Ηθικά Διλήμματα της Πληροφόρησης: Από Ποιους, Για Ποιους, Με Ποιους;

Ξεκινώντας την ανάλυση για την πληροφόρηση και τα ηθικά διλήμματα που υπάρχουν και δημιουργούνται, θεωρείται σωστό να γράψουμε τη βάση του φαινομένου της πληροφόρησης. Σύμφωνα με τον Mearsheimer, μία από τις βασικές αρχές του επιθετικού ρεαλισμού είναι η μη βεβαιότητα ενός κράτους για τις προθέσεις των άλλων κρατών. Η πληροφόρηση, λοιπόν, έρχεται να διαρρήξει αυτή την αβεβαιότητα του κράτους, αναλύοντας το διεθνές και περιφερειακό γίγνεσθαι, εκτιμώντας τα πιθανά ρίσκα και τα πλεονεκτήματα, καθώς και τη δημιουργία-λήψη “ορθών” αποφάσεων. Αυτή η θεωρία, η οποία είναι το κλειδί για την κατανόηση της πληροφόρησης, λαμβάνει, όμως, ως de facto τον ορθολογισμό των ανθρώπων, οι οποίοι αποτελούν τα μέρη των κρατικών οργάνων και δρώντων – ότι, δηλαδή, η ορθολογικότητα είναι ένα εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Ωστόσο, μία τέτοια θεωρητική προσέγγιση στον 21ο αιώνα θεωρείται παρωχημένη, εφόσον, όπως φαίνεται από την πλειοψηφία των σύγχρονων κοινωνικών, ανθρωπιστικών και ψυχολογικών ερευνών, οι δυϊσμοί “νους-καρδιά” και “ορθολογικότητα-συναισθηματικότητα” δεν ισχύουν (Burkitt, 1999).

Καθώς, λοιπόν, τα υποκείμενα που συνιστούν και απαρτίζουν τους κρατικούς δρώντες δεν είναι εγγενώς ορθολογικά, η βασική αξίωση του ρεαλισμού ότι τα κράτη είναι ορθολογικά όντα έχει μειωμένη επιστημονική ισχύ, ειδικά σε ένα πολύπλευρο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, όπως αυτό της πληροφόρησης και της κατασκοπείας. Κάποιες από τις βασικές ηθικές αρχές και αξίες που υπάρχουν σε αυτές τις επιχειρήσεις καταγράφονται από τις Anne C. Rudolph και John H. Chumeau της CIA στο Ethical “Need to Knows” For Intelligence Officers. Η πρώτη αιτιολόγηση είναι της προσωπικής ακεραιότητας, η οποία, όμως, δίνει ιδιαίτερο βάρος στα προσωπικά στοιχεία και χαρακτηριστικά των ατόμων, χωρίς να δίνει επαρκή βάση για τις γενικές και τις δομικές αρχές. Μία άλλη προσέγγιση είναι η “θα το ξέρω, μόλις το δω”, η οποία αφήνει το άτομο να ορίζει -να θέτει, δηλαδή, τα όρια- με βάση τις προσωπικές του ηθικές πεποιθήσεις, αψηφώντας ότι το “σωστό” είναι υποκειμενικό. Μία άλλη, αρκετά προκλητική και επικίνδυνη προσέγγιση, είναι η “ό,τι μπορούμε να αποφύγουμε”, η οποία δικαιολογεί όλες τις πράξεις των ατόμων, αρκεί να μη δημοσιευθούν και να μη γίνουν γνωστές στο ευρύτερο κοινό (Chomeau and Rudolph, 1987).

Συνήθως, οι διαδικασίες πληροφόρησης (με τεχνικές, ηλεκτρονικές, ανθρώπινες, ανοιχτές πηγές κ.τ.λ.) δομούνται, ορίζονται και προσδιορίζονται από το νομικό πλαίσιο που ακολουθούν αυτές οι υπηρεσίες. Αυτοί οι νόμοι, κανόνες, διατάγματα και αρχές, όμως, δεν είναι αυστηρώς πλαισιωμένα και ξεκάθαρα συστήματα και, συνεπώς, δε χαίρουν ερμηνείας. Αντιθέτως, οι νόμοι υπάρχουν, και με βάση διαφορετικά είδη ερμηνείας (για παράδειγμα, συσταλτική ή διευρυμένη) έχουν διαφορετικά αποτελέσματα στην εφαρμογή τους. Επομένως, οι κώδικες που ακολουθούν τα υποκείμενα των υπηρεσιών πληροφόρησης δίνουν περιθώρια επεξήγησης της νομιμότητας -ή μη- ορισμένων πράξεων.

Επίσης, οι υπηρεσίες αυτές έχουν δημιουργηθεί και λειτουργούν, με βάση την ορθολογική θεωρία για την προστασία του κοινωνικού πλαισίου και τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας του λαού. Αφού ο λαός είναι η νομιμοποιητική βάση δημιουργίας και λειτουργίας, τα θέματα διαφάνειας, νομιμότητας και δημοκρατικότητας που διατρέχουν πληθώρα πράξεων των υπηρεσιών θα έπρεπε να είναι αρκετά, ώστε να μεταβάλλουν και να επαναπροσδιορίσουν τη φύση τους. Ακόμα και αν τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα που δημιουργούνται αρθούν στη βάση της “προστασίας” και της “δημόσιας τάξης και ασφάλειας”, ποιο είναι το σημείο μηδέν που αυτά δε μπορούν να ξεπεράσουν και να διαγράψουν; Μία πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί μετά από τη συνοπτική ανάλυση κάποιων δεδομένων.

Σύμφωνα με τον Breen, η κατασκοπεία πρέπει να έχει τέσσερα (4) χαρακτηριστικά, για να δικαιολογείται: i) δίκαιο λόγο, ii) κατάλληλη εξουσιοδότηση, iii) αναλογικότητα, και iv) να χρησιμοποιείται ως η τελευταία λύση (last resort) (Breen, 2016). Για παράδειγμα, στη συνέχεια της ανάλυσης του μελετητή, αναφέρεται ότι υπάρχει μερίδα ανθρώπων που θεωρεί ότι το να “κρατήσεις” ένα μυστικό από τις ΗΠΑ, το οποίο θα μπορούσε δυνητικά να είναι κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, αποτελεί πράξη νομιμοποίησης της κατασκοπείας. Αποτελεί, όμως, αυτό νομιμοποιητική βάση για κατασκοπεία και υποκλοπή συνομιλιών, ή έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα (right to privacy) (ό.π.); Επίσης, ένα ζήτημα που προκύπτει στις διαδικασίες κατασκοπείας είναι το ποια άτομα μπορούν να αποτελέσουν “νόμιμους” στόχους κατασκοπείας, και μέχρι πού μπορεί η παρακολούθηση αυτών των ατόμων να φτάσει. Μπορεί, δηλαδή, να θεωρηθεί αναλογική και δίκαιη η καθημερινή παρακολούθηση συνομιλιών και επικοινωνιών ενός ατόμου που δεν έχει επαφή με το ζήτημα διερεύνησης, αλλά έχει κάποια συγγενική σχέση με ένα άτομο που έχει σχέση με το θέμα, το οποίο προσπαθούμε να βρούμε; Αν ναι, σε ποιο βαθμό μπορεί η παρακολούθηση, και η απόκτηση πληροφοριών από τις επικοινωνίες αυτού του τρίτου να δικαιολογηθεί; Αν όχι, ποιες είναι οι διαδικασίες “λύτρωσης”, που μπορεί αυτό το άτομο να αναζητήσει;

Ένα άλλο ζήτημα που υπάρχει στις μεθόδους κατασκοπείας και στη συλλογή πληροφοριών από ανθρώπινες πηγές είναι η διαδικασία “συγκάλυψης” (covert) ατόμων από άλλα στρατόπεδα, ώστε να εξυπηρετήσουν συμφέροντα άλλης χώρας. Ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, George W. Bush, ενέκρινε το Rendition, Detention and Interrogation Program (RDI) της CIA, το οποίο έδινε τη νομιμοποιητική βάση για τη χρήση των “εικονικών πνιγμών“. Ωστόσο, το 2009, με Εκτελεστικό Διάταγμα απαγορεύτηκε η χρήση αυτού του βασανιστηρίου. Επίσης, σε αίτημα του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας (National Security Advisor) για την αποτελεσματικότητα των αντιτρομοκρατικών τεχνικών ανάκρισης, ο Director του Central Intelligence απάντησε ότι δεν μπορεί να δώσει ακριβή απάντηση και έρευνα για αυτό το ερώτημα, αλλά να προσφέρει τις πληροφορίες που έχουν ληφθεί, μέσω των όποιων ανακριτικών μεθόδων. Πριν αναφέρει όλες τις περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν βοήθησαν στην αποτροπή επιθέσεων κατά της Δύσης, “συμβουλεύει” ότι τα προγράμματα λειτουργούν και οι τεχνικές είναι αποτελεσματικές (Cia.gov, 2016).

Το ερώτημα που τίθεται, όμως, είναι το εξής: πώς κρίνεται η αποτελεσματικότητα και η λειτουργικότητα ενός προγράμματος; Είναι δυνατό, στο βωμό της “εθνικής ασφάλειας” και της αποτροπής πιθανών τρομοκρατικών επιθέσεων, να καταπατηθούν βασικές ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και η απαγόρευση των βασανιστηρίων ή της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης; Μπορούν να δικαιολογηθούν οι τουλάχιστον 183 φορές που ο Khalid Sheikh Mohammad (KSM) έφτασε σε στάδια πνιγμού, ή ο Abu Zubaydah έβγαζε αφρούς, όντας σχεδόν αναίσθητος και ανίκανος να επικοινωνήσει; Ακόμα και αν μπορούν να δικαιολογηθούν, για ποιο λόγο, τότε, η υπεύθυνη υπηρεσία για την εκτέλεση αυτών των τεχνικών μειώνει τη σημασία και τη συχνότητα χρήσης τους (Human Rights First, n.d.); Και, σε δεύτερο στάδιο, αν όντως δικαιολογείται η χρήση αυτών των τεχνικών και νομιμοποιείται στη βάση των υπαρκτών -ή μη- κινδύνων προς την εθνική ασφάλεια και δημόσια τάξη, ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν στη διετή φυλάκιση ως whistleblower, υπό το Espionage Act, του John Kiriakou, ο οποίος αποκάλυψε τις τεχνικές αυτές (Harris, 2016);

Το τελικό θέμα που προκύπτει σε όλες τις διαδικασίες, τρόπους και τεχνικές συλλογής και χρήσης πληροφοριών είναι η ουδετερότητα και η αντικειμενικότητα που τις διακατέχει. Οι πληροφορίες αυτές, θεωρητικά, είναι ουδέτερες, αντικειμενικές, και συλλέγονται μόνο για τους σκοπούς της αντιμετώπισης εξωτερικών -ή και εσωτερικών- κινδύνων. Ωστόσο, η ιστορία και η πρακτική αποδεικνύουν ότι η αρχή της ουδετερότητας δεν ισχύει, αλλά ότι η φύση τους πολιτικοποιείται και ιδεολογικοποιείται, ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες και τις ανάγκες γενικότερων κυβερνητικών πρωτοβουλιών. Ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Tony Blair, χρησιμοποίησε το Iraq Dossier, όχι ως γνώμονα διαμόρφωσης πολιτικών κινήσεων, αλλά ως νομιμοποιητική βάση για τις ενυπάρχουσες πολιτικές δράσεις που είχε ξεκινήσει και είχε αναλάβει. Θεωρείται ότι παρόμοιες πολιτικές κινήσεις πολιτικοποιούν, και γίνονται βάση για τη διαχείριση της πολιτικής άποψης και την αύξηση της δημοτικότητας ορισμένων προσώπων και πράξεων (Scott and Jackson, 2004).

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τα ζητήματα που προκύπτουν, δε θα μπορούσαμε να αφήσουμε έξω από την ανάλυσή μας το Committee Study of the Central Intelligence Agency’s Detention and Interrogation Program του Senate Select Committee on Inteligence, το οποίο στάλθηκε στις 3 Απριλίου 2014 στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, και δημοσιεύτηκε, με τις απαραίτητες αλλαγές, στις 3 Δεκεμβρίου 2014. Συνοπτικά, αυτή η έρευνα έδειξε ότι:

  1. Οι τεχνικές ανάκρισης της CIA δεν ήταν αποτελεσματικές, για να αποκτηθούν οι απαραίτητες πληροφορίες και η συνεργασία των κρατούμενων.
  2. Η βάση αιτιολόγησης αυτών των τεχνικών ανάκρισης ήταν μη ακριβής, ειδικά όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους.
  3. Η ανάκριση των κρατούμενων ήταν πιο απάνθρωπη και χειρότερη από ό,τι έλεγαν οι επίσημοι εκπρόσωποι.
  4. Η CIA έχει αποφύγει ή έχει παρεμποδίσει την εποπτεία του προγράμματος από το Κογκρέσο και το Λευκό Οίκο.
  5. Η CIA αποκάλυπτε απόρρητες πληροφορίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι οποίες περιείχαν και ανακριβή στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των στοιχείων.
  6. Δεν είχαν προετοιμαστεί κατάλληλα στη CIA για την εφαρμογή του προγράμματος, οπότε υπήρχαν σοβαρά μειονεκτήματα.
  7. Πολλοί κρατούμενοι έπεφταν θύματα τεχνικών που δεν είχαν εγκριθεί από το Department of Justice (Υπουργείο Δικαιοσύνης), οι οποίοι κρατούσαν πολλά άτομα χωρίς να υπάρχει νόμιμη βάση φυλάκισης.
  8. Σπάνια επιπληττόταν το προσωπικό για ακατάλληλες πράξεις, συστηματικές παραβιάσεις και λάθη, παραμελώντας, παράλληλα, όποιες εσωτερικές κριτικές και αντιδράσεις.
  9. Το πρόγραμμα “έβλαψε” το κύρος των ΗΠΑ στο διεθνές γίγνεσθαι, και οδήγησε σε οικονομικά -και μη- κόστη το κράτος.

Αυτές οι πληροφορίες που έδωσε η συγκεκριμένη αναφορά μας δίνουν το απαραίτητο έδαφος, ώστε να αμφιβάλλουμε για την αποτελεσματικότητα, τη δημοκρατικότητα, την εγκυρότητα και τη σαφήνεια των προγραμμάτων κράτησης και ανάκρισης, συγκεκριμένα, αλλά δημιουργούν ένα γενικότερο πλαίσιο κριτικής προς τα προγράμματα πληροφόρησης και τους τρόπους λειτουργίας τους εν γένει. Ειδικά, αν λάβουμε υπόψιν μας και τις πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει το 2013 από τον Edward Snowden, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι υπηρεσίες πληροφόρησης δρουν νόμιμα.

Ερχόμενοι, πάλι, στο βασικό μας ερώτημα που δημιουργήθηκε στην αρχή της ανάλυσης των ηθικών διλημμάτων, ποιο είναι το σημείο μηδέν που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε, για χάρη της ασφάλειας και της τάξης; Θα μπορούσε να είναι η αιτιολογημένη και η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα αυτών των προγραμμάτων; Ίσως, αλλά η αποτελεσματικότητα από μόνη της δε συνεπάγεται άλλα στοιχεία, όπως η νομιμότητα και η δημοκρατικότητα αυτών των τεχνικών.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δύσκολα μπορεί να δοθεί απόλυτα. Μπορούμε να πούμε, όμως, με σαφήνεια ότι τα προγράμματα αυτά θα ήταν καλύτερο να λειτουργούν με γνώμονα τρεις λέξεις: τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα του ανθρώπου, οι βασικές ελευθερίες και οι αρχές της ανθρώπινης αξίας, της αξιοπρέπειας, του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, της αρχής της μη-διάκρισης και του δικαιώματος της προστασίας του ιδιωτικού βίου είναι βασικοί γνώμονες για τη δημιουργία, τη δόμηση και τον προσδιορισμό όλων των πολιτικών. Πολιτικές κινήσεις και πράξεις, οι οποίες δε σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Όπως έχει αναφέρει και ο Benjamin Franklin, “Όποιος παραχωρεί την ελευθερία του για λίγη ασφάλεια δεν αξίζει τίποτα από τα δύο”.

 

Πηγές:

  1. Burkitt, I. (1999). Bodies of thought. 1st ed. London: SAGE.
  2. Chomeau, J. and Rudolph, A. (1987). Ethical “Need to Knows” for Intelligence Officers. Central Intelligence Agency.
  3. Cia.gov. (2016). EFFECTIVENESS OF THE CIA COUNTERTERRORIST INTERROGATION TECHNIQUES | CIA FOIA (foia.cia.gov). Available at: https://www.cia.gov/library/readingroom/document/6541535 [Accessed 6 Dec. 2016].
  4. Senate Select Committee on Intelligence (2014). Committee Study of the Central Intelligence Agency’s Detention and Interrogation Program. Available at: https://fas.org/irp/congress/2014_rpt/ssci-rdi.pdf [Accessed 4 Dec. 2016].
  5. Harris, K. (2016). Meet the CIA whistleblower who exposed Bush’s torture program. Available at: http://www.coloradoindependent.com/157721/meet-the-cia-whistleblower-who-exposed-bushs-torture-program [Accessed 5 Dec. 2016].
  6. Human Rights First. (n.d.). Waterboarding. Available at: http://www.humanrightsfirst.org/senate-report-cia-torture/waterboarding [Accessed 5 Dec. 2016].
  7. Scott, L. and Jackson, P. (2004). Understanding intelligence in the twenty-first century. 1st ed. London: Routledge.
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (2 έτη) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ο Χριστόφορος - Δημήτριος Ζαφείρης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Σπουδών Φύλου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ενώ αποφοίτησε από το τμήμα Κοινωνιολογίας του ίδιου πανεπιστημιακού φορέα. Κύρια ενδιαφέροντα του οι προσεγγίσεις διεθνών πολιτικών και διεθνούς τρομοκρατίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία μειονοτήτων.

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest