Επιστημονική διπλωματία: Ανταρκτική

Ο ρόλος της επιστήμης είναι καταλυτικός σε πολλές εκφάνσεις της καθημερινής μας ζωής, ακόμη και όταν εμείς οι ίδιοι δεν το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές περιορίζουμε τη δράση της επιστήμης σε συγκεκριμένους τομείς, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν την εκτεταμένη δράση της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας της διπλωματίας – μιας τέχνης και πρακτικής που αφορά την αλληλεπίδραση ατόμων και κρατών στις διεθνείς σχέσεις. Παρόλο που, μέχρι πρόσφατα, ο ρόλος της επιστήμης δεν ήταν αναγνωρίσιμος στις διπλωματικές δράσεις, τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα κράτη συνειδητοποίησαν τη σημασία της επιστημονικής και ερευνητικής συνεργασίας στην υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Με τη συμβολή της έρευνας στον παγκόσμιο πολιτικό χώρο, αναπτύσσονται πολιτικές καινοτομίας, οι οποίες αποδεικνύονται πολλές φορές πιο αποτελεσματικές στη στήριξη των διεθνών στρατηγικών και στην αντιμετώπιση των προκλήσεων (Diplomatie, 2013). Μέσω της επιστημονικής διπλωματίας προωθείται η επιστημονική συνεργασία μεταξύ των εθνών για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων και τη δημιουργία εποικοδομητικών διεθνών εταιρικών σχέσεων. Η επιστήμη μπορεί να διαθέσει τις καλύτερες πληροφορίες σχετικά με την τεχνολογία και την καινοτομία στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, και να συμβουλεύει τις αποφάσεις τους (Fedoroff, 2009). Στο παρόν άρθρο εξετάζεται το εν λόγω φαινόμενο, μέσα από τη μελέτη της περίπτωσης της Ανταρκτικής.

Ανταρκτική: Μία ιδιάζουσα περίπτωση

Η Ανταρκτική είναι η νοτιότερη ήπειρος της Γης, στην οποία βρίσκεται και ο γεωγραφικός Νότιος Πόλος, και περιβάλλεται από τον Νότιο ωκεανό. Είναι η πέμπτη μεγαλύτερη ήπειρος του πλανήτη μετά την Ασία, την Αφρική, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, με διπλάσιο μέγεθος από εκείνο της Αυστραλίας. Θεωρείται η πιο κρύα, η πιο ξηρή και η πιο ανεμώδης ήπειρος, ενώ έχει και το υψηλότερο μέσο υψόμετρο από όλες τις άλλες ηπείρους. Αποτελεί μία περιοχή με ποικίλες και πολύπλοκες προκλήσεις, για την επίλυση των οποίων εμφανίζονται όλο και περισσότερες επιστημονικές και τεχνολογικές λύσεις.

Όλα ξεκίνησαν την 1η Ιουλίου 1957, κατά το λεγόμενο Διεθνές Γεωφυσικό Έτος που οδήγησε στη σύναψη μιας μοναδικής διεθνούς συμφωνίας, τη Συνθήκη της Ανταρκτικής, με σκοπό να διατηρηθεί η ειρήνη, και να προωθηθεί η επιστήμη σε ολόκληρη την ήπειρο. Αυτή η Συνθήκη δεν επιβίωσε μόνο για 60 χρόνια, αλλά συνεχίζει ακόμη να προσελκύει και νέες χώρες για να την υπογράψουν. Πρωταρχικός στόχος των συμμετεχόντων κρατών ήταν η μελέτη του κόσμου ως παγκόσμιο σύστημα, μέσα από μελέτες φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων του γεωμαγνητισμού, των πολικών αύρων και της μετεωρολογίας. Βέβαια, οι αντιπαλότητες που υπήρχαν όσον αφορά την εδαφική κυριαρχία δεν επέτρεπαν την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών. Γι’ αυτό ακριβώς, καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της συμφωνίας, όλες οι πολιτικές ενέργειες σε σχέση με τα εδαφικά ζητήματα της ηπείρου αναστάλθηκαν, κατά την αναζήτηση επιστημονικών γνώσεων που οδήγησαν στην κατασκευή επιστημονικών σταθμών από τα ενδιαφερόμενα κράτη – ανάμεσά τους και οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ που βρίσκονταν στη μέση του Ψυχρού Πολέμου. Αν και οι εδαφικές διεκδικήσεις ανεστάλησαν, οι περισσότερες από τις βάσεις εξακολουθούσαν να κατασκευάζονται εντός εδαφικών περιοχών διεκδίκησης.

Χάρτης της Ανταρκτικής με σημειωμένες τις εδαφικές διεκδικήσεις διαφόρων κρατών.

Εδαφικές διεκδικήσεις διαφόρων κρατών στην Ανταρκτική.

Η Σοβιετική Ένωση δεν επέλεξε το γεωγραφικό Νότιο Πόλο, όπως πολλοί περίμεναν, αλλά μόνο ένα σταθμό στο μαγνητικό Νότιο Πόλο, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία της για να ξεπεράσει τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων των θερμοκρασιών στους -70C), και να επιδείξει την ικανότητά της να κυριαρχεί στο πολικό περιβάλλον. Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ κήρυξαν ως δικό τους το γεωγραφικό Νότιο Πόλο. Παράλληλα, στην περιοχή εργάζονταν επαγγελματίες επιστήμονες, ραδιοερασιτέχνες, τηλεοπτικοί παρατηρητές και δορυφορικοί εντοπιστές, για να κάνουν παρατηρήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η εκτόξευση του Sputnik -του πρώτου τεχνητού δορυφόρου στον κόσμο- έδωσε επιπλέον ώθηση, ενώ δημιουργήθηκαν παγκόσμια κέντρα δεδομένων για να διαχειριστούν τις νέες πληροφορίες, στις οποίες θα είχαν πρόσβαση επιστήμονες από όλον τον κόσμο.

Μετά το τέλος του έτους, και με τον ερχομό του 1958, δημιουργήθηκε η “Επιστημονική Επιτροπή για έρευνα στην Ανταρκτική” (Scar) για να συνεχίσει το διεθνή συντονισμό των επιστημονικών εργασιών στην περιοχή. Ωστόσο, ήταν απαραίτητο να ενταχθεί και ο πολιτικός τομέας, γι’ αυτό και οι επιστήμονες του Scar έγιναν βασικοί σύμβουλοι διπλωματών, καθώς οι διαπραγματεύσεις αποσκοπούσαν στη διατήρηση της Ανταρκτικής ως εργαστηρίου για τον κόσμο. Η συμφωνία συνάφθηκε το Δεκέμβριο του 1959, με τα συμμετέχοντα κράτη να συμφωνούν ότι η Ανταρκτική θα χρησιμοποιηθεί μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, ότι θα πρέπει να υπάρχει ελευθερία επιστημονικής έρευνας στην περιοχή, και ότι οι επιστημονικές παρατηρήσεις και τα αποτελέσματα από την Ανταρκτική θα είναι ελεύθερα διαθέσιμα. Παράλληλα, μιλούσαν επίσης για προστασία της άγριας ζωής και του περιβάλλοντος στην ήπειρο, καθώς και για πραγματοποίηση τεράστιας έρευνας, ώστε να αποκτήσουμε επιπλέον πληροφορίες για το μεταβαλλόμενο πλανήτη μας.

Ως συμφωνία, έχει τραβήξει ιδιαίτερα την παγκόσμια προσοχή, γιατί -ενώ γεννήθηκε εν μέσω των ανταγωνιστικών ιδεολογιών του Ψυχρού Πολέμου- θυμίζει τί μπορεί να επιτύχει η διεθνής συνεργασία στην προσπάθεια της προστασίας του περιβάλλοντος (Connelly, 2017).

Η πυρηνική διάσταση

Ούτως ειπείν, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση συμφώνησαν να συνεργαστούν στη διαχείριση της Ανταρκτικής. Όμως, αυτό που δεν είναι γνωστό για τη συγκεκριμένη Συμφωνία είναι πως αποτελεί την πρώτη συμφωνία στον τομέα των πυρηνικών όπλων στον κόσμο, με τον Dwight David Eisenhower, 34ο πρόεδρο των ΗΠΑ, να καθιερώνει την Ανταρκτική ως περιοχή που θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, και θα ανακηρυχθεί ως η πρώτη μη πυρηνική περιοχή στον πλανήτη. Η Συνθήκη της Ανταρκτικής έγινε γνωστή ως “Συνθήκη Μη Εξοπλισμών” – γεγονός που επεκτάθηκε και στη Συμφωνία του 1968 και του 1982.

Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση δεν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε Συμφωνία, εάν ενέτασσαν τα πυρηνικά όπλα ή τους βαλλιστικούς πυραύλους. Αντίθετα, προτίμησαν να ακολουθήσουν το δρόμο της επιστήμης ως όχημα συνεργασίας, γιατί μόνο με αυτήν θα μπορούσαν να αφήσουν τις διαφορές τους στην άκρη, και να αναζητήσουν τα κοινά τους συμφέροντα. Η επιστήμη, ως έννοια, έρχεται σε αντίθεση με εκείνη των εθνικών συμφερόντων, που ορίζονται από το κάθε έθνος ξεχωριστά.

Εξετάζοντας αυτό το ζήτημα, αποδεικνύεται έμπρακτα πως το μεγαλύτερο μέρος της Γης είναι πέρα από τις κυριαρχικές δικαιοδοσίες των κρατών και, ουσιαστικά, ο τρόπος διαχείρισής τους αποτελεί πρόκληση για τα κράτη. Τα κοινά συμφέροντα σε αυτές τις περιοχές τα μοιράζονται όχι μόνο τα έθνη, αλλά και οι εταιρείες, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και οι ιθαγενείς λαοί – με λίγα λόγια, δηλαδή, ολόκληρη η ανθρωπότητα (Braun, 2009).

Το μέλλον της Συνθήκης

Σύμφωνα με τον Laurence Gould, όπως η Magna Carta του 1215, έτσι και η Συνθήκη της Ανταρκτικής έχει παρόμοιες προοπτικές για προώθηση του συνταγματικού δικαίου σε διεθνή κλίμακα και ανάπτυξη των διεθνών οργανισμών. Αυτό, φυσικά, είναι κάτι που θα φανεί μέσα στο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, η Ανταρκτική έδειξε πως μπορούν τα έθνη να αξιοποιήσουν τα κοινά τους συμφέροντα, σε μια περιοχή που θα χρησιμοποιηθεί μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, με βάση τα ζητήματα δικαιοδοσίας, την επιστημονική συνεργασία και την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας, ώστε να μπορέσουν τα έθνη να λύσουν τα προβλήματά τους.

Παρόμοιες συνεργασίες μεταξύ κρατών μπορούν να πραγματοποιηθούν και σήμερα, ιδιαίτερα στα ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον, το οποίο είναι δυναμικό και οι συνθήκες του μεταβάλλονται αρκετά απρόοπτα. Μέσα από τις διαδικασίες διαβουλεύσεων για συνεχή και αποτελεσματική συμμετοχή των διαφόρων μερών, θα μπορούσε να βρεθεί λύση βασισμένη στα κοινά συμφέροντα (Braun, 2009).

Πηγές:

  1. France Diplomatie. (2013). Scientific diplomacy. [online] Available at: http://www.diplomatie.gouv.fr/en/french-foreign-policy/scientific-diplomacy/ [Accessed 17 Jul. 2017].
  2. Connelly, C. (2017). How Antarctica became home to a new kind of scientific diplomacy. [online] the Guardian. Available at: https://www.theguardian.com/science/blog/2017/jul/01/how-antarctica-became-home-to-a-new-kind-of-scientific-diplomacy [Accessed 17 Jul. 2017].
  3. The University of Arizona Global Initiatives. (2016). What is Science Diplomacy. [online] Available at: https://global.arizona.edu/science-diplomacy/what-is-science-diplomacy [Accessed 17 Jul. 2017].
  4. Braun, D. (2009). How Antarctica facilitated science as a tool of diplomacy. [online] National Geographic Society (blogs). Available at: http://voices.nationalgeographic.com/2009/10/28/how_antarctica_facilitated_sci/ [Accessed 17 Jul. 2017].

Tagged under:

Η Χριστίνα Σφίτσου είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Είναι Δόκιμη Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, στον τομέα των Ευρωατλαντικών Ερευνών και Δόκιμη Ερευνήτρια στο Εργαστήριο Μελέτης Κρατών BRICS, στην Ερευνητική Ομάδα της Ρωσίας, του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Συμμετέχει σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών και των Ευρωπαϊκών θεσμών και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα κάνει την πρακτική της άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών. [email protected]

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest