν μπορεί να ελέγξει δικαστικά, λόγω του μη δεσμευτικού τους χαρακτήρα – το ήπιο δίκαιο (soft law).

Αν αναλογιστεί κανείς τον όγκο ηπίου δικαίου που παράγεται καθημερινά από εθνικά και υπερεθνικά όργανα, καθώς και τον αντίκτυπό του στην καθημερινή μας ζωή, αντιλαμβάνεται ότι η εξαίρεση του ηπίου δικαίου από το δικαστικό έλεγχο δύναται να μειώσει σημαντικά το εύρος της δικαστικής προστασίας. Αυτή ήταν και μία από τις σκέψεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΕ, M. Bobek, ο οποίος στις προτάσεις του για την υπόθεση C 16/16 P, Βέλγιο κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποστηρίζει ότι το ήπιο δίκαιο, εφόσον παράγει έννομα αποτελέσματα, μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά.

Τι είναι το ήπιο δίκαιο;

Αν ορίσουμε το (σκληρό) δίκαιο ως «το σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό τις σχέσεις των ανθρώπων που συμβιούν σε μια κοινωνία οργανωμένη σε κράτος» (Σούρλας, 1995), μπορούμε να αντιληφθούμε το ήπιο δίκαιο ως σύνολο κανόνων με την έλλειψη του στοιχείου της υποχρεωτικότητας. Αν και γενικά αποδεκτός ορισμός δεν φαίνεται να υπάρχει (Terpan, 2015), κοινό στοιχείο της θεωρητικής διαμάχης είναι η μη δεσμευτικότητα των κειμένων που περιέχουν τους κανόνες ηπίου δικαίου κατά την παραδοσιακή έννοια (Bobek, 2017), δηλαδή η συμμόρφωση προς τους κανόνες αυτούς δεν μπορεί να εξαναγκαστεί με την άσκηση βίας από τα κρατικά όργανα. Με άλλα λόγια, ήπιο δίκαιο αποτελούν οι κώδικες συμπεριφοράς, τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ή του Συμβουλίου της Ευρώπης, το προοίμιο Συνθηκών ή νομοθετικών κειμένων.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ ορίζει ότι: «Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες. […] Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν δεσμεύουν.», ενώ το άρθρο 263 υπογραμμίζει ότι «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, των πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής, και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων». Κατά τούτο, οι γνώμες και οι συστάσεις αποτελούν ήπιο δίκαιο, και δεν μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά.

Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση C-16/16 P

  1. Η υπόθεση
    Τον Ιούλιο του 2014 η Επιτροπή εξέδωσε τη Σύσταση 2014/478/ΕΕ “σχετικά με τις αρχές για την προστασία καταναλωτών και παικτών υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών σε απευθείας σύνδεση, καθώς και για την αποτροπή των ανηλίκων από τη συμμετοχή σε τυχερά παιχνίδια σε απευθείας σύνδεση“. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το Βέλγιο άσκησε αγωγή ακύρωσης της Συστάσεως αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, κρίνοντας ότι η σύσταση δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Ακολούθως, το Βέλγιο άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης ενώπιον του ΔΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας διατυπώθηκαν οι επίμαχες προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα.
  2. Οι προτάσεις
    Ο Γενικός Εισαγγελέας δομεί όλη την ανάλυση των προτάσεών του στην αντιπαραβολή της ουσίας και του τύπου μιας πράξης, λαμβάνοντας σαφή θέση υπέρ της υπεροχής της πρώτης. Πιο συγκεκριμένα, ξεκινά παρουσιάζοντας το κριτήριο που δημιούργησε το ΔΕΕ στην απόφαση Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί των οδικών μεταφορών (κριτήριο ΕΣΟΜ) για τις πράξεις που μπορεί να ακυρώσει, κρίνοντας ότι «η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των κοινοτικών οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων».

Εν συνεχεία, όμως, διαπιστώνει διαστρέβλωση του κριτηρίου αυτού κατά την εφαρμογή του από το Γενικό Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, καθώς το τελευταίο κάνει λόγο για ακύρωση πράξεων που επιφέρουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ως συνέπεια των προθέσεων του οργάνου που τις εξέδωσε. Κατά τούτο, η εν λόγω Σύσταση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και, επομένως, η προσφυγή εναντίον της είναι απαράδεκτη.

Έπειτα, αναδεικνύει τα προβλήματα του κριτηρίου ΕΣΟΜ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, ενόψει της τεράστιας πλέον παραγωγής ηπίου δικαίου και των σημαντικότατων εννόμων αποτελεσμάτων που αυτό μπορεί να επιφέρει στους αποδέκτες του, μία πιθανή φορμαλιστική προσκόλληση στη φύση της σύστασης ως τέτοιας μπορεί να οδηγήσει σε καταστραγήτηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Το παραπάνω γίνεται κατανοητό με ένα απλό παράδειγμα: Η Επιτροπή εκδίδει μία σύσταση, και το κράτος-μέλος σε συμμόρφωση προς αυτή εκδίδει εθνική νομοθεσία, η οποία επιβάλλει υποχρεώσεις στους ιδιώτες. Αν κάποιος ιδιώτης βάλλει κατά αυτής της νομοθεσίας και το Δικαστήριο αρνηθεί να ελέγξει τη νόμιμη βάση της, επειδή πρόκειται για (μη δεσμευτική) σύσταση, ο ιδιώτης χάνει το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει μία αναπροσαρμογή του κριτηρίου ΕΣΟΜ με μία μάλλον πιο λειτουργική προσέγγιση. Αναφέρει, λοιπόν, ότι μία πράξη οργάνου της Ένωσης μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά, εφόσον παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των αποδεκτών της – με τα αποτελέσματα αυτά να αξιολογούνται με βάση το γράμμα, το πλαίσιο και το σκοπό της προσβαλλόμενης πράξης, με τα δύο τελευταία να είναι βαρύνουσας σημασίας (Bobek, 2017). Απαραίτητες κρίνονται οι παρακάτω διευκρινίσεις:

  1. Έννομα αποτελέσματα: τα παραγόμενα από τη σύσταση αποτελέσματα πρέπει να είναι έννομα, όχι δεσμευτικά, και να έχουν αντίκτυπο στη νομική κατάσταση των αποδεκτών τους ως ακολούθως: «θα μπορούσα εγώ, ως λογικός αποδέκτης της πράξεως, να συναγάγω από το περιεχόμενο, το σκοπό, τη γενική οικονομία και το όλο πλαίσιο μιας συστάσεως ή, γενικότερα, μίας πράξεως ήπιου δικαίου ότι αναμένεται να πράξω κάτι; Θα μπορούσα να τροποποιήσω αναλόγως τη συμπεριφορά μου, ή μήπως η πράξη αυτή μπορεί να επηρεάσει τη νομική μου κατάσταση;» (σκέψη 113)
  2. Το γράμμα: κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της σύστασης, η διατύπωση του κειμένου θα πρέπει να είναι δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με το περιεχόμενό της – δηλαδή, να μην αποκλείεται ο δικαστικός έλεγχος μόνο λόγω της ονομασίας του κειμένου ως «Σύστασης» και της ήπιας διατύπωσης των διατάξεων (π.χ. «καλεί», «προτείνει» αντί «πρέπει»).
  3. Ως προς το πλαίσιο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:
    α. η τυποποίηση: ο τύπος της συστάσεως και κατά πόσον αυτός παραπέμπει σε νομική πράξη (αν διαιρείται σε άρθρα και τμήματα, αν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, στη σειρά L κ.α.) και
    β. η οριστικότητα: κατά πόσο το κείμενο της σύστασης ομοιάζει με οριστική νομοθετική πράξη.
  4. Ο σκοπός: Για την εξέταση του σκοπού λαμβάνονται υπόψη δύο παράγοντες:
    α. Το περιεχόμενο και ο γενικός σκοπός: αν η Σύσταση περιέχει σαφείς και συγκεκριμένες δεσμεύσεις, είναι πιο πιθανό να παράγει έννομα αποτελέσματα απ’ ό,τι αν περιέχει αφηρημένες προσκλήσεις. Ακόμη, αν ως γενικός σκοπός αναγράφεται η εναρμόνιση, μάλλον παράγονται έννομα αποτελέσματα.
    β. Η εφαρμογή: αν το κείμενο μεριμνά για την εφαρμογή του, όχι μόνον την άμεση έναντι των αποδεκτών, αλλά και την έμμεση -με υποβολή εκθέσεων- εποπτεία, ανακοινώσεις κ.ά., τότε είναι πιθανότερο να παράγει έννομα αποτελέσματα. Επίσης, αν το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την πράξη εκδίδει συνήθως δεσμευτική νομοθεσία με τους ίδιους αποδέκτες, είναι πιθανό να καλεί σε συμμόρφωση.

Εκτιμώντας ότι η επίδικη σύσταση πληροί όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ο Γενικός Εισαγγελέας διαπιστώνει ότι παράγει έννομα αποτελέσματα και μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Άρα, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η προσφυγή ακύρωσης είναι απαράδεκτη, υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο και η απόφασή του πρέπει να αναιρεθεί.

Επίλογος

Στο ερώτημα περί τύπου ή ουσίας, ο Γενικός Εισαγγελέας, M.Bobek, τάσσεται σθεναρά υπέρ της ουσίας. Θεωρεί ότι αν μία πράξη, παρά την τυπολογία της, παράγει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά, διασφαλίζοντας την προστασία των αποδεκτών της. Βέβαια, η οπτική αυτή του Γενικού Εισαγγελέα δεν είναι μεμονωμένη. Το Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’Etat), διαμορφώνοντας αρχικά την έννοια της ήπιας κανονιστικότητας (normativité), κατέληξε στις αποφάσεις Numericable και Fairvesta στον ευθύ ακυρωτικό έλεγχο πράξεων ηπίου δικαίου, ενόψει των οικονομικών αποτελεσμάτων που παρήγαγαν, ή του επηρεασμού συμπεριφοράς των αποδεκτών (Πρεβεδούρου, 2017). Η νέα αυτή τάση διεύρυνσης του δικαστικού ελέγχου -ώστε να περιλαμβάνει και το ήπιο δίκαιο, παρά τα προβλήματα που πιθανώς ενέχει από άποψη ασφάλειας δικαίου- συμβαδίζει με τη διεθνή τάση αύξησης του ηπίου δικαίου και είναι προστατευτική του δικαιώματος στη δικαστική προστασία και, επομένως, πρέπει να αποτιμηθεί θετικά.

Πηγές:

  1. Πρεβεδούρου, Ε.(2017). Προς την καθιέρωση ευθέος δικαστικού ελέγχου των πράξεων του soft law από τα δικαστήρια της Ένωσης;(προτάσεις Μ. Bobek της 12.12.2017 στην υπόθεση C-16/16 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής) https://www.prevedourou.gr/προς-την-καθιέρωση-ευθέος-δικαστικού
  2. Vlaemmminck, P. (2018). Advocate General opinion in Belgium V Commission(C-16/16 P) believes that Belgium’s request for annulment of recommendation 2014/478/EU should be admissible. http://www.pharumlegal.eu/blog/advocate-general-opinion-belgium-v-commission-c-1616-p-believes-belgiums-request-annulment-recommendation-2014478eu-admissible/
  3. Europa.eu(2017). Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Michal Bobek της 12ης Δεκεμβρίου 2017. http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=197649&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1157496#Footnote39
  4. Fajardo, T. (2017). Soft Law. http://www.oxfordbibliographies.com/view/document/obo-9780199796953/obo-9780199796953-0040.xml
  5. Terpan, F. (2015). Soft Law in the European Union—The Changing Nature of EU Law. http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1111/eulj.12090/epdf
  6. Σούρλας, Π. (1995). Μια εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (6 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Η Αντωνία- Ευαγγελία Χριστοπούλου είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά της εντοπίζονται στους τομείς του δημοσίου, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, καθώς και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, ενώ κατά το τρέχον εξάμηνο κάνει πρακτική άσκηση στην Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ηλεκτρονική Διεύθυνση: [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest