Το «φάντασμα» της ακροδεξιάς στην Ολλανδία

Τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη σημειώνουν συνεχή άνοδο τα τελευταία χρόνια – ειδικά στην κεντρική Ευρώπη, όπου η πολιτική του μίσους δεν παρουσιάζει απλά μία αύξηση, αλλά θριαμβεύει. Η άνοδος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς προκύπτει από το συνδυασμό πολλών παραγόντων. Πιο συγκεκριμένα, οι εθνικές παραδόσεις και η ιστορία κάθε χώρας, η οικονομική κρίση και οι σχετιζόμενες με αυτή νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας, οι οποίες συμβάλλουν στην αύξηση της ανεργίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, καθιστούν αρεστά στους ψηφοφόρους πολλά ιδεολογικά στοιχεία της ακροδεξιάς, όπως ο εθνικισμός και ο κοινωνικός προστατευτισμός. Επίσης η φτώχεια που ταλανίζει τα αναπτυσσόμενα κράτη, η συνεπακόλουθη μετανάστευση, οι εξελίξεις μετά την «Αραβική Άνοιξη», η ανάδυση νέων φονταμενταλιστικών θρησκευτικών κινημάτων, καθώς και τα αλλεπάλληλα τρομοκρατικά χτυπήματα που συγκλόνισαν την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια συνιστούν σημαντικούς παράγοντες ανόδου ακροδεξιάς. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται η απογοήτευση πολλών πολιτών από την πολιτική των παραδοσιακών κομμάτων.

Συχνά, τα κόμματα της λαϊκιστικής ακροδεξιάς φαίνεται να προσφέρουν απλές απαντήσεις στους φόβους και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, κατασκευάζοντας αποδιοπομπαίους τράγους και εχθρούς. Κάποιες φορές οι αποδιοπομπαίοι τράγοι είναι Μουσουλμάνοι, άλλες Εβραίοι, Ρομά ή μειονότητες. Εν πολλοίς, επικρατεί η άποψη πως το ποσοστό του πληθυσμού που ρέπει προς την ακροδεξιά ή τη φασιστική ιδεολογία έχει ένα συγκεκριμένο προφίλ. Συνήθως πρόκειται για άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ως επί το πλείστον άνεργα, τα οποία θεωρούν τη «φυλή» τους ανώτερη, και πως απειλούνται από άτομα με διαφορετικές αντιλήψεις και θρησκεία. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η ανάλυση της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ολλανδία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα – μίας χώρας που φημίζεται για την ανεκτικότητά της και την πολυπολιτισμικότητά της στην Ευρώπη. Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια δεν λείπει από το πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας μια ισχυρή ακροδεξιά, η οποία έχει αποκτήσει σημαντική και διαρκή παρουσία στην πολιτική σκηνή, και παρουσιάζει μια αυξανόμενη δυνατότητα να διαμορφώνει τη γνώμη των ψηφοφόρων και να επηρεάζει τη χάραξη πολιτικής.

1945-1969

Μετά το τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα ακροδεξιά κόμματα διαδραμάτισαν μικρό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1944 υπογράφηκε στο Λονδίνο από τη Βασίλισσα Wilhelmina ένα διάταγμα σχετικά με την εξάλειψη οποιουδήποτε φασιστικού και ναζιστικού στοιχείου στη χώρα, το οποίο οδήγησε στην απαγόρευση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κινήματος και στην εκτέλεση του επικεφαλής του, Anton Mussert, στις 7 Μαΐου του 1946, καθώς και τριάντα περίπου οργανώσεων (Donselaar, 1993). Το διάταγμα είχε, μεταξύ άλλων, στόχο να κρατήσει τη χώρα απαλλαγμένη από στοιχεία ακροδεξιάς. Μάλιστα, εντός αυτού αναφερόταν ρητά ότι θα απαγορευθούν τυχόν μελλοντικές οργανώσεις που θα επιδιώκουν να προωθήσουν τους στόχους των ήδη απαγορευμένων οργανώσεων (Mudde, 2000). Αξίζει να σημειωθεί ότι το Εθνικοσοσιαλιστικό Κίνημα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, αποτέλεσε το μοναδικό νόμιμο κόμμα στην εξουσία. Έτσι δεν υπήρχαν παρά μόνο μικρές ακροδεξιές ομάδες, στις οποίες γηραιότεροι ναζιστές έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο – όπως στο Εθνικό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κίνημα, το οποίο έγινε το πρώτο μεταπολεμικό κίνημα άκρας δεξιάς και απαγορεύτηκε το 1955 από την κυβέρνηση, η οποία επικαλέστηκε το προαναφερθέν διάταγμα.

Η απαγόρευση οποιουδήποτε ακροδεξιού στοιχείου κατέστησε σαφές ότι δεν είναι εφικτό να υπάρξει ένα κόμμα με ακροδεξιές ιδέες, με αποτέλεσμα να οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας νέας στρατηγικής από τους υποστηρικτές της ακροδεξιάς (Mudde, 2000). Ως εκ τούτου, οι τελευταίοι αποφάσισαν να εισχωρήσουν σε κόμματα που δεν είχαν σχέση με την ακροδεξιά – όπως το Κόμμα Αγροτών, στους κόλπους του οποίου ανήκαν ομάδες δυσαρεστημένων πολιτών. Κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας του ’60 το κόμμα σημείωσε ορισμένες εκλογικές επιτυχίες, κερδίζοντας μέχρι και επτά έδρες στο κοινοβούλιο. Αν και δεν χαρακτηριζόταν ως ριζοσπαστική δεξιά, το «διάχυτο» εθνικό-συντηρητικό του πρόγραμμα προσέλκυε ένα μέρος της άκρας δεξιάς. Η συσχέτιση, όμως, με τους ακροδεξιούς της Γαλλίας και τους παλαιούς Ναζί δημιούργησε αρνητικό κλίμα στο κόμμα, το οποίο άρχισε να μαστίζεται από εσωτερικές διενέξεις. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 το κόμμα έπαψε να προσελκύει ακροδεξιούς ακτιβιστές, γεγονός το οποίο οδήγησε στην ταχεία διάλυσή του.

1970-2000

Κατά τη δεκαετία του ’70, η ολλανδική ακροδεξιά κυριαρχείται από την Ολλανδική Λαϊκή Ένωση, ένα νεοναζιστικό κόμμα το οποίο δεν μεγάλωσε ποτέ -πέρα από μερικές εκατοντάδες μέλη- και απαγορεύτηκε ως εγκληματική οργάνωση λόγω των ριζοσπαστικών, επιθετικών εκστρατειών και των προκλητικών ενεργειών των μελών του (Mudde, 2000). Εντούτοις κατέγραψε αύξηση της δημοτικότητάς του λόγω της εναντίωσής του στη μαζική μετανάστευση στη χώρα, η οποία έκανε τους Ολλανδούς πολίτες ξενοφοβικούς, με αποτέλεσμα οι πολιτικές θέσεις του κόμματος να γίνουν πιο θελκτικές.

Στην προσπάθειά τα μέλη του να ξεφύγουν από τους νομικούς περιορισμούς που επέβαλε το προαναφερθέν διάταγμα για τη συσχέτισή τους με το ναζισμό, τα μέλη της Ένωσης και άλλοι ακροδεξιοί ακτιβιστές δημιούργησαν αρκετά κόμματα κατά τη δεκαετία του ‘80 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 – όπως το Εθνικό Κεντρικό Κόμμα, το οποίο είχε μεγαλύτερη επιτυχία συγκριτικά με τα υπόλοιπα κόμματα. Αυτό το αποκαλούμενο «κεντρώο-ρεύμα», μιας και δεν χαρακτηριζόταν ούτε δεξιό ούτε αριστερό, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το ναζισμό, το φασισμό και από ρατσιστικές δηλώσεις, και αντ’ αυτού επικεντρώθηκε στη μετανάστευση, μη διστάζοντας να προβεί σε βίαιες επιθέσεις κατά παράνομων μεταναστών, και σε σύντομο χρονικό διάστημα διαλύθηκε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το εθνικιστικό Κεντρώο Κόμμα, το οποίο κατάφερε να κερδίσει μία έδρα στο κοινοβουλίο το 1982, συνιστώντας την πρώτη κοινοβουλευτική έδρα που κέρδισε στη μεταπολεμική περίοδο ένα εξτρεμιστικό ακροδεξιό κόμμα (Mudde, 2000). Στα μετέπειτα χρόνια σημείωσε αξιοσημείωτα εκλογικά αποτελέσματα σε τοπικές εκλογές, κυρίως λόγω της διαμαρτυρίας του ενάντια στην παρουσία αλλοδαπών, διαλύθηκε λίγο αργότερα.

Το 1984 δημιουργήθηκε το Κόμμα Κέντρο-Δημοκρατών ως συνεχιστής του Κεντρώου Κόμματος, το οποίο βρήκε μεγάλη απήχηση στον ολλανδικό λαό, καθώς εκείνη την περίοδο οι Ολλανδοί πολίτες έβλεπαν τη χώρα τους να απειλείται από τη μετανάστευση και από την πολυπολιτισμικότητα της κοινωνίας. Κύριο ιδεολογικό χαρακτηριστικό του κόμματος ήταν ο εθνικισμός, έχοντας το σλόγκαν «Η Ολλανδία για τους Ολλανδούς». Στα μετέπειτα χρόνια, ο εθνικισμός συνδέθηκε με το θέμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (Mudde, 2000). Επιπλέον, το κόμμα αντιτίθετο σε κάθε περιορισμό της κυριαρχίας του ολλανδικού κράτους και, επομένως, τα μέλη του κόμματος θεωρούσαν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ως μία διεθνή ήττα της ολλανδικής κυβέρνησης. Το ξενοφοβικό κόμμα ήταν ενάντια στο Ισλάμ, το οποίο απεικονιζόταν αποκλειστικά στη φονταμεταλιστική του έκδοση, ως μια επιθετική και επεκτατική θρησκεία. Εκτός των άλλων, το κόμμα έδωσε βαρύτητα στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, όπως την απασχόληση και την αύξηση των συντάξεων, ενώ αντιτίθετο στην υψηλή φορολογία. Παρ’όλο που ξεκίνησε με ελάχιστο αριθμό μελών, κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να κερδίσει σημαντικά εκλογικά ποσοστά, και στις εκλογές του 1994 κέρδισε 3 έδρες στο κοινοβούλιο. Ωστόσο η δημοτικότητα του κόμματος, στα μετέπειτα χρόνια, σημείωσε κατακόρυφη πτώση, καθώς τα μέλη του στράφηκαν σε άλλα κόμματα ή/και ακροδεξιές οργανώσεις, χάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σχεδόν όλες τις θέσεις στα τοπικά συμβούλια, και τις 3 έδρες στο κοινοβούλιο.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι στην περίπτωση της Ολλανδίας, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν υπήρχε ένα ακροδεξιό κόμμα που να άντεξε στην πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα να υφίστανται καιροσκοπικά και βραχύβια κόμματα (Γεωργιάδου, 2008). Ο σύντομος βίος των κομμάτων αυτών οφειλόταν, κυρίως, στην κακή οργάνωση και την έλλειψη επαρκών ενεργών μελών, ενώ επίσης ήταν συνδεδεμένα σε μεγάλο βαθμό με τη βία, τον αντισημιτισμό και το φασισμό. Ως εκ τούτου αποκλείστηκαν από την πολιτική σκηνή από άλλα πολιτικά κόμματα, και τέθηκαν υπό την πίεση αντιρατσιστικών ακτιβιστών και των μέσων ενημέρωσης.

2002-2006: Από το περιθώριο στο επίκεντρο.

Μέχρι το 2002 κανένα αντί-μεταναστευτικό κόμμα δεν κατάφερε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Ολλανδίας. Στις εκλογές του Μαΐου του 2002, το νεοϊδρυθέν κόμμα του ακροδεξιού λαϊκιστή Pim Fortuyn, το Λαϊκό Κόμμα Ολλανδίας, σημείωσε μία αξιοσημείωτη νίκη, συγκριτικά με τα παραδοσιακά χαμηλά αποτελέσματα των ριζοσπαστικών ακροδεξιών κομμάτων στη χώρα. Η προεκλογική καμπάνια του κόμματος στηρίχθηκε στο ζήτημα των μουσουλμάνων μεταναστών, μιας και τα μέλη του κόμματος θεωρούσαν το Ισλάμ «οπισθοδρομική κουλτούρα» (MUIS, 3009). Η άνοδος του κόμματος έσπασε ρεκόρ τόσο στην ολλανδική, όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική. Το κόμμα κέρδισε 26 έδρες (17%), επιτυγχάνοντας το πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα στις ολλανδικές εθνικές εκλογές, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν πρωτοφανή ήττα (Dorussen, 2007).

Ο Fortuyn, ωστόσο, παρουσιαζόταν ως διαφορετικός ηγέτης, καθώς προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να απομακρυνθεί από τα ακροδεξιά κόμματα και από κάθε αναφορά στο φασισμό. Ο ίδιος αρνούνταν οποιαδήποτε πολιτική ομοιότητα με τον Jean-Marie Le Pen και άλλους ακροδεξιούς Ευρωπαίους πολιτικούς, ενώ περιέγραφε την ιδεολογία του ως πραγματιστική (MUIS, 3009). Ήταν υποστηρικτής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, διατηρούσε γενικά φιλελεύθερες ιδέες, και ήταν δεδηλωμένα ομοφυλόφιλος. Αντί να αντιπροσωπεύει μόνο ένα αντί-μεταναστευτικό και αντί-μουσουλμανικό κόμμα, ο Fortuyn κέρδισε στήριξη για τις ιδέες του, καθώς υποστήριζε τα δικαιώματα των γυναικών και τα ίσα δικαιώματα για τους ομοφυλόφιλους. Βέβαια, δεν δίσταζε να εξαπολύει φραστικές επιθέσεις εναντίων μουσουλμάνων για την υποτιθέμενη «καθυστερημένη» κουλτούρα τους, αλλά όχι για την εθνότητά τους αυτή καθαυτή ή για το γεγονός ότι ήταν μετανάστες. Εντούτοις, ο Pim Fortuyn «πλήρωσε» για τις πολιτικές του απόψεις 9 ημέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές. Στις 6 Μαΐου 2002, βγαίνοντας από ένα ραδιοφωνικό στούντιο όπου έδινε συνέντευξη. έπεσε νεκρός από τις σφαίρες του ακτιβιστή για τα δικαιώματα των ζώων, Volkert van der Graaf (Veuger, 2017). Έτσι, όσο γρήγορη υπήρξε η εκλογική άνοδος του κόμματος, άλλο τόσο γρήγορη υπήρξε και η πτώση του, καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασε το 70% της εκλογικής του δύναμης και τη θέση στο κυβερνητικό σχηματισμό, με αποτέλεσμα το 2006 να διαλυθεί. Ίσως η κατάληξη αυτή του κόμματος να οφείλεται στο θάνατο του Pim, καθώς στα μετέπειτα χρόνια δεν υπήρξε κάποιος διάδοχος ώστε να διατηρήσει τη δημοτικότητα του κόμματος στα ίδια επίπεδα.

2006 έως σήμερα: Δεξιά…ακόμη πιο δεξιά

Διάδοχο κόμμα του Λαϊκού Κόμματος υπήρξε το Κόμμα της Ελευθερίας υπό την ηγεσία του Geert Wilders, ο οποίος έχει καταστεί μια σημαντική πολιτική προσωπικότητα στην Ολλανδία. Η πολιτική σταδιοδρομία του ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 στο χώρο της κεντροδεξιάς, χωρίς να είναι ακροδεξιός – ριζοσπάστης λαϊκιστής, αλλά τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε στροφή στον ακροδεξιό λαϊκισμό (Καθημερινή, 2017). Πρόκειται για έναν από τους πολιτικούς με την μακρότερη θητεία στα έδρανα του ολλανδικού Κοινοβουλίου, αφού μετρά πια 21 χρόνια στο βουλευτικό αξίωμα.

Το 2004 αποφάσισε να αποχωρήσει από το Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία, εκφράζοντας τη διαφωνία του με την πλειοψηφούσα τότε άποψη εντός του κόμματός του- και γενικότερα των κομμάτων στην Ολλανδία-, τιθέμενος υπέρ της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ, ιδρύοντας το δικό του τωρινό Κόμμα για την Ελευθερία.

Τον Ιανουάριο του 2009 ο Wilders ήρθε αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τη δικαιοσύνη, καθώς κατηγορήθηκε για πρόκληση μίσους κατά των μουσουλμάνων, λόγω μιας αντι-ισλαμικής ταινίας. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2011, θα απαλλαχθεί από όλες τις κατηγορίες σε βάρος του. Την επόμενη φορά, όμως, που βρέθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης, δεν συνέβη το ίδιο. «Θέλετε περισσότερους ή λιγότερους Μαροκινούς;» είχε ρωτήσει χαρακτηριστικά τους υποστηρικτές του σε εκδήλωση – γεγονός που τόν οδήγησε για δεύτερη φορά ενώπιον της δικαιοσύνης, με την κατηγορία της υποκίνησης φυλετικού μίσους σε βάρος της μαροκινής μειονότητας στην Ολλανδία (Veuger, 2017). Το 2016 το δικαστήριο δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί ελευθερίας της έκφρασης και τον καταδίκασε, επιβάλλοντάς του πρόστιμο 5.000 ευρώ. https://www.youtube.com/watch?v=oH8cOWkl_ms&t=116s

Αναφορικά με το πρόγραμμα του κόμματος το 2010, αυτό επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας, υποστήριζε τη διατήρηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη, ενώ ήταν αντίθετο στις περικοπές δαπανών στο σύστημα υγείας (The Guardian, 2017). Οι προτάσεις του Wilders για τη διαφύλαξη των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδυάζονταν με προτάσεις για αποκλεισμό των μειονοτήτων από αυτά τα δικαιώματα. Το κόμμα φάνηκε να βρίσκεται στο πλευρό των μικρών επιχειρηματιών, υποστηρίζοντας τις προτάσεις για μείωση των φόρων και την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αντιευρωπαϊκή θέση του πιθανότατα απευθυνόταν στους μικρούς επιχειρηματίες, οι οποίοι αισθάνονταν ότι απειλούνται από τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Το κόμμα ισχυρίστηκε ότι μόνο εκείνο υπερασπίζεται το κράτος πρόνοιας, και γι’ αυτό ζητούσε να σταματήσει η μετανάστευση από τις ισλαμικές χώρες, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι οι Ολλανδοί πολίτες πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα σε ένα κράτος πρόνοιας ή σε μια χώρα υποδοχής μεταναστών. Πριν λίγα χρόνια ο «ισλαμισμός» υποτίθεται ότι ήταν ένα από τα πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζε η ολλανδική κοινωνία, αλλά, το 2010 ο Wilders είχε καταφέρει να τόν συνδέσει με τα κοινωνικά ζητήματα και τις ανησυχίες της ολλανδικής κοινωνίας.

Στις εκλογές του 2010 το Κόμμα κέρδισε πάνω από 10% των ψήφων, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πρώτης κυβέρνησης του πρωθυπουργού Μark Rutte (The Guardian, 2017). Μετά τις εκλογές το κόμμα στήριξε την κυβέρνηση του Mark Rutte, αλλά απέσυρε την υποστήριξή του τον Απρίλιο του 2012, εξαιτίας διαφωνιών στις περικοπές για τον προϋπολογισμό του κράτους. Μετά το 2012, ο Wilders εστίασε την προσοχή του στους ισλαμιστές εξτρεμιστές, θεωρώντας το Ισλάμ επιθετική ιδεολογία και όχι θρησκεία, ενώ απείλησε να κάψει το Κοράνι. Ο ίδιος αντιτίθετο στην κατασκευή νέων τεμενών, θέλησε να κλείσει τα υπάρχοντα τζαμιά σε κατοικημένες περιοχές, καθώς και όλα τα ισλαμικά σχολεία, ενώ υποστήριξε την επιβολή ενός φόρου ύψους 1000 ευρώ ετησίως στις μουσουλμάνες που θα φοράνε μαντίλα (Ash, 2016). Τέλος, ήταν και εξακολουθεί να είναι οπαδός εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και της επιστροφής του ολλανδικού νομίσματος.

Όσον αφορά τις εκλογές του 2017, η άνετη επικράτηση του κεντροδεξιού Rutte απέναντι στον Wilders έδωσε ανάσα στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις πριν αρχίσει η επόμενη κούρσα των εκλογών στην Ευρώπη, τοποθετώντας την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων προσωρινά στο περιθώριο. Οι ολλανδικές εκλογές κρίθηκαν σε δύο σημεία: Πρώτον, είχε προηγηθεί το διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Τουρκίας-Ολλανδίας, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πρόσφορο έδαφος στον Ολλανδό πρωθυπουργό να δείξει ότι, αφενός, είναι μετριοπαθής έναντι του σκληρού ακροδεξιού κόμματος, αφετέρου, ότι είναι ισχυρός έναντι της Τουρκίας -και, κατ’ επέκταση, έναντι των μουσουλμάνων-, καθώς και ότι δεν ανέχεται να μεταφέρονται στο εσωτερικό της Ολλανδίας προεκλογικές δραστηριότητες τρίτων χωρών. Εναργέστερα, στις 11 Μαρτίου 2017, οι ολλανδικές αρχές απέλασαν την Υπουργό Οικογενειακών Υποθέσεων της Τουρκίας, που ήθελε να πραγματοποιήσει ομιλία στη χώρα, ενώ είχε προηγηθεί η απαγόρευση προσγείωσης σε ολλανδικό έδαφος του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Mevlüt Çavuşoğlu. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας, Mark Rutte, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί την πραγματοποίηση, στο έδαφος της Ολλανδίας, προεκλογικών συγκεντρώσεων εν όψει του τουρκικού δημοψηφίσματος της 16ης Απριλίου, σχετικά με την αναθεώρηση διατάξεων του τουρκικού Συντάγματος. Η αδιάλλακτη στάση που υιοθέτησε ο Mark Rutte δεν αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά μπορεί να επηρέασε τους Ολλανδούς ψηφοφόρους, οι οποίοι ίσως να σκέφτονταν -ή στο μεταίχμιο- να ψηφίσουν ή όχι το κόμμα του Wilders.

Δεύτερον, οι Ολλανδοί συνειδητοποίησαν ότι δεν ψήφισαν μόνο για τη χώρα τους, αλλά για όλη την Ευρώπη. Με το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης, έστειλαν το ισχυρό μήνυμα ότι η δυναμική της ανόδου της ακροδεξιάς ανακόπτεται. Έπειτα από δυο γεγονότα που επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα το μέλλον της Ευρώπης -Brexit και εκλογή Trump-, η νίκη του Rutte ίσως να αποτέλεσε ευεργετική εξέλιξη εν όψει των γαλλικών, αλλά και των γερμανικών εκλογών. Παρά ταύτα, δεν γίνεται λόγος για πλήρη ήττα της ακροδεξιάς, καθώς παραμένει υπολογίσιμη δύναμη τόσο στην Ολλανδία, όσο και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Wilders είναι ενισχυμένος σε σχέση με τα ποσοστά που πήρε το 2012 – καθώς οι έδρες που κέρδισε ανέρχονται στις 20, σε αντίθεση με τις 15 που είχε το 2012. Από την άλλη, ο Rutte έχασε 8 έδρες στο ολλανδικό κοινοβούλιο. Μια λεπτομέρεια που έχει σημασία είναι ότι η συμμετοχή στις εκλογές ήταν πολύ υψηλή, αφού υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο 81% έναντι 74,6% στην αναμέτρηση του 2012.

Συμπερασματικά

Με βάση τα όσα αναλύθηκαν, η μαζική μετανάστευση Μαροκινών και Μουσουλμάνων στη χώρα, η κρίση της Ευρωζώνης, καθώς και η δυσαρέσκεια πολιτών από την πολιτική των παραδοσιακών κομμάτων καλλιέργησαν εύφορο έδαφος για να καθιερωθεί η ακροδεξιά στην Ολλανδία. Μετά τον Β’ Π.Π. απετέλεσε μάλιστα μια περιθωριακή πολιτική ιδεολογία. Το παραπάνω γεγονός, σε συνδυασμό με την έλλειψη των μελών και της οργάνωσης των ακροδεξιών κομμάτων, είχαν ως αποτέλεσμα τα τελευταία να περιοριστούν σε μηδαμινές εκλογικές νίκες στην επαρχία. Ο Pim Fortuyn κατάφερε να προσελκύσει ικανοποιητικό αριθμό υποστηρικτών και, στις εκλογές του 2002, το κόμμα -χωρίς αυτόν- διείσδυσε στην πολιτική σκηνή της χώρας. Τα τελευταία χρόνια ο Wilders φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τα πολιτικά δρώμενα της χώρας, ωστόσο μένει να δούμε αν στον επόμενο γύρο εκλογών η ακροδεξιά καταφέρει να διατηρήσει την ανοδική της πορεία, ή μπορεί να αναχαιτιστεί.

Πηγές:

  1. Ash, S. (2016). Geert Wilders: The far-right Dutch politician making a career out of discriminating against immigrants. https://www.independent.co.uk/news/world/europe/geert-wilders-a7466126.html
  2. Donselaar, J. V. (1993). Post-war fascism in the Netherlands. Crime, Law and Social Change, σσ. 87-100.
  3. Dorussen, H. (2007). Pim Fortuyn And the new gar right in the Netherlands. North Dakota State University, σσ. 131-145.
  4. Mudde, C. (2000). The ideology of the extreme right . Manchester University Press.
  5. MUIS, R. K. (2009). The rise of right-wing populist Pim Fortuyn in the Netherlands. European Journal of Political Research, σσ. 642-664.
  6. The Guardian. (2017). Can Geert Wilders be more than the Netherlands’ agitator-in-chief? https://www.theguardian.com/world/2017/mar/08/can-geert-wilders-be-more-than-netherlands-far-right-agitator-in-chief
  7. Veuger, S. A. (2017). Geert Wilders’ Rise. https://www.foreignaffairs.com/articles/netherlands/2017-03-08/geert-wilders-rise
  8. Γεωργιάδου, Β. (2008). Η Ακροδεξιά και οι Συνέπειές της Συναίνεσης. Αθήνα: Καστανιώτης.
  9. Καθημερινή. (2017). Ο ακροδεξιός Βίλντερς παρασύρει τον φιλελεύθερο Ρούτε. http://www.kathimerini.gr:http://www.kathimerini.gr/894112/article/epikairothta/kosmos/o-akrode3ios-vilnters-parasyrei-ton-fileley8ero-royte
    p

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest