Τότε και τώρα: Η Ακροδεξιά στην Ιταλία πάντοτε παρούσα

Διεφθαρμένες οικονομικές και πολιτικές ελίτ, πολιτικές κρίσεις, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, εθνική κυριαρχία, εθνικισμός, παγκοσμιοποίηση, διαρκώς αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας, πρόδηλη εισοδηματική ανισότητα: παράγοντες του παρελθόντος και του σήμερα που αναπόδραστα κατά τον ιστορικό ρου οδήγησαν και εξακολουθούν να οδηγούν στην εξάπλωση του λαϊκισμού και στην άνοδο ακροδεξιών κινημάτων και κομμάτων στη Γηραιά Ήπειρο. Η περίπτωση της Ιταλίας -επισήμως, Ιταλικής Δημοκρατίας-, ούσα από τις πλέον χαρακτηριστικές, επιβεβαίωσε και επιβεβαιώνει με τρόπο πανηγυρικό τον ως άνω γενικό κανόνα τόσο κατά τα έτη που προηγήθηκαν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο και κατά τη μετέπειτα και σύγχρονη εποχή – με αποκορύφωμα τις πρόσφατες εκλογές της 4ης Μαρτίου 2018. Σκοπός, δε, του παρόντος καθίσταται ακριβώς η ιστορική αναδρομή επί του εν λόγω φλέγοντος πολιτικού ζητήματος από τη δεκαετία του 1920 έως σήμερα.

Φασισμός

Γίνεται σχεδόν αναντίρρητα αποδεκτό ότι η Ιταλία συνιστά τη γενέτειρα του φασισμού, με θεμελιωτή της τον Benito Mussolini. Παρά το γεγονός πως ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες και άλλοι μελετητές έχουν επί μακρόν συζητήσει και διαφωνήσει περί της ακριβούς φύσεως του φασισμού, ο τελευταίος μπορεί να νοηθεί ως ένα σύστημα διακυβέρνησης που χαρακτηρίζεται α) από τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός δικτάτορα, β) από μια καπιταλιστική οικονομία υποκείμενη σε αυστηρό κυβερνητικό έλεγχο, γ) από τη βίαιη καταστολή της αντιπολίτευσης και, δ) κατά κανόνα, από μια πολιτική επιθετικού εθνικισμού και ρατσισμού – ή, διαφορετικά, μπορεί να ορισθεί ως μία πολιτική φιλοσοφία ή κίνηση που βασίζεται ή υποστηρίζει ένα τέτοιο σύστημα διακυβέρνησης. Σε ό,τι αφορά τις ρίζες του φασισμού, αυτές διακρίνονται για τη συνθετότητα και την πολυπλοκότητά τους. Η φασιστική ηγεσία -κυρίως ο Mussolini- αναγνώρισε τις πολυδιάστατες επιρροές του φιλελευθερισμού, του μαρξισμού, του συνδικαλισμού, του σοσιαλισμού, του καθολικισμού και του εθνικισμού στην ιδεολογία της. Οι ομιλίες και τα γραπτά της προαναφερθείσας ηγεσίας βρίθουν παραπομπών από τους Schopenhauer, Hegel, Sorel, Saint-Simon, Pareto, Mosca και Mazzini (Whisker James, 1983).

Τα βαθύτερα, όμως, αίτια διολίσθησης προς τη συγκεκριμένη ιδεολογία θα πρέπει να αναζητηθούν στις επικρατούσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κατά την εποχή κατόπιν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μεταπολεμική Ιταλία ήταν η μόνη χώρα που απέδειξε ότι δεν εδύνατο να χρησιμοποιήσει τη νίκη της ως μία “ρητορική συσκευή” για να εδραιώσει το πολιτικό της σύστημα. Οι εσωτερικές διαιρέσεις κατέστησαν τις παλαιές φιλελεύθερες άρχουσες τάξεις ανίκανες να παραμείνουν ενωμένες και να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων για να ανταποκριθούν στη μεταπολεμική κοινωνικοοικονομική κρίση, η οποία σύντομα θα οδηγούσε στην αναταραχή του Biennio Rosso (1919-1920). Η αδιαφορία των φιλελεύθερων ελίτ ενισχύθηκε από την άρνησή τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο μιας συμμαχίας με το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ή με το Ιταλικό Λαϊκό Κόμμα, τα δύο νέα τότε κόμματα που κυριάρχησαν στη μεταπολεμική πολιτική σκηνή – μια στάση που αντικατοπτρίζει τη φιλελεύθερη απροθυμία να διαβλέψει την απαραίτητη μετάβαση σε μια δημοκρατία που χαρακτηρίζεται από σύγχρονα πολιτικά κόμματα. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιταλικές άρχουσες τάξεις προετοίμασαν τον δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας από έναν ριζοσπαστικό εθνικισμό που στη συνέχεια οδήγησε στον φασισμό, μια πολιτική δύναμη σφυρηλατημένη στην εμπειρία του πολέμου (Baravelli Andrea, 2015).

Η άνοδος και η επικράτηση του Mussolini

Η πολιτική κρίση των μεταπολεμικών χρόνων, όπως αναλύθηκε παραπάνω, παρείχε μία σημαντική ευκαιρία για μαχητικά πατριωτικά κινήματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των πρώην μελών των ενόπλων δυνάμεων και των πρώην στρατευμάτων, των φοιτητών και των πρώην συνδικαλιστών. Ο D’Annunzio υπήρξε ηγέτης ενός τέτοιου κινήματος, αλλά ο πρώην σοσιαλιστής δημοσιογράφος Benito Mussolini σύντομα κατέστη ακόμη πιο διακεκριμένος, ιδρύοντας στο Μιλάνο τον Μάρτιο του 1919 το επονομαζόμενο “Fasci di combattimento” (“Fighting Leagues”), γνωστότερο ως “Φασίστες”. Το πρώτο πρόγραμμα του κινήματος αποτελείτο από ένα σύμφυρμα ριζοσπαστικών εθνικιστικών ιδεών, με έντονες δόσεις αντικληρικισμού και ρεπουμπλικανισμού. Οι προτάσεις του περιελάμβαναν την κατάσχεση των πολεμικών κερδών, την οκτάωρη εργασία και την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Το κίνημα του Mussolini ήταν αρχικά ανεπιτυχές, αλλά οι Φασίστες άρχισαν σύντομα να γίνονται πρόξενοι αναταραχών, βιαιοπραγιών και επιθέσεων εναντίον σοσιαλιστικών κοινωνικών και πολιτικών θεσμών και οργανισμών. Εκατοντάδες συνδικαλιστικά γραφεία, κέντρα απασχόλησης και εφημερίδες αντίπαλων κομμάτων (π.χ. L’Avanti! στο Μιλάνο) λεηλατήθηκαν ή πυρπολήθηκαν ενώ, παράλληλα, συνδικαλιστικές οργανώσεις συνεθλίβησαν. Ενδεικτικότατη είναι η περίπτωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ονόματι Federterra, η οποία συρρικνώθηκε από περίπου ένα εκατομμύριο μέλη σε λιγότερα από 6.000 σε διάστημα έλασσον των πέντε ετών. Μη όντας σε θέση να υπερασπιστεί τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, ή να αποτρέψει τις εγκληματικές δραστηριότητες μιας ιδιωτικής πολιτοφυλακής που λειτουργούσε σε εθνικό επίπεδο -ήτοι των “Μελανοχιτώνων”-, το κράτος είχε απολέσει κάθε αξιοπιστία. Εντός διαστήματος λίγων μηνών οι ηγέτες των ως άνω παραστρατιωτικών φασιστικών ομάδων έλεγχαν πληθώρα αγροτικών περιοχών της κεντρικής Ιταλίας (Encyclopedia Britannica, 2018).

Οι Φασίστες είχαν πλέον εξελιχθεί σε μείζονα πολιτική δύναμη, υποστηριζόμενη όχι μόνο από τους ιδιοκτήτες γης, αλλά και από πολλά μέλη της αστικής μεσαίας τάξης, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών, των καταστηματαρχών και των υπαλλήλων. Τον Μάιο του 1921, όταν ο Πρωθυπουργός Giolitti προκήρυξε νέες εκλογές, 35 φασίστες εξελέγησαν στο Κοινοβούλιο ως μέρος ενός κυβερνητικού μπλοκ των 275 βουλευτών. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Mussolini εγκατέλειψε τον ρεπουμπλικανισμό, και τον Νοέμβριο μετασχημάτισε το κίνημά του σε πολιτικό κόμμα, το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα (PNP). Προϊόντος του χρόνου οι Φασίστες οργάνωσαν τις δικές τους ενώσεις, τα επονομαζόμενα “φασιστικά συνδικάτα”, πετυχαίνοντας να κερδίσουν την υποστήριξη τμήματος της κατώτερης μεσαίας τάξης και των μικροϊδιοκτητών γης, ενώ παράλληλα η απήχησή τους στην αστυνομία και στον στρατό ήταν περισσότερο από εμφανής. Ταυτόχρονα, ελάχιστες περιοχές είχαν κατορθώσει να “αντισταθούν” στους Μελανοχίτωνες. Στις 29 Οκτωβρίου 1922, μετά από τρία χρόνια εμφυλίου σχεδόν πολέμου και μιας ένοπλης εισβολής εναντίον της Ρώμης στις 26 Οκτωβρίου εκ μέρους των παραστρατιωτικών φασιστικών οργανώσεων, ο βασιλιάς Victor Emmanuel III έδωσε στον Mussolini εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, ελπίζοντας ότι θα τον εξευμένιζε με χρήση συνταγματικών μέσων. Ο τελευταίος, ήγουν ο Mussolini, σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας, την οποία χρησιμοποίησε ως όχημα για τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του, κυβερνώντας με τον συνηθισμένο κυβερνητικό μηχανισμό, και ακολουθώντας μια πολιτική “ομαλοποίησης”. Στις εκλογές του Απριλίου του 1924, οι οποίες διεξήχθησαν σε κλίμα φόβου και απειλών και μετά την τροποποίηση του εκλογικού νόμου -κατά τον οποίον η ομάδα των κομμάτων που θα συγκέντρωνε το υψηλότερο ποσοστό, ακόμα και αν αυτό ισοδυναμούσε με το 25%, θα λάμβανε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών-, το μπλοκ των κομμάτων το οποίο κυριαρχούταν από το φασιστικό κέρδισε ποσοστό 64% και 374 έδρες, καταγράφοντας λίαν ικανοποιητικές επιδόσεις στον Νότο (Encyclopedia Britannica, 2018).

Τη σύγκληση της νέας Βουλής ακολούθησε η δολοφονία του ηγέτη του κόμματος των μεταρρυθμιστών σοσιαλιστών, Giacomo Matteotti, που υποκινήθηκε και απεδόθη στον βοηθό του γραφείου τύπου του Mussolini. Εξαιτίας, δε, της ως άνω, ο τύπος κατήγγειλε την κυβέρνηση, και τα κόμματα της αντιπολίτευσης αποχώρησαν από το Κοινοβούλιο. Στις 3 Ιανουαρίου 1925 ο Mussolini εκφώνησε μία διάσημη ομιλία στο Σώμα των Αντιπροσώπων αποδεχόμενος την “πολιτική, ηθική και ιστορική ευθύνη” για τη φασιστική εξουσία και τον θάνατο του Matteotti και, παράλληλα, υποσχόμενος μια σκληρή καταστολή των διαφωνούντων. Κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων ετών, ο Mussolini φρόντισε να καταργήσει τη συντριπτική πλειονότητα των συνταγματικών και θεσμικών εγγυήσεων που στέκονταν ενάντια στον ολοκληρωτισμό της κυβέρνησής του. Οι εκλογές, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, καθώς και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι καταργήθηκαν, ενώ τα κόμματα και τα συνδικάτα της αντιπολίτευσης διαλύθηκαν. Αυστηροί έλεγχοι επεβλήθησαν στην κίνηση από και προς την Ιταλία, ενώ το 1927 ιδρύθηκε από κατασκόπους το κύριο δίκτυο πληροφοριών, η επονομαζόμενη “Οργάνωση για την Άγρυπνη Καταστολή του Αντιφασισμού” (Encyclopedia Britannica, 2018).

Αναφορικά με την οργάνωσή του, το φασιστικό καθεστώς διοικούταν κυρίως από τις παραδοσιακές ελίτ της στρατιωτικής και πολιτικής γραφειοκρατίας, οι οποίες -όπως και πριν την επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος- ήταν συνδεδεμένες με τους ιδιοκτήτες γης και τη δικαιοσύνη. Τούτου λεχθέντος, ήταν πολύ περισσότερο αυταρχικό, εθνικιστικό και παρεμβατικό εν σχέσει με τις φιλελεύθερες κυβερνήσεις. Μέχρι τη δεκαετία του 1930 το φασιστικό κόμμα είχε κυριαρχήσει σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, από τον χώρο εργασίας μέχρι την εκπαίδευση και τις δραστηριότητες αναψυχής – το κράτος κατέστη η μοναδική αξία στην οποία έπρεπε να υπαχθούν όλες οι υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένου ακόμα και του ίδιου του φασιστικού κόμματος (Whisker James, 1983). Είναι παραπάνω από ευνόητο πως η λογοκρισία του τύπου, καθώς επίσης και η προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος, απετέλεσαν πάγια πρακτική του τελευταίου, με σκοπό την καθ’ ολοκληρίαν επικράτηση και εδραίωσή του. Ο έλεγχος της καθημερινής ζωής έφτασε έως τα πλέον βασικά επίπεδα – σε εξευτελιστικό, μάλιστα, βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1938 η κυβέρνηση επέβαλλε τη χρήση της προσωπικής αντωνυμίας “εσείς” ως επίσημης αντί της αντωνυμίας “αυτή”, απαγόρευσε τις χειραψίες στους χώρους εργασίας, ενώ οι ξένες λέξεις αντικαταστάθηκαν στο σύνολό τους από ιταλικές (Encyclopedia Britannica, 2018).

Η πτώση του φασιστικού καθεστώτος

Από το 1938 και εντεύθεν ο Mussolini επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος του Adolf Hitler, καθώς και από την αντισημιτική πτέρυγα του φασιστικού κόμματος. Το 1939, και κατόπιν της εισβολής της Ιταλίας στην Αλβανία, οι δύο άνδρες υπέγραψαν το Σύμφωνο του Χάλυβα (αγγλιστί: Pact of Steel), επισήμως γνωστό ως Σύμφωνο Φιλίας και Συμμαχίας μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας – μία πολιτική και στρατιωτική συμμαχία μεταξύ του Βασιλείου της Ιταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας (Encyclopedia Britannica, 2018).

Ο Mussolini εν τέλει έγινε το θύμα των δικών του προπαγανδιστικών ιδεών, εμπλέκοντας την Ιταλία σε αποικιοκρατικούς και ιμπεριαλιστικούς πολέμους τους οποίους δεν εδύνατο να υποστηρίξει (Whisker James, 1983). Το καλοκαίρι του 1943, ήτοι σχεδόν 4 χρόνια μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η κατάσταση στην Ιταλία ήταν δραματική. Στα μέτωπα της Βόρειας και Ανατολικής Αφρικής είχε ηττηθεί, οι ιταλικές πόλεις στον Βορρά βομβαρδίζονταν συχνά, η πολεμική παραγωγή ήταν ελάχιστη, και το ηθικό των πολιτών είχε καταρρεύσει. Τον Ιούλιο του 1943 οι Συμμαχικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Σικελία, την οποία κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Στις 24-25 Ιουλίου το Φασιστικό συμβούλιο συγκλήθηκε στη Ρώμη για πρώτη φορά από την αρχή του πολέμου, και ψήφισε μια πρόταση που ζητούσε από τον βασιλιά να επανέλθει στην άσκηση των πλήρων συνταγματικών του αρμοδιοτήτων – δηλαδή, να αποπέμψει τον Mussolini. Σε μια ομολογουμένως ιστορική απόφαση, μεγάλη πλειοψηφία των μελών ψήφισαν εναντίον του Mussolini, με αποτέλεσμα την αποπομπή του από τον βασιλιά την ίδια μέρα. Ο Mussolini φυγαδεύτηκε από τις γερμανικές δυνάμεις, και αποκαταστάθηκε στον Βορρά ως κυβερνήτης της “Ιταλικής Σοσιαλδημοκρατίας”, ενός φασιστικού καθεστώτος-“μαριονέτας” στο Salò στη Βόρεια Ιταλία.

Τα χρόνια από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη δεκαετία του 1970

Ένα έτος μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή το 1946, ιδρύθηκε το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (γνωστό ως MSI) – ένα εθνικιστικό, αντικομουνιστικό, νεοφασιστικό κόμμα από υποστηρικτές του πρώην Ιταλού ηγέτη Benito Mussolini. Συμμετείχε για πρώτη φορά στις εκλογές του 1948, οπότε και εξασφάλισε έξι έδρες στο Σώμα των Αντιπροσώπων. Από το 1950 έως το 1970 διατηρούσε σταθερά τα ποσοστά του, εξασφαλίζοντας κατά μέσο όρο 25 έδρες σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Το κλίμα και τα πολιτικά δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και οι αντιδράσεις των αντιφασιστικών κομμάτων, αλλά και μέρους του κοινωνικού συνόλου, δεν επέτρεψαν επ’ ουδενί τη συμμετοχή του εν λόγω κόμματος σε κυβέρνηση συνεργασίας έως και το 1994. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η πτώση της κυβέρνησης των Χριστιανοδημοκρατών το 1960 εξαιτίας διαδηλώσεων, όταν το εν λόγω κόμμα απετέλεσε απαραίτητο τμήμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας (Encyclopedia Britannica, 2018).

Από τη δεκαετία του 1970 έως το 1994

Στις εκλογές του 1972 το MSI ενώθηκε με το Ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα Μοναρχικής Ενότητας, ένα κόμμα της δεξιάς, προκειμένου να σχηματίσουν μια συμμαχία γνωστή ως “Εθνική Δεξιά” (ιταλιστί: Destra Nazionale, DN). Τον Ιανουάριο του 1973 συγχωνεύθηκαν επίσημα ως MSI-DN αλλά, κατόπιν εσωκομματικών διαφωνιών το 1976, το κόμμα υιοθέτησε ξανά το αρχικό του όνομα. Κατά τη δεκαετία του 1980 κατάφερε να ενισχύσει σημαντικά τις δυνάμεις του. Πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1983 εξασφάλισε 42 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και τέσσερα χρόνια αργότερα εξέλεξε ως ηγέτη τον Gianfranco Fini. Καθώς η υποστήριξη προς το κόμμα και, συνακόλουθα, η εκλογική του επιρροή συρρικνωνόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το 1994 μετονομάστηκε σε “Εθνική Συμμαχία” (ιταλιστί: Alleanza Nazionale, αγγλιστί: National Alliance). Την επόμενη χρονιά το MSI επισήμως διαλύθηκε (Encyclopedia Britannica, 2018).

Κατά την ίδια χρονική περίοδο -συγκεκριμένα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980- στον Βορρά και, ιδιαίτερα, στις περιφέρειες του Veneto και της Λομβαρδίας αναπτύχθηκαν τοπικοί ή περιφερειακοί “σύνδεσμοι” (γνωστοί αγγλιστί ως Leagues) για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της διεφθαρμένης κομματικής διοίκησης από πλευράς της κεντρικής κυβέρνησης στη Ρώμη, όπως επίσης και για την υψηλή φορολογία, τις κακής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες, το οργανωμένο έγκλημα -για το οποίο συχνά κατηγορούσαν τον πληθυσμό της νότιας Ιταλίας-, καθώς και τη μετανάστευση – κυρίως από την Αφρική, αλλά αργότερα από την Αλβανία. Οι ως άνω “σύνδεσμοι” ενώθηκαν το 1991 με σκοπό να σχηματίσουν μία ομοσπονδία, τη “Λέγκα του Βορρά” (ιταλιστί: Lega Nord [πλήρες όνομα: Lega Nord per l’Indipendenza della Padania], αγγλιστί: Northern League) (Encyclopedia Britannica, 2018), μία αυτόχρημα σπάνια περίπτωση εκδήλωσης του ιταλικού λαϊκισμού (Passarelli G., 2016).

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση της επιρροής των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων ως απόρροια των σκανδάλων διαφθοράς που ταλάνιζαν την Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του 1990 δημιούργησε ένα σημαντικό πολιτικό κενό – κενό ακριβώς που ήρθαν να καλύψουν τόσο η Λέγκα του Βορρά, όσο και η “μεταφασιστική” “Εθνική Συμμαχία”, η οποία στη Ρώμη και στη νότια ηπειρωτική χώρα έγινε το κόμμα του συνεχιζόμενου ιταλικού πατριωτισμού και του οικονομικού παρεμβατισμού. Το 1992, όταν πληθώρα ηγετών των Σοσιαλιστών και των Χριστιανοδημοκρατών συνελήφθησαν, και οι “Κομμουνιστές” αναζητούσαν μια νέα ταυτότητα μετά την αποτυχία και κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η Λέγκα του Βορρά εξασφάλισε ποσοστό σχεδόν 20% στις περιφέρειες της βόρειας Ιταλίας κατά τις βουλευτικές εκλογές (Encyclopedia Britannica, 2018). Η Εθνική Συμμαχία προχώρησε σε συνεργασία με τη Λέγκα του Βορρά και το νεοσυσταθέν τότε κόμμα του Silvio Berlusconi, ήτοι το κόμμα “Forza Italia”. Η εν λόγω συμμαχία βρέθηκε στην εξουσία κατόπιν των κοινοβουλευτικών εκλογών του Μαρτίου του 1994 (των πρώτων που διεξήχθησαν με τον τότε νέο εκλογικό νόμο), οπότε και κέρδισε την πλειοψηφία στο Σώμα των Αντιπροσώπων. Στην ως άνω εκλογική αναμέτρηση η Εθνική Συμμαχία συγκέντρωσε το 13,5% των ψήφων. Αξιοσημείωτο, δε, είναι πως της παραχωρήθηκαν 6 υπουργικές θέσεις, όπερ συνεπάγεται ότι η νέα κυβέρνηση είχε για πρώτη φορά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο νεοφασίστες Υπουργούς, ενώ ο Υπουργός Εσωτερικών προερχόταν από τη Λέγκα του Βορρά. Επρόκειτο, βέβαια, για μία λίαν βραχύβια κυβέρνηση καθώς, εν μέσω τεράστιων διαμαρτυριών για τις φασιστικές καταβολές του ενός κυβερνητικού εταίρου -ήγουν της Εθνικής Συμμαχίας-, καθώς και για τις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, εκείνη έπεσε τον Δεκέμβριο του 1994, μετά και τη λήξη της συνεργασίας της Λέγκας του Βορρά με το κόμμα του Berlusconi. Το γεγονός, δε, ότι ο τελευταίος έγινε ο ίδιος αντικείμενο ερευνών κατά της διαφθοράς επέσπευσε την πτώση της κυβέρνησης συνεργασίας, αφού λειτούργησε ως επιπρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας (Encyclopedia Britannica, 2018).

Από το 1994 έως το 2011

Εξαιτίας του προλεχθέντος κυβερνητικού συνασπισμού η Εθνική Συμμαχία ενίσχυσε τα ποσοστά της, φτάνοντας το 16% εν έτει 1996. Εντούτοις, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ο Fini οδήγησε το κόμμα στην αποστασιοποίησή του από τη φασιστική του κληρονομιά. Υποστήριξε την οικονομική απελευθέρωση, απέρριψε τις προηγούμενες δηλώσεις του με τις οποίες χαρακτήριζε τον Mussolini ως τον μεγαλύτερο πολιτικό του 20ου αιώνα -σχόλιο που είχε κάνει το 1994-, και αναφέρθηκε στον φασισμό ως “απόλυτο κακό”. Τόσο στην εκλογική αναμέτρηση του 2001 όσο και σε εκείνη του 2006 το κόμμα έλαβε ποσοστό της τάξης του 12% (Aisch G., Pearce A. and Rousseau B., 2017). Το 2001, μάλιστα, η Εθνική Συμμαχία επέστρεψε στην κυβέρνηση σε έναν κεντροδεξιό συνασπισμό υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού Silvio Berlusconi, οπότε και ο Fini διορίστηκε αναπληρωτής Πρωθυπουργός. Μετά από μία ακόμα συνεργασία το 2007 μεταξύ των ως άνω πολιτικών κομμάτων -που οδήγησε στη δημιουργία ενός νέου κεντροδεξιού πολιτικού σχηματισμού, των “Ανθρώπων της Ελευθερίας” (ιταλιστί: Popolo della Libertà; PdL, αγγλιστί: People of Freedom)-, το 2009 η Εθνική Συμμαχία συγχωνεύθηκε επισήμως με το κόμμα του Berlusconi, οπότε και το PdL έγινε επισήμως πολιτικό κόμμα. Ωστόσο, μόλις έναν χρόνο αργότερα ο Fini και οι υποστηρικτές του το εγκατέλειψαν εξαιτίας διαφωνιών μεταξύ των δύο ανδρών – Berlusconi και Fini (Encyclopedia Britannica, 2018).

Σε ό,τι αφορά τη Λέγκα του Βορρά, το 1994 είχε καταστεί η μεγαλύτερη πολιτική φατρία της Ιταλίας εν σχέσει προς τη δύναμη του φεντεραλιστικού μηνύματος που επεδίωκε να μεταδώσει. Στις εκλογές του 1996 κατόρθωσε να συγκεντρώσει ποσοστό 10,1% (Aisch G., Pearce A. and Rousseau B., 2017). Την ίδια χρονιά υποστήριξε την υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος με τη συμπερίληψη πρόβλεψης για μια ομοσπονδιακή Ιταλία χωρισμένη σε τρία αυτόνομα κράτη, έκαστο των οποίων θα είχε ξεχωριστή ευθύνη για όλους τους τομείς εκτός από εκείνους της άμυνας, των εξωτερικών υποθέσεων και της νομισματικής πολιτικής. Το βόρειο τμήμα της ως άνω “ομοσπονδίας” θα ονομαζόταν “Παντάνια”. Ο τότε αρχηγός της Λέγκας, Umberto Bossi, αξιοποιώντας τις οικονομικές και πολιτιστικές διαφορές μεταξύ Βορρά και Νότου, υποστήριξε ότι οι πλούσιες βόρειες πόλεις “παρεμποδίζονταν” από τις φτωχότερες, λιγότερο ανεπτυγμένες πόλεις του Νότου, και πως η “αποσχισθείσα” δημοκρατία (εν. η Παντάνια) θα είχε τη δική της ιδιότητα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρόλο που μικρή μερίδα του πληθυσμού υποστήριξε την απόσχιση, ο Bossi κατάφερε να κερδίσει στήριξη για την πλατφόρμα του, η οποία στόχευε στην ομοσπονδιακή μεταρρύθμιση και στη συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Καθώς η πίεση προς την κατεύθυνση της απόσχισης σταδιακά υποχώρησε, αίτημα του Bossi και της Λέγκας του Βορρά κατέστη η επιπλέον περιφερειακή αυτονομία. Επιπροσθέτως, το κόμμα υιοθέτησε μια σκληρή στάση έναντι της μετανάστευσης -γεγονός το οποίο οδήγησε στο να κατηγορηθεί για ξενοφοβία (Encyclopedia Britannica, 2018)- ενώ, ταυτόχρονα, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τους μουσουλμάνους και το Ισλάμ ως θεμελιώδη απειλή για τις αξίες και την πολιτιστική ακεραιότητα των Ιταλών του Βορρά (Bartlett J, Birdwell J. and Mcdonnell D., 2012). Παρά τo γεγονός ότι ανέλαβε τη διοίκηση αρκετών περιφερειών, και συμμετείχε στις εθνικές κυβερνήσεις κατέχοντας κομβικής σημασίας Υπουργεία, η Λέγκα, διατηρώντας το λαϊκιστικό πρόσημό της, βαθμιαία υπέστη σημαντική ριζοσπαστικοποίηση, πλησιάζοντας όλο και εγγύτερα στην άκρα δεξιά του πολιτικού φάσματος (Passarelli G., 2016). Το κόμμα συμμετείχε τρεις φορές (2001, 2006 και 2008) στις κυβερνήσεις του Silvio Berlusconi, ενώ ο Bossi ανέλαβε το 2001 το Υπουργείο Αποκέντρωσης, και το 2008 το Υπουργείο Ομοσπονδιακής Μεταρρύθμισης (Encyclopedia Britannica, 2018). Δέον είναι να υπογραμμισθεί πως η Λέγκα κατάφερε να διπλασιάσει σχεδόν τα ποσοστά της από 4,6% το 2006 σε 8,3% το 2008 (Aisch G., Pearce A. and Rousseau B., 2017). Μετά την παραίτηση του Silvio Berlusconi εξαιτίας σκανδάλου και τη διαδοχή του από τον τεχνοκράτη Mario Monti το 2011, η Λέγκα μετακινήθηκε στην αντιπολίτευση.

Από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στις εκλογές της 4ης Μαρτίου 2018

Στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 2008 κατόπιν της κατάρρευσης της Lehman Brothers, το 2009 ιδρύθηκε από τον Beppe Grillo -Ιταλό κωμικό και ηθοποιό του κινηματογράφου και της τηλεόρασης- και τον Gianroberto Casaleggio -επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο- το “Κίνημα των Πέντε Αστέρων” (ιταλιστί: Movimento 5 Stelle, αγγλιστί: Five Star Movement). Πρόκειται για ένα λαϊκιστικό κόμμα το οποίο, όμως, παρουσιάζει τη σημαντική ιδιαιτερότητα της στενότατης σχέσης του με το διαδίκτυο. Τα πέντε αστέρια στο όνομά του αντιπροσωπεύουν τα πέντε ζητήματα για τα οποία ενδιαφέρεται περισσότερο: α) τους δημόσιους υδάτινους πόρους, β) τις βιώσιμες μεταφορές, γ) τη βιώσιμη ανάπτυξη, δ) το δικαίωμα πρόσβασης στο διαδίκτυο και ε) την περιβαλλοντολογία. Κατά τον Grillo το κίνημα δεν ανήκει ούτε στην δεξιά ούτε στην αριστερά, και κύρια πηγή για τις απόψεις του αποτελεί το επίσημο blog του (Follain J. and Albanese C., 2018). Το κίνημα δημιουργήθηκε ως μια νέα μορφή άμεσης δημοκρατίας και αντίδρασης κατά της διαφθοράς στην πολιτική ζωή της Ιταλίας. Ο Federico Faloppa, Διευθυντής Ιταλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Reading, σημείωσε: “Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων θεωρείται ποικιλοτρόπως ως ένα λαϊκιστικό, αντισυστημικό, περιβαλλοντολογικό, ευρωσκεπτικιστικό, κατά της παγκοσμιοποίησης κόμμα, το οποίο εκφεύγει του παραδοσιακού μοντέλου “αριστερά εναντίον δεξιάς”” (Hughes A., 2018).

Το κόμμα υποστήριξε αρχικά την έξοδο της Ιταλίας από την Ευρωζώνη και το NATO, αν και η ταχεία άνοδός του στην πολιτική οδήγησε στην υποβάθμιση από μέρους του των ως άνω θέσεων. Άλλες πολιτικές του περιλαμβάνουν τις “δραστικές” περικοπές των εταιρικών φόρων, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την εξασφάλιση ελάχιστου μηνιαίου εισοδήματος έως και 780 € για τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με τους Financial Times, ίσως το πιο ριζοσπαστικό από τα σχέδια του κινήματος είναι να αφαιρεθεί σημαντικό μέρος της νομοθετικής εξουσίας από το ιταλικό Κοινοβούλιο και, αντ’ αυτού, να εφαρμοστεί μια άμεση δημοκρατία στην οποία οι πολίτες θα μπορούν να ψηφίζουν σχετικά με τους νόμους και τις κυβερνητικές αποφάσεις (The Week, 2018).

Στις περιφερειακές εκλογές του 2010 και του 2011 το Κίνημα των Πέντε Αστέρων έλαβε αξιοσημείωτα ποσοστά. Τα κύρια αίτια της αυξημένης απήχησής του θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο στα συμπαρομαρτούντα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης όσο και στη συνεχιζόμενη παρακμή και, συνακόλουθα, κρίση του ιταλικού κομματικού συστήματος -η οποία επιταχύνθηκε σημαντικά μετά το 2011-, καθώς και στον επαναπροσδιορισμό του πολιτικού κεφαλαίου της χώρας (Maggini N., 2013). Η παραίτηση της κυβέρνησης του Silvio Berlusconi υπό το βάρος της ιταλικής κρίσης χρέους το 2011, αλλά και τα υιοθετηθέντα μέτρα λιτότητας από την κυβέρνηση τεχνοκρατών που τη διαδέχθηκε με επικεφαλής τον Mario Monti -πρόσωπο κατά σχεδόν κοινή ομολογία ευρύτερης αποδοχής, που μπορούσε να εγγυηθεί την ενότητα του έθνους- επιβάρυναν περαιτέρω την ήδη βεβαρημένη κατάσταση. Έτσι, κατά τις γενικές εκλογές του 2013 το κόμμα του Beppe Grillo έλαβε τη δεύτερη θέση, συγκεντρώνοντας το ομολογουμένως εντυπωσιακό ποσοστό του 25,6% – ποσοστό που ιστορικά δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει κανένα πρωτοεμφανιζόμενο κόμμα σε επίπεδο εθνικών εκλογών.

Στην ίδια εκλογική αναμέτρηση (εκείνη του 2013) η Λέγκα του Βορρά έλαβε ποσοστό μόλις 4,1% – ήγουν ποσοστό υποδιπλάσιο εκείνου των εκλογών του 2008. Τα υψηλότερα ποσοστά πέτυχε στις περιφέρειες του Βορρά (Λομβαρδία και Veneto), όπου διαβιούν οι περισσότερο οικονομικά εύρωστοι, ενώ η απήχησή της στις περιφέρειες του Νότου υπήρξε ιδιαίτερα περιορισμένη, εξαιτίας ακριβώς της ιδεολογίας της και των θέσεων που πρεσβεύει, όπως αυτά αναλύθηκαν παραπάνω (Aisch G., Pearce A. and Rousseau B., 2017).

Η προκήρυξη δημοψηφίσματος από πλευράς της κεντροαριστερής κυβέρνησης του Matteo Renzi, η οποία προέκυψε μετά τις εκλογές του 2013, και δη το αποτέλεσμα αυτού έμελλε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα για μία σειρά μειζόνων πολιτικών εξελίξεων. Πιο συγκεκριμένα, οι Ιταλοί πολίτες κατά το δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου 2016 τυπικά κλήθηκαν να απαντήσουν στο ερώτημα εάν θα έπρεπε να τροποποιηθεί το Σύνταγμα του 1948. Πρόθεση του Renzi ήταν να περιορίσει την εξουσία της Γερουσίας, μειώνοντας τα μέλη της από 315 σε 100 και καθιστώντας την, συνεπώς, περισσότερο ένα συμβουλευτικό όργανο. Οι υποστηρικτές του δημοψηφίσματος δήλωσαν ότι στόχος ήταν να καταστεί η αποστολή του κυβερνώντος κόμματος της Ιταλίας λιγότερο περίπλοκη, και πως οι μεταρρυθμίσεις θα βοηθούσαν στην αναγέννηση της ληθαργικής οικονομίας, ενώ οι επικριτές του ισχυρίστηκαν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα επηρέαζαν τους επιβαλλόμενους από το Σύνταγμα ελέγχους και τις απορρέουσες εξ’ αυτού ισορροπίες. Ωστόσο, το δημοψήφισμα θεωρήθηκε ότι λειτουργεί στην ουσία του ως δοκιμασία για το αυξανόμενο κύμα λαϊκισμού στην Ευρώπη, και ως ευκαιρία να καταγραφεί η δυσαρέσκεια του λαού με την τότε κυβέρνηση. Ο ίδιος ο Renzi, άλλωστε, μετέτρεψε το δημοψήφισμα σε μία ψηφοφορία για τον ίδιο του τον εαυτό και την κυβέρνησή του, δηλώνοντας πως σε περίπτωση ήττας θα δήλωνε την παραίτησή του. Με 59,1% κατά και 40,9% υπέρ, η ήττα του Matteo Renzi κατέστη ηχηρή, ερμηνευόμενη μάλιστα ως νίκη για τα ευρωσκεπτικιστικά λαϊκιστικά και εθνικιστικά κόμματα στην Ιταλία (δηλαδή το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και τη Λέγκα του Βορρά), των οποίων η προεκλογική

εκστρατεία στόχευε έντονα εναντίον του Renzi και της υπόσχεσής του να τονώσει την υποτονική οικονομία της Ιταλίας (Capelouto S., Perry J., and Wedeman B., 2016). Ο Renzi, τηρώντας την υπόσχεσή του, παραιτήθηκε από το αξίωμα του Πρωθυπουργού την επομένη της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.

Το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών, οι οποίες ακολούθησαν μετά τα ανωτέρω γεγονότα, ήτοι των πρόσφατων εκλογών της 4ης Μαρτίου 2018, υπήρξε αυτόχρημα θεαματικό. Το λαϊκιστικό κόμμα του Luigi Di Maio, ο οποίος διαδέχθηκε τον Beppe Grillo στην αρχηγία του κόμματος, συγκέντρωσε ποσοστό 32,22%, καταλαμβάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πρώτη θέση. Μνεία αξίζει το γεγονός ότι, αν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει το 40% των ψήφων, θα είχε τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης. Από την άλλη πλευρά, η Λέγκα του Βορρά, η οποία έτι μία φορά συνεργάστηκε με το κόμμα του Silvio Berlusconi, έλαβε ποσοστό 17,69% – δηλαδή υπερτετραπλάσιο εκείνου που συγκέντρωσε κατά τις προηγούμενες εθνικές εκλογές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έπαψε να συνιστά μια περιφερειακή δύναμη, και εξελίχθηκε απροσδόκητα σε έναν σημαντικό εταίρο του συνασπισμού των δεξιών κομμάτων (The Guardian, 2018).

Θεμελιώδη παράγοντα που συνέτεινε στην άνοδο των ως άνω πολιτικών δυνάμεων απετέλεσε η δυσαρέσκεια των πολιτών με την κυβέρνηση του πρώην Πρωθυπουργού Matteo Renzi – δυσαρέσκεια που είχε εκφραστεί μέσω του προαναφερθέντος δημοψηφίσματος, και ερείδεται στην αποτυχία του Renzi να μειώσει την ανεργία, και να βελτιώσει την οικονομία της Ιταλίας. Ταυτόχρονα, οι μεταναστευτικές ροές και το μεταναστευτικό ζήτημα εν γένει απασχόλησαν την κοινή γνώμη, όπερ εκμεταλλεύτηκε η Λέγκα του Βορρά, προωθώντας την αντιμεταναστευτική πολιτική της. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δεν έλειψαν οι ακρότητες σχετικά με το παραπάνω ευαίσθητο πολιτικά και κοινωνικά ζήτημα, ειδικότερα όταν ένας 28χρονος Ιταλός αυτοαποκαλούμενος ως νεοναζί άνοιξε πυρ εναντίον Αφρικανών μεταναστών στη Macerata, μια επαρχιακή πόλη στην περιφέρεια των Marche (Ellyatt H., 2018).

 

Αντί επιλόγου

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων έχουν προηγουμένως αναφερθεί, καθίσταται περισσότερο από πρόδηλο πως ο φασισμός και ο λαϊκισμός στην Ιταλία ουδέποτε εξαφανίστηκαν αλλά, αντιθέτως, επιβίωσαν και εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα από νεοφασιστικά και λαϊκιστικά μορφώματα. Η άνοδος, δε, και επικράτηση των ως άνω απέρρεε και εξακολουθεί να απορρέει ως συνέπεια της κυριαρχούσας στην πολιτική ζωή της χώρας διαφθοράς, της καταφανούς εισοδηματικής ανισότητας μεταξύ Βορρά και Νότου, των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, αλλά και της οικονομικής κρίσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα προαναφερθέντα μορφώματα, φαλκιδεύοντας τις αξίες και τις αρχές του κράτους δικαίου, ναρκοθετούν τις βάσεις επάνω στις οποίες εδράζεται κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Η μη ουσιαστική και ριζική αντιμετώπιση, μάλιστα, των αιτιών που συνεπάγονται την εξάπλωση και εδραίωση των ως άνω δυνάμεων θα οδηγήσει αναπόδραστα σε επικίνδυνες ατραπούς, καταδικάζοντας τους λαούς να επαναλάβουν οδυνηρά λάθη του παρελθόντος τα οποία σημάδεψαν με τρόπο ανεξίτηλο την παγκόσμια ιστορία.

Πηγές:

  1. Aisch G., Pearce A. and Rousseau B. (2017). How Far Is Europe
    Swinging to the Right?
    https://www.nytimes.com/interactive/2016/05/22/world/europe/europe-right-wing-austria-hungary.html
  2. Baravelli A. (2015). Post-war Societies (Italy). https://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/post-war_societies_italy
  3. Bartlett J, Birdwell J. and Mcdonnell D. (2012). Populism in Europe: Lega Nord. http://cadmus.eui.eu/handle/1814/26214
  4. BBC. (2016). Matteo Renzi’s referendum defeat risks Italy political crisis. http://www.bbc.com/news/world-europe-38204189
  5. Capelouto S., Perry J. and Wedeman B. (2016). Italy’s PM Matteo Renzi to resign after constitutional referendum defeat. https://edition.cnn.com/2016/12/04/world/italy-constitutional-referendum-voting/index.html
  6. Ebrahimi E. and Sibun J. (2011). Italy’s government agrees €30bn of austerity measures. https://www.telegraph.co.uk/finance/financialcrisis/8934467/Italys-government-agrees-30bn-of-austerity-measures.html
  7. Ellyatt H. (2018). The dark side of Italian politics — Italy’s swing to the right could see a more extremist agenda. https://www.cnbc.com/2018/03/01/italy-election-darker-side-politics-far-right.html
  8. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, A new political landscape, The rise of Berlusconi. https://www.britannica.com/place/Italy/A-new-political-landscape#ref301268
  9. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, End of the regime. https://www.britannica.com/place/Italy/End-of-the-regime
  10. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, Politics in the 1970s and ’80s. https://www.britannica.com/place/Italy/Politics-in-the-1970s-and-80s
  11. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, The Cold War political order, Parties and party factions. https://www.britannica.com/place/Italy/The-Cold-War-political-order#ref27773
  12. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, The end of constitutional rule. https://www.britannica.com/place/Italy/The-end-of-constitutional-rule
  13. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, The Fascist era, The rise of Mussolini. https://www.britannica.com/place/Italy/The-Fascist-era#ref27762
  14. Encyclopedia Britannica. (2018). Italy, The republic of Salò (the Italian Social Republic) and the German occupation. https://www.britannica.com/place/Italy/The-republic-of-Salo-the-Italian-Social-Republic-and-the-German-occupation
  15. Encyclopedia Britannica. (2018). Mario Monti. https://www.britannica.com/biography/Mario-Monti
  16. Encyclopedia Britannica (2018). National Alliance. https://www.britannica.com/topic/National-Alliance
  17. Encyclopedia Britannica. (2018). Pact of Steel. https://www.britannica.com/event/Pact-of-Steel
  18. Encyclopedia Britannica. (2018). Umberto Bossi. https://www.britannica.com/biography/Umberto-Bossi#ref1079838
  19. Follain J. and Albanese C. (2018). All About Five Star, Bane of Italy’s Political Establishment. https://www.bloomberg.com/news/articles/2018-02-26/all-about-five-star-bane-of-italy-s-establishment-quicktake
  20. Hughes A. (2018). Italian election 2018: What is the Five Star Movement and why was it created? https://www.express.co.uk/news/world/926892/Italian-election-2018-Beppe-Grillo-Five-Star-Movement-Luigi-Di-Maio-why-was-it-created
  21. Kirchgaessner, S. and Giuffrida, A. (2016). Italian PM Matteo Renzi resigns after referendum defeat. https://www.theguardian.com/world/2016/dec/04/matteo-renzis-future-in-the-balance-amid-high-turnout-in-italy-referendum
  22. Maggini N. (2013). Understanding the Electoral Rise of the Five Star Movement in Italy.https://ecpr.eu/Filestore/PaperProposal/1c695698-811b-4733-9df9-a50a4cd2360e.pdf 
  23. Passarelli G. (2016). Populism and the Lega Nord. http://www.oxfordhandbooks.com/view/10.1093/oxfordhb/9780199669745.001.0001/oxfordhb-9780199669745-e-18
  24. Simkin J. (2015). Italy in the Second World War. http://spartacus-educational.com/2WWitaly.htm
  25. Tartar A. (2017). How the Populist Right Is Redrawing the Map of Europe. https://www.bloomberg.com/graphics/2017-europe-populist-right/
  26. The Free Dictionary. (2018). Fascism. https://www.thefreedictionary.com/Facism
  27. The Guardian. (2018). Italian elections 2018 – full results. https://www.theguardian.com/world/ng-interactive/2018/mar/05/italian-elections-2018-full-results-renzi-berlusconi
  28. The Week. (2018). Italian elections: what is the Five Star Movement? http://www.theweek.co.uk/italian-elections/92081/italian-elections-what-is-the-five-star-movement
  29. Whisker J. (1983). Italian Fascism: An Interpretation. http://www.ihr.org/jhr/v04/v04p–5_Whisker.html
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (1 έτος) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ονομάζεται Θωμάς Μητρόπουλος, είναι 21 ετών και φοιτά στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Κομοτηνή. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα μοντέλων προσομοίωσης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών τόσο στην Ελλάδα, όσο και το εξωτερικό σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία, η Ολλανδία και το Βέλγιο ως σύνεδρος, μέλος προεδρείου, αλλά και της γραμματείας, ήγουν του επονομαζόμενου Secretariat. Επιπροσθέτως, έχει λάβει μέρος σε μεγάλο αριθμό ημερίδων, συνεδρίων και σεμιναρίων με αντικείμενο το Δημόσιο Διεθνές και Ποινικό Δίκαιο, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αλλά και μείζονα οικονομικά ζητήματα. Τέλος, επελέγη ως Ειδικός Συνεργάτης του τομέα Marketing στην Ευρωπαϊκή Ένωση Φοιτητών Νομικής "ELSA Komotini" έχοντας ξεκινήσει τη θητεία του τον Σεπτέμβριο του 2016. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu/

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest