Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: Ο δρόμος προς το ευρώ.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποτελεί το αναγκαίο εκείνο όργανο που είναι υπεύθυνο για τη ρύθμιση και ομαλή λειτουργία του κοινού νομίσματος, του ευρώ. Θα μπορούσε -μάλιστα- κανείς να υποστηρίξει ότι, η σημασία της ΕΚΤ είναι τόσο μεγάλη για τα κράτη – μέλη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ώστε να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η ύπαρξη της νομισματικής ζώνης χωρίς αυτή. Πράγματι, τα κράτη – μέλη της ενιαίας νομισματικής πολιτικής βασίζονται στην ΕΚΤ για την χάραξη, διατήρηση και επίβλεψη της νομισματικής πολιτικής, καθώς και για την επιτυχή λειτουργία ενός νομίσματος που δεν περιορίζεται σε εθνικά σύνορα, αντιθέτως επιτάσσει από χώρες με διαφορετική κουλτούρα, ιστορία, οικονομία να συνεργαστούν και να λειτουργήσουν με την αρμονία ενός κράτους με ένα νόμισμα.

Ιστορικό Πλαίσιο

Η εγκαθίδρυση ενός κοινού νομίσματος και μιας κοινής νομισματικής πολιτικής βρισκόταν ανάμεσα στις προτεραιότητες των Ευρωπαίων πολιτικών αρχηγών. Η ιδέα για τη δημιουργία νομισματικής πολιτικής, που θα ακολουθούσαν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη της Κοινότητας, αποτελούσε θέμα διαλόγου ήδη από το 1962, όταν και καταγράφονται οι πρώτες συζητήσεις αναφορικά με νομισματική ολοκλήρωση στο “Marjolin Memorandum”. Επιπλέον αναφορές για ένα ενιαίο νόμισμα έγιναν πολλές ακόμα φορές κατά περιόδους, ενώ η υιοθέτηση μιας κοινής νομισματικής πολιτικής ως μέρος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στην οποία και στόχευαν τα κράτη, απασχολούσε τους αρχηγούς των μελών της Κοινότητας από τα αρχικά στάδια εγκαθίδρυσής της. Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα το σχέδιο του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, Pierre Werner, το 1970, το οποίο και παρουσίαζε ένα αναλυτικό πλάνο για την υιοθέτηση κοινής νομισματικής πολιτικής, με την προοπτική κοινού νομίσματος σε βάθος χρόνου 10 ετών. Αν και το σχέδιο αυτό δεν μπήκε τελικά ποτέ σε ισχύ, λόγω της υποτίμησης του δολαρίου και της πετρελαϊκής κρίσης, σταδιακά οι ενέργειες των ευρωπαϊκών κρατών οδήγησαν στην επίσημη έναρξη της διαδικασίας οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχ (1991). Με τη Συνθήκη, λοιπόν, της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκαινιάζεται παράλληλα και η διαδικασία εγκαθίδρυσης μιας κοινής οικονομικής και νομισματικής ζώνης, η πραγματοποίηση της οποίας βασιζόταν σε τρία στάδια.

Από διαφορετικά εθνικά νομίσματα σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα

Κατά το πρώτο στάδιο προς τη δημιουργία μιας ενιαίας οικονομικής και νομισματικής ζώνης, γνωστής και ως ΟΝΕ, αποφασίστηκε πως τα κράτη – μέλη έπρεπε να καταργήσουν κάθε περιορισμό στις μεταξύ τους κινήσεις κεφαλαίων. Το 1994 εγκαινιάζεται το δεύτερο στάδιο δημιουργίας της ΟΝΕ, και χαρακτηρίζεται όχι μόνο από εντονότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, αλλά και μεγαλύτερη οικονομική σύγκλιση ανάμεσα στα κράτη – μέλη. Στη δεύτερη αυτή φάση παρατηρείται όλο και μεγαλύτερη συνεργασία και διαβούλευση ανάμεσα στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, ενώ παράλληλα τίθεται και το χρονοδιάγραμμα για την τελική υιοθέτηση του ευρώ ως νόμισμα. Κατ’ ουσίαν η φάση αυτή αποτελεί ένα προπαρασκευαστικό στάδιο, το οποίο θέτει τα θεμέλια για την μετάβαση στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, και την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος με ομαλό -όσο το δυνατό- τρόπο. Βάσει αυτού του χρονοδιαγράμματος πραγματοποιείται τελικά το 1999 η έναρξη του τελευταίου σταδίου εγκαθίδρυσης της ΟΝΕ. Το τρίτο στάδιο ξεκινά με τον καθορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των εθνικών νομισμάτων των κρατών, που θα οδηγούσε σταδιακά στην υιοθέτηση του ευρώ από όλα τα κράτη που συμμετείχαν στο εγχείρημα. Παράλληλα, η ΕΚΤ αναλαμβάνει για πρώτη φορά το έργο του καθορισμού και άσκησης της μιας ενιαίας νομισματικής πολιτικής.

image9834

Γιατί μία Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα

Το εγχείρημα για μια οικονομική και νομισματική ένωση, και τη μετάβαση από εθνικά σε ένα -κοινό για τα μέλη- νόμισμα, προϋπέθετε άριστο συντονισμό ανάμεσα στα κράτη και τις κεντρικές τράπεζες αυτών. Στόχος δεν ήταν μονάχα η επίτευξη της μετάβασης από τα εθνικά νομίσματα στο ευρώ, αλλά και -κυρίως- η διατήρηση της νέας νομισματικής πραγματικότητας, η ομαλή λειτουργία της κοινής νομισματικής ζώνης, και η επίτευξη της νομισματικής σταθερότητας. Προκειμένου να διασφαλιστούν τα παραπάνω, η ίδρυση μιας κεντρικής τράπεζας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αποτελούσε κάτι φυσικό και αναπόφευκτο. Έτσι λοιπόν, η ΕΚΤ δημιουργείται από τα κράτη, και στοχεύει στην διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, στη διαφύλαξη της αξίας του ευρώ, τον έλεγχο και προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς επίσης τηρεί τη δέσμευση να υπηρετεί τους κύριους στόχους της Ένωσης περί βιώσιμης ανάπτυξης, ισόρροπης οικονομικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όπως αυτοί καταγράφονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης.

Η ΕΚΤ με μια ματιά

Συνοψίζοντας και προσθέτοντας σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί παραπάνω, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως ένα όργανο που θα εξασφάλιζε -κατά κύριο λόγο- την σταθερότητα των τιμών και, συνεπώς, τη διαφύλαξη της αξίας του ευρώ ως νόμισμα, προκειμένου να πραγματοποιηθεί με επιτυχία στηρίχθηκε σε δύο κύριους παράγοντες. Από τη μία πλευρά, βασίστηκε στην ανάπτυξη μίας στενής σχέσης και στον συνεχή διάλογο ανάμεσα στην ΕΚΤ και τις κεντρικές τράπεζες των κρατών – μελών της νομισματικής ζώνης, ενώ από την άλλη, για να επιτευχθεί το έργο της, δεσμεύτηκε να διενεργεί με διαφάνεια και αποδοτικότητα. Τέλος, η δυνατότητα εκπλήρωσης των καθηκόντων της προέβλεπε την χορήγηση πλήρους ανεξαρτησίας στην ΕΚΤ και την απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής επιρροή από τρίτους, θεσμούς, όργανα ή κυβερνήσεις κρατών – μελών (αρ. 108 της Συνθήκης).

 

Πηγές :

 

 

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest