Η αριστερή στροφή της Λατινικής Αμερικής: Η πορεία προς το φαινόμενο Pink Tide

Η Λατινική Αμερική αποτελεί ένα σύστημα που έχει απασχολήσει την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων από τη στιγμή της παρουσίας τους στην επιστημονική κοινότητα. Πρόκειται για ένα υποσύστημα ιδιαίτερα υπολογίσιμο και πλούσιο σε δυνάμεις που επιθυμούσαν και εξακολουθούν να επιθυμούν να υπερισχύσουν, και να εξυπηρετήσουν τις επεκτατικές τους βλέψεις και πολιτικές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Η.Π.Α. καθώς, από τις αρχές του 20ου αιώνα, κάνουν αισθητή την παρουσία τους εκεί μέσω των οικονομικών επενδύσεων, των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των φίλα προσκείμενων κυβερνήσεων.

Όπως είναι φυσικό, η παρουσία τους στον συγκεκριμένο γεωχώρο καθίσταται αμφιλεγόμενη, καθώς η επικράτηση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στη Λατινική Αμερική έχει βαθιές τις ρίζες της από την εποχή του Simon Bolivar. Επομένως, η ύπαρξη ενός νεοφιλελεύθερου οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου εγκυμονεί αναμενόμενες αντιδράσεις και προβλήματα – κάτι που δύσκολα μπορεί να απαλειφτεί από την περιοχή.

Γι’ αυτόν τον λόγο, μετά από τη μακρόχρονη παραμονή των Η.Π.Α. στη Λατινική Αμερική, υιοθετήθηκε ένα νέο ιδεολογικό μόρφωμα που συνδύαζε στοιχεία του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού συστήματος. Ένα μόρφωμα που δεν θα έθιγε την εργατική τάξη αλλά, ταυτόχρονα, θα ακολουθούσε και τις πρακτικές της σημερινής φιλελεύθερης οικονομίας.

Το μόρφωμα αυτό ακούει στο όνομα “Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα” και, λόγω της εγκαθίδρυσης αριστερών κυβερνήσεων σε κράτη της Λατινικής Αμερικής -όπως στη Βενεζουέλα, στον Ισημερινό, στη Βολιβία και στη Νικαράγουα-, αλλά και μέσω του κινήματος “Pink Tide”, κατάφερε να υπερισχύσει έναντι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

O Σοσιαλισμός του 20ου αιώνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής

Όπως προαναφέρθηκε, η Λατινική Αμερική υπήρξε ένα από τα πολλά υποσυστήματα όπου στο εσωτερικό τους ευδοκίμησαν πολλά λαϊκά και δημοκρατικά σοσιαλιστικά καθεστώτα και κινήματα (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001, σελ99-100). Παρά το γεγονός ότι αυτά τα καθεστώτα και οι ηγετικές φυσιογνωμίες τους ανέλαβαν την εξουσία και συνέστησαν κυβερνήσεις με πραξικοπηματικό τρόπο, αυτά θεωρήθηκαν φίλια και υποστηριζόμενα από την πλειοψηφία του λαού (Loveman, n.d.).

Ειδικά κατά τις δεκαετίες 1930-40 οι Πρόεδροι των περισσότερων σοσιαλιστικών καθεστώτων ακολούθησαν μία πολιτική προστατευτισμού, εθνικοποιώντας τη βιομηχανική ζώνη τους. Η αντίδρασή τους απέναντι στην ξένη ηγεμονία και, προπάντων, στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ήταν τέτοια, σε σημείο που δεν δίστασαν να εναντιωθούν στα αμερικανικά πετρελαϊκά συμφέροντα (Bushnell, n.d.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η United Fruit, και η αναδιανομή της γης στους αγρότες (Σπυρόπουλος, 2005) το 1950 από τον Πρόεδρο της Γουατεμάλα, Arbenz.

Τα παραπάνω γεγονότα, σε συνδυασμό με την εθνική επανάσταση το 1952 στη Βολιβία, αλλά και με την κοινωνική επανάσταση το 1953 στην Κούβα, έφεραν στο προσκήνιο την ανάδυση νέων πολιτικών εφαρμογών σε θεσμικό και πρακτικό επίπεδο, αλλά και την κοινωνική και πολιτική άνοδο της περιοχής – ειδικά κατά τις δεκαετίες του 1960-70.

Η παραπάνω παραδοχή στηρίζεται στο γεγονός πως η εργατική τάξη, οι δημόσιοι υπάλληλοι και -σε ορισμένες περιπτώσεις- οι αγρότες απολάμβαναν μία σειρά δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών που σχετίζονταν με την εκπαίδευση, την ιατρική περίθαλψη και την υγειονομική κάλυψη. Το αξιοσημείωτο και, ίσως, το πιο ελπιδοφόρο ήταν πως όλα τα παραπάνω αποτελούσαν νόμιμες εφαρμογές των συγκεκριμένων καθεστώτων, μέσω της θέσπισης κοινωνικών και οικονομικών νομοθεσιών (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001, σελ100).

Αντιθέτως, η κατανομή του εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων είχε τεθεί υπό βελτίωση – γεγονός που ενισχυόταν και με τη νομιμοποίηση των σωματείων (Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Χιλής κατά το σοσιαλιστικό καθεστώς του Αllende, όπου οι εργαζόμενοι λάμβαναν σχεδόν το 60% του εισοδήματος που προερχόταν από την κοινωνική παραγωγή). Παρατηρείται, συνεπώς, πως είχε πλέον συσταθεί μία νέα κοινωνική δομή στις χώρες αυτές, αποτελούμενη από τους εργαζομένους, τους μικροαστούς και τη βιομηχανική αστική τάξη.

Όπως προαναφέρθηκε, οι δεκαετίες 1960-70 αποτέλεσαν περίοδο μαζικών εθνικοποιήσεων, με αποτέλεσμα να περάσει στη δικαιοδοσία του κράτους κάθε ξένη ιδιωτική εταιρεία που άπλωνε τις επιχειρησιακές της δραστηριότητες στην περιοχή. Φυσικό επακόλουθο ήταν, βέβαια, η αποζημίωσή τους γι’ αυτές τις κυβερνητικές πρακτικές. Παρ’ όλα αυτά, οι πολυεθνικές εταιρείες συνέχιζαν την ανέγερση διαφόρων παραρτημάτων τους χωρίς, όμως, αυτή τη φορά να απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη που σχετίζονταν με την προ των εθνικοποιήσεων εποχή (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001, σελ101).

Με άλλα λόγια, οι πολυεθνικές έπρεπε να συμμορφώνονται με το νομοθετικό πλαίσιο που αφορούσε τα εργασιακά και τις διεθνείς ισοτιμίες – γεγονός που περιόριζε σημαντικά τις οικονομικές απολαβές και τα κέρδη των μεγάλων εταιρειών.

Παράλληλα με την ύπαρξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων, στο προσκήνιο και στα επιχειρησιακά τεκταινόμενα υπεισέρχεται μία νέα τάξη πλουσίων επιχειρηματιών και τραπεζιτών, οι οποίοι δυσαρεστούνταν από τον διαρκή κρατικό έλεγχο προς το κεφάλαιό τους, καθώς και από την εργατική νομοθεσία και τα μέτρα για την ανακατανομή παραγωγικών πόρων όπως η γη.

Έτσι, λοιπόν, παρατηρείται μία στροφή αυτής της τάξης προς τις ξένες πολυεθνικές και τις ένοπλες δυνάμεις, αποσκοπώντας στη χρηματοδότηση των επιχειρησιακών της δράσεων, στην αύξηση των κερδών της από τις ξένες αγορές, καθώς και στο άνοιγμά της σε νέες.

Συνεπώς, όλη αυτή η κατάσταση που διαμορφώθηκε στα κράτη του υποσυστήματος της Λατινική Αμερικής σε θεσμικό, κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο τροφοδότησε την άνοδο του ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α. στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά και την υιοθέτηση καπιταλιστικών πολιτικών από τις νεοεγερθείσες κυβερνήσεις των επόμενων δύο δεκαετιών.

O ιμπεριαλισμός των Η.Π.Α. στο υποσύστημα της Λατινικής Αμερικής

Κατά τη δεκαετία του 1980 τα πολιτικοοικονομικά και κοινωνικά τεκταινόμενα της περιοχής ανατράπηκαν εξαιτίας της παρουσίας των Η.Π.Α., αλλά και της ιμπεριαλιστικής διάθεσής τους στον συγκεκριμένο γεωχώρο.

Για να μπορέσουν, όμως, να εισχωρήσουν και να ανατρέψουν τα όσα ίσχυαν μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, ώστε να εξαπλωθούν οικονομικά και επιχειρησιακά, χρειαζόταν η δημιουργία ενός “αφηγήματος” που θα δικαιολογούσε την παρουσία τους εκεί.

Εισήγαγαν, επομένως, το αφήγημα της εφαρμογής του “νέου οικονομικού μοντέλου”, έτσι όπως απαιτούσε η πρακτική της “ελεύθερης αγοράς”. Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη θεωρία εισήχθη στη Λατινική Αμερική ως μία επιτακτική ανάγκη την οποία όριζε η “παγκοσμιοποίηση” ή, διαφορετικά, το “παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο” (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001, σελ102).

Βέβαια, στα καλύτερα εφικτά αποτελέσματα της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επέκτασης θα βοηθούσε και η αμέριστη συμπαράσταση και συνεργασία διακεκριμένων λατινοαμερικανικών πολιτικών και οικονομικών ομάδων. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι Η.Π.Α. ήρθαν σε επαφή με τους στρατιωτικούς της Λατινικής Αμερικής, αποσκοπώντας στην ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων – χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Augusto Pinochet, ο οποίος πραξικοπηματικά κατέλαβε την εξουσία, καθαιρώντας από τη θέση του Προέδρου της Χιλής τον Salvador Allende. Παράλληλα, στο πλευρό τους τάχθηκε και η βιομηχανική λατινοαμερικανική αστική τάξη, επιδιώκοντας τη συσσώρευση επιπλέον κεφαλαίου και κέρδους.

Βασικοί στόχοι του όλου εγχειρήματος ήταν η κατάργηση της πολιτικής του προστατευτισμού και του κρατικού ελέγχου, η αποκρατικοποίηση του βιομηχανικού και τραπεζικού τομέα, όπως και η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Παρατηρείται, συνεπώς, μία αποδυνάμωση της κρατικής παρέμβασης στα οικονομικά και επιχειρησιακά ζητήματα, και η άμεση αντικατάστασή της από μη κρατικούς δρώντες.

Η όλη πρακτική στηρίχθηκε σε πέντε βασικούς πυλώνες, οι οποίοι προσέγγιζαν απόλυτα τη θεωρία του νεοφιλελευθερισμού:

  • Μακροπρόθεσμη αποπληρωμή εξωτερικού χρέους με υψηλό τόκο
  • Μαζική μεταφορά κερδών από άμεσες επενδύσεις και επενδύσεις χαρτοφυλακίου
  • Εξαγορές και ανάληψη της διεύθυνσης κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων, αλλά και άμεσες επενδύσεις σε ενεργειακούς πόρους, βιομηχανίες και υπηρεσίες με χαμηλές αμοιβές
  • Συλλογή καταβολών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και αδειών από ένα ευρύ φάσμα προϊόντων και πολιτιστικών αγαθών
  • Προνομιούχα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001, σελ102)

Έχοντας, λοιπόν, εφαρμοσθεί αυτού του είδους οι οικονομικές πολιτικές με την αμέριστη υποστήριξη των κρατών, η περίοδος 1980-90 θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από στασιμότητα και κρίση.

Έτσι, παρατηρήθηκε αύξηση της ανεργίας και αποδυνάμωση του παραγωγικού συστήματος, καθώς έπαψε πλέον να υφίσταται οποιαδήποτε προοπτική επενδύσεων, εξαιτίας των περικοπών των σχετικών προγραμμάτων.

Ακόμα, το άνοιγμα της οικονομίας και της αγοράς συνέβαλε στην ύπαρξη φθηνών εισαγωγών, και στη χαλάρωση του ελέγχου σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων. Με τη σειρά τους, οι φθηνές εισαγωγές έφεραν στο προσκήνιο τη μείωση των κερδών των εγχώριων επιχειρήσεων, και τη μετέπειτα σταδιακή τους πτώχευση. Για την επικράτησή τους στον βιομηχανικό χώρο οι ντόπιοι βιομήχανοι στράφηκαν προς την υιοθέτηση κερδοσκοπικών και παράνομων δραστηριοτήτων – όπως, για παράδειγμα, μείωση μισθών, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά και συστηματική χρήση διαφθοράς.

Αποδεδειγμένα, συνεπώς, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος στασιμότητας και κρίσης με άμεσες συνέπειες στην οικονομική και πολιτική ζωή των λατινοαμερικανικών κρατών, ταυτοχρόνως, όμως, και με τις αμερικάνικες πολυεθνικές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επωφελούνται από την υπάρχουσα κατάσταση.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως το καθεστώς της “ελεύθερης αγοράς” και η παρέμβαση των ξένων δυνάμεων στην παραγωγική διαδικασία έχουν επιφέρει μία συνεχόμενη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων και της κοινωνικής ψαλίδας καθώς, από τη μία, σχηματίζεται μία τάξη που καταλαμβάνει σημαντικό ποσοστό του εθνικού πλούτου και εισοδήματος και, από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει υπό καθεστώς εξαντλητικής φτώχειας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, όπου το ποσοστό της φτώχειας έφτασε στο 60%. Αυτό συνέβη εξαιτίας του ότι η κατά τις προηγούμενες δεκαετίες θεσπισθείσα εργατική νομοθεσία έπαψε πλέον να υφίσταται, και αντικαταστάθηκε από τους νόμους της ελεύθερης αγοράς – όπως, φθηνά εργατικά χέρια, αποδυνάμωση εργατικών σωματείων, και δυνατότητα επιχειρήσεων να προβαίνουν σε άμεσες και συλλογικές απολύσεις.

Ο Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα

Καθώς, λοιπόν, οι δεκαετίες του 1980 και 1990 χαρακτηρίσθηκαν ως “χαμένες δεκαετίες” εξαιτίας του πολιτικού και οικονομικού εκφυλισμού και της μετέπειτα κατάρρευσης του υποσυστήματος της Λατινικής Αμερικής, κρίθηκε αναγκαία η διακοπή της αμερικανικής κυριαρχίας και των ηγεμονικών συμπεριφορών αυτής.

Με άλλα λόγια, η πρακτική της νεοφιλελεύθερης αγοράς έπρεπε να εξαλειφθεί από την περιοχή, να αναδιαρθρωθεί το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, και να υιοθετηθούν πολιτικές που παρέπεμπαν σε εκείνες του 1960 και 1970.

Έτσι, λοιπόν, η ανάγκη “επαναφοράς του κράτους” (Πέτρας και Βελτμέγιερ, 2001) έφερε στο προσκήνιο του συγκεκριμένου υποσυστήματος τον λεγόμενο Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα (Την πατρότητα της νέας θεωρίας διεκδικεί ο Γερμανός κοινωνιολόγος Hans Dietrich Stefan)[13], ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τον συγκερασμό του νεοφιλελεύθερου αστικού μοντέλου και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του προηγούμενου αιώνα. Ωστόσο, το πολιτικοοικονομικό σύστημα του Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα περίπλοκο και πολυσχιδές. Γι’ αυτόν τον λόγο, κρίνεται σκόπιμο να αναλυθεί σε μελλοντικό κείμενο.

Πηγές:

  1. Πέτρας, Τζ. και Βελτμέγιερ, Χ. (2001). Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα: Ο ιμπεριαλισμός του 21ου αιώνα. εκδόσεις ΚΨΜ.
  2. Loveman, Β. (n.d.) Military Government in Latin America 1959-1990. http://www.oxfordbibliographies.com/view/document/obo-9780199766581/obo-9780199766581-0015.xml
  3. Bushnell, D. (n.d.) History of Latin America Since The Mid-20th Century. https://www.britannica.com/place/Latin-America/Latin-America-since-the-mid-20th-century
  4. Σπυρόπουλος, Γ. (2005). Ο τρίτος κόσμος στις διεθνείς σχέσεις:
    Μύθοι και πραγματικότητες. εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ.
  5. Πέτρας, Τζ. και Βελτμέγιερ, Χ. (2001). Η παγκοσμιοποίηση χωρίς μάσκα: Ο ιμπεριαλισμός του 21ου αιώνα. εκδόσεις ΚΨΜ.
  6. Sankey, K. (2016). What happened to the Pink Tide. https://www.jacobinmag.com/2016/07/pink-tide-latin-america-chavez-morales-capitalism-socialism/
  7. Sankey, K. (2016) Venezuela, Argentina, Volivia… What happened to the ”Pink Tide” of “Left Leaning” Governments in Latin America? https://www.globalresearch.ca/what-happened-to-the-pink-tide-of-left-leaning-governments-in-latin-america/5541277

Tagged under:

Ο Παναγιώτης Μουμτσάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καβάλα. Είναι φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας, με κατεύθυνση τις Πολιτικές Σπουδές και την Διπλωματία και για το έτος 2016-2017 συμμετέχει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Φοιτητών Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (GRAPESS) στη θέση του ταμία της οργάνωσης. Επιπρόσθετα για το έτος 2016-2017 είναι ασκούμενος στο Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έχει συμμετάσχει και διακριθεί σε πολυάριθμες φοιτητικές προσομοιώσεις οργάνων του ΟΗΕ, της UNESCO και περιφερειακών οργανισμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Διαθέτει γνώσεις αγγλικών και γαλλικών, ενώ τα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην πολιτική συμπεριφορά, την πολιτική φιλοσοφία και την συγκριτική πολιτική.

[email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest