Η εξέλιξη της Αμερικανικής Πυρηνικής Στρατηγικής κατά την Ψυχροπολεμική Περίοδο

Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Μπορεί, στις μέρες μας, η διεξαγωγή ενός πυρηνικού πολέμου να φαντάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας, λίγες δεκαετίες νωρίτερα, όμως, ήταν μια πιθανή εξέλιξη της αντιπαλότητας των δύο Υπερδυνάμεων της Ψυχροπολεμικής Εποχής. Η εκμετάλλευση της πυρηνικής τεχνολογίας, για στρατιωτικούς σκοπούς, προσέδωσε στα πυρηνικά όπλα στρατηγικό χαρακτήρα ο οποίος, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα διεθνών σχέσεων. Η χώρα που εισήγαγε την πυρηνική τεχνολογία ως εργαλείο των διεθνών σχέσεων, είναι εκείνη που απέκτησε πρώτη πυρηνικά όπλα. Όπως μαρτυρά και ο τίτλος του παρόντος άρθρου, πρόκειται για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Η.Π.Α). Όμως, πριν την έναρξη της παρουσίασης της εξέλιξης της αμερικανικής πυρηνικής στρατηγικής, εύλογα ανακύπτουν ορισμένα ζητήματα, τα οποία θα αποτελέσουν τα θεμέλια της ιστορικής ανάλυσης που ακολουθεί. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η έννοια της πυρηνικής στρατηγικής, ο λόγος για τον οποίο τα κράτη αποκτούν πυρηνικά όπλα, καθώς και ο τρόπος που διατηρείται ένα πυρηνικό οπλοστάσιο.

Η πυρηνική στρατηγική αποτελεί μια σύνδεση μέσων και πολιτικών σκοπών, με κεντρικό άξονα την απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων. Η μέθοδος απόκτησής τους, κατά την περίοδο που εξετάζεται, ήταν ο εμπλουτισμός ουρανίου και ο καθαρισμός πλουτωνίου (μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης εμφανίστηκαν η αγορά τους και/ή η κλοπή τους ως μέσα απόκτησης). Τα πυρηνικά όπλα χαρακτηρίζονται από υψηλή καταστρεπτικότητα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αποτροπή κάθε προσπάθειας για ξένη κατάκτηση, ή ακόμη και ένοπλη επίθεση. Ωστόσο, για να διατηρηθεί, ένα πυρηνικό οπλοστάσιο απαιτεί επιβιωσιμότητα. Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης των πυρηνικών κεφαλών, αλλά και του τύπου τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της πυρηνικής τριάδας (ύπαρξη πυρηνικών όπλων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα). Παρόμοια μέτρα μπορούν να αποτελέσουν η αποσυγκέντρωση, η απόκρυψη και η προστατευμένη κινητικότητα. Σημαντικός είναι, ακόμη, ο μεγάλος βαθμός ετοιμότητας του οπλοστασίου, ώστε να προλάβει να γίνει χρήση του πριν καταστραφεί από τυχόν εχθρικό πλήγμα. Τελευταία προϋπόθεση αποτελεί η διεισδυτικότητα, δηλαδή η αναμφισβήτητη ικανότητα των πυρηνικών όπλων να εισχωρήσουν στο έδαφος ενός δυνητικού αντιπάλου. (Κολιόπουλος pp. 253-264, 2008)

Η απαρχή της αμερικανικής πυρηνικής στρατηγικής σηματοδοτείται από την πρώτη επιτυχημένη πυρηνική δοκιμή των Η.Π.Α., τον Ιούλιο του 1945, στο Νέο Μεξικό. Η κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μανχάταν (1942), και λειτούργησε ως αντίδραση στις τεχνολογικές προσπάθειες της Ναζιστικής Γερμανίας για την απόκτηση των «όπλων εκδίκησης» (V Weapons). Όμως, ήταν τέτοια η δυναμική που ανέπτυξε η νέα τεχνολογία, ώστε κατέστη ένα ιδανικό εργαλείο για τον τερματισμό του πολέμου και την αποτροπή κάθε αντιπάλου. Η πρώτη στρατηγική χρήση ατομικών όπλων έλαβε χώρα στην Ιαπωνία, το 1945. Συγκεκριμένα, την 6η Αυγούστου στη Χιροσίμα, και την 9η Αυγούστου στο Ναγκασάκι, στερώντας τη ζωή τουλάχιστον 110.000 ανθρώπων. Το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκει τις Η.Π.Α. να έχουν στα χέρια τους μια νέα τεχνολογία, ικανή να ισορροπήσει, ή και να ξεπεράσει την αδιαμφισβήτητη σοβιετική στρατιωτική ισχύ στην Ευρώπη. (Βαληνάκης pp. 31-39, 2008)

Το πυρηνικό μονοπώλιο που απολάμβαναν οι Η.Π.Α. τερματίζεται τον Αύγουστο του 1949, όταν η Σοβιετική Ένωση (Ε.Σ.Σ.Δ.) αποκτά την πρώτη της ατομική βόμβα. Ωστόσο, η ακτίνα δράσης της δεν την καθιστά ικανή να επιφέρει πλήγμα στην αμερικανική πλευρά. Αντίθετα, η ίδρυση του ΝΑΤΟ, το 1949, εξασφάλιζε στους Αμερικανούς τη δυνατότητα πλήγματος της Ε.Σ.Σ.Δ, μέσω των προωθημένων βάσεων που είχαν εγκατασταθεί στη Δυτική Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πρόσβαση που είχε πλέον αποκτήσει η Ε.Σ.Σ.Δ. στην πυρηνική τεχνολογία, λειτούργησε ως ασφαλιστική δικλείδα τόσο για την αποφυγή κλιμάκωσης συμβατικών συγκρούσεων, όσο και για την αποτροπή της άμεσης σύγκρουσης των δυο υπερδυνάμεων, εγκαθιστώντας την «ισορροπία του τρόμου». (Βαληνάκης pp. 40-49, 2008)

Στις αρχές της δεκαετίας του 50’ η πυρηνική βόμβα ξεκίνησε να χρησιμοποιείται ως σταθεροποιητικό εργαλείο, ρόλος ο οποίος εκφράστηκε μέσω του δόγματος των «μαζικών αντιποίνων». Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, οι Η.Π.Α θα απαντούσαν με τη χρήση πυρηνικών όπλων σε περίπτωση «μείζονος επίθεσης» της Σοβιετικής Ένωσης στην κεντρική Ευρώπη. Η εξασφάλιση μιας τέτοιου είδους αποτροπής, προέβλεπε την ύπαρξη τεχνικής -αλλά και ψυχολογικής- αξιοπιστίας. Δηλαδή, οι Σοβιετικοί έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι Η.Π.Α διαθέτουν τα μέσα και την πρόθεση να τα χρησιμοποιήσουν, σε περίπτωση παραβίασης της Δυτικής Ευρώπης.

Η άνοδος του Dwight D. Eisenhower στην εξουσία, το 1952, αποτέλεσε την αρχή του τέλους για το δόγμα των «μαζικών αντιποίνων». Οι δαπανηρές στρατιωτικές ανάγκες -που προϋπέθετε η στήριξη του εν λόγω δόγματος- αποτελούσαν κοστοβόρα επιλογή εν καιρώ ειρήνης. Με βάση αυτό το σκεπτικό, συστάθηκε το 1953 μια ομάδα κατάρτισης προτάσεων (Solarium), η οποία έφερε στο προσκήνιο μια νέα ανάλυση, με την ονομασία «Νέα Οπτική» (New Look). Οι βασικοί πυλώνες της ανάλυσης αφορούσαν την συνέχιση της αποτρεπτικής στρατηγικής, και τον διαχωρισμό-αξιολόγηση των απειλών (άμεση/ζωτική, έμμεση/περιφερειακή). Το «New Look» μετατόπισε το κέντρο βάρους από τα συμβατικά στα ατομικά όπλα, εισάγοντας ένα είδος ευελιξίας στον προσδιορισμό των «ζωτικών συμφερόντων», τα οποία θα δικαιολογούσαν την επιβολή μαζικών αντιποίνων.

Η εκτόξευση του σοβιετικού δορυφόρου Σπούτνικ 1 (1957), σηματοδοτεί την αντίστροφη μέτρηση της αμερικανικής πυρηνικής υπεροχής. Οι Σοβιετικοί είχαν, πλέον, στα χέρια τους τεχνολογία ικανή να εξασφαλίσει τη δυνατότητα πλήγματος του αμερικανικού εδάφους. Αυτό θα γινόταν με τη χρήση διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων (ICBM), το βεληνεκές των οποίων ξεπερνούσε τα 8.000 χιλιόμετρα. Συνέπεια της ποιοτικής αναβάθμισης του σοβιετικού οπλοστασίου αποτέλεσε ο ανελέητος αγώνας εξοπλισμών που μόλις είχε αρχίσει, ως μια προσπάθεια απόκτησης ενός στρατηγικού προβαδίσματος.

Η απόκτηση διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων από την Ε.Σ.Σ.Δ. κλόνισε σημαντικά την αμερικανική στρατηγική, η οποία είχε στηριχθεί στο απρόσβλητο του αμερικανικού εδάφους, επιτρέποντας στις Η.Π.Α. να παρέχουν ασφάλεια στη Δυτική Ευρώπη. Η δυνατότητα πλήγματος του αμερικανικού εδαφικού χώρου καθιστά την αποτροπή αμοιβαία, ενώ ο βαθμός επιβιωσιμότητας των δυο οπλοστασίων εξασφάλιζε, εκατέρωθεν, τη δυνατότητα δεύτερου πλήγματος. Επομένως, στις αρχές της δεκαετίας του 60’, και οι δυο Υπερδυνάμεις είχαν τη δυνατότητα ανταπόδοσης σε περίπτωση πρώτου αιφνιδιαστικού πλήγματος, εγκαθιστώντας, έτσι, την κατάσταση αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής (Mutual Assured Destruction – MAD). (Βαληνάκης pp. 129-176, 2008)

Αυτή η γελοιογραφία αντιπροσωπεύει τον Ψυχρό Πόλεμο εξαιρετικά. Στο βάθος φαίνονται πυρηνικοί πύραυλοι που ανήκουν και στις δύο χώρες, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και Σοβιετική Ένωση. Γραμμένο επάνω στους πυραύλους, για κάθε πλευρά, είναι ένα μήνυμα που λέει: “Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε καμία περίπτωση – Ο εχθρός μπορεί να προβεί σε αντίπονα”, δηλώνοντας ότι ο Ψυχρός Πόλεμος βασίστηκε πάνω στο φόβο και όχι στο θυμό. Πηγή: www.ths.tolland.k12.ct.us

To δόγμα που ήρθε να γιατρέψει την τρωτότητα της αμερικανικής στρατηγικής, είναι εκείνο της «ευέλικτης ανταπόδοσης», που έκανε την εμφάνιση του επί προεδρίας John F. Kennedy. Αυτό το δόγμα προέβλεπε την ύπαρξη διαδοχικών σταδίων κλιμάκωσης μιας πιθανής σύγκρουσης, ξεκινώντας από τα συμβατικά όπλα, και θέτοντας την πυρηνική επιλογή ως έσχατη λύση. (Αρβανιτόπουλος – Ήφαιστος, pp. 105-145, 2009) Σε ενδιάμεσο στάδιο θα χρησιμοποιούνταν τα τακτικά πυρηνικά όπλα, μικρότερου βεληνεκούς και καταστρεπτικότητας. Η αλλαγή στρατηγικής πλεύσης συνέπεσε με την τραυματική εμπειρία της Κρίσης της Κούβας, το 1962. Ήταν η πρώτη και μοναδική απόπειρα άμεσης σύγκρουσης των δύο Υπερδυνάμεων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, φτάνοντας τόσο κοντά στην πυρηνικοποίησή της, ώστε να επιβεβαιώσει την ανάγκη των δυο πλευρών να μειώσουν τη στρατηγική τους εξάρτηση από τα πυρηνικά όπλα – ιδίως, μάλιστα, όταν οι έμμεσες συγκρούσεις ήταν περιφερειακές, περιορισμένου εύρους και έντασης. Η οδυνηρή εμπειρία στάθηκε ικανή να επιβραδύνει τον αγώνα των εξοπλισμών, και να δώσει έναυσμα για καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών, μέσω του αμερικανικού σχεδίου «Στρατηγική της Ειρήνης» (Strategy for Peace). (Βαληνάκης pp. 129-176, 2008)

H «κλιμακωτή ανταπόδοση» υιοθετήθηκε επίσημα από το ΝΑΤΟ το 1967. Μέχρι τότε, όμως, είχε προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις εξ’ Ευρώπης – βασικός εκφραστής των οποίων, ήταν η Γαλλία του Charles de Gaulle. Στην αντίληψη των ευρωπαίων, η εισαγωγή ενδιάμεσων όπλων μείωνε σημαντικά την αμερικανική αμυντική αξιοπιστία, αφήνοντας περιθώρια σοβιετικής επέλασης στη Δυτική Ευρώπη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την στρατηγική άρνησης των Η.Π.Α για την δημιουργία ανεξάρτητων πυρηνικών εργοστασίων, οδήγησε τις ευρωατλαντικές σχέσεις σε κρίση. Κορωνίδα αποτέλεσε η έξοδος της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1966), και το γαλλικό βέτο στην ένταξη της Βρετανίας στην Ε.Ο.Κ (1967). (Αρβανιτόπουλος – Ήφαιστος, pp 105-145, 2009)

Η άνοδος του Richard Nixon στην εξουσία, το 1969, εν μέσω του σκληρού και δαπανηρού πολέμου του Βιετνάμ, έφερε στο προσκήνιο τη στρατηγική της «Ύφεσης» (Détente). Βασικές επιδιώξεις της ήταν η μείωση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων ανά τον κόσμο, και η χαλάρωση του εξοπλιστικού ανταγωνισμού. Η αμερικανική πυρηνική στρατηγική αλλάζει άρδην. Βασίζεται, πλέον, στον όρο της επάρκειας. Αρχιτέκτονας της νέας σκέψης ήταν ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Nixon, Henry Kissinger. Κατά τον ίδιο, η αύξηση των εξοπλισμών για λόγους αποτροπής δεν ήταν μόνο άσκοπη, αλλά και επικίνδυνη – υπό το πρίσμα ότι μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην πυρηνική ισορροπία και να καταλήξει, εν τέλει, να προκαλέσει τον πόλεμο που κλήθηκε εξ’ αρχής να αποτρέψει. Το κοινό συμφέρον αυτοπεριορισμού, ως προς τις πυρηνικές δαπάνες, αποτυπώθηκε στην υπογραφή της συνθήκης S.A.L.T. I (Strategic Arms Limitation Treaty) για τον περιορισμό των εξοπλισμών, μεταξύ Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., το 1972.

Αμετάβλητη θα παραμείνει η νιξονική στρατηγική κατά τη μεταβατική προεδρεία του Gerald R. Ford. Επί των ημερών του τερματίστηκε οριστικά ο πολυδάπανος Πόλεμος του Βιετνάμ ενώ, την ίδια περίοδο, υπογράφεται η Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1975), υποσχόμενη την ειρηνική συνύπαρξη των δύο Υπερδυνάμεων και των κρατών-δορυφόρων τους. Ωστόσο, η βελτίωση των σχέσεων Ανατολής-Δύσης θα υπονομευτεί από τον ιδεαλισμό της κυβέρνησης Carter (1976-1980). Ο Αμερικανός Πρόεδρος, μολονότι παρέμεινε πιστός στο δόγμα της ύφεσης, υποστηρίζοντας τη μείωση των εξοπλισμών, απέκλινε από την στρατηγική της επάρκειας, υιοθετώντας την πολιτική στρατηγικής υπερίσχυσης. Βασική αιτία της εν λόγω μεταστροφής, και πίσω από το «ιερό καθήκον» των Η.Π.Α για την παγκόσμια προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ήταν η σοβιετική επεκτατική πολιτική που ακολουθήθηκε μετά το Ελσίνκι. Παρά την υπογραφή της S.A.L.T. II, στη Βιέννη το 1979, το αμερικανικό εξοπλιστικό πρόγραμμα επεκτάθηκε, ενώ η Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, το ίδιο έτος, κλιμάκωσε την αντιπαλότητα των δύο πλευρών. (Βαληνάκης, pp 129-176, 2008)

Με την άνοδο του Ronald Reagan στην εξουσία, το 1980, εκφράστηκε η πεποίθηση ότι τα αμερικανικά συμφέροντα δεν υπερασπίζονταν επαρκώς από την συνθήκη S.A.L.T. II. Αυτό οδήγησε στην πρόταση για την έναρξη Συνομιλιών για Μείωση των Στρατηγικών Όπλων (Strategic Arms Reduction Talks – S.T.A.R.T), το 1982. Τα ζητήματα που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση αφορούσαν τη μείωση πυρηνικών κεφαλών (σε ξηρά και θάλασσα), τη μείωση των πυραύλων κάθε πλευράς (κατά 50%), και την οριοθέτηση του αριθμού επίγειων πυρηνικών κεφαλών στους 2.500. Ωστόσο, η σοβιετική αδιαλλαξία για τα εξοπλιστικά ζητήματα ώθησε τη διαπραγμάτευση σε αποτυχία, ακόμη και μετά από δεύτερη βελτιωμένη πρόταση των Η.Π.Α. (Βαληνάκης, pp 211-216, 2008)

Έναν χρόνο αργότερα, η κυβέρνηση Reagan παρουσιάζει ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα, την Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία (Strategic Defense Initiative-S.D.I). Η υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου προϋπέθετε τη δημιουργία μιας πανεθνικής αμυντικής ασπίδας κατά των βαλλιστικών πυραύλων. Η ασπίδα αυτή θα εγκαθίστατο στο διάστημα.Το νέο δόγμα θα βασιζόταν στην κατασκευή αμυντικών, μη πυρηνικών όπλων τα οποία, σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα πυρηνικά-επιθετικά, θα ενίσχυαν την αμερικανική πυρηνική αποτροπή. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές εάν και κατά πόσο οι Η.Π.Α σκόπευαν στην αποτροπή ή, μάλλον, στην επικράτησή τους σε έναν πυρηνικό πόλεμο. Η ασάφεια στόχων και μέσων, οι εξ’ Ευρώπης αντιδράσεις για την υπονόμευση του παραδοσιακού αμυντικού δόγματος, καθώς και η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του 80’, οδήγησαν το φιλόδοξο πλάνο σε κατάρρευση, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως «Ο Πόλεμος των Άστρων». (Βαληνάκης, pp 217-220, 2008)

Συμπερασματικά, η αποτρεπτική πολιτική που υιοθετήθηκε από τις Η.Π.Α, κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου, εδραίωσε την «ισορροπία του τρόμου», που οδήγησε στην διατήρηση της «πυρηνικής ειρήνης». Όμως, ακόμη και όταν η πυρηνική αποτροπή έγινε αμοιβαία, λειτούργησε ως εγγυητής της ειρήνης, καθώς κατέστησε την εσκεμμένη προσφυγή σε πυρηνική διένεξη – «παράλογο» εργαλείο πολιτικής. (Hedley, pp 147-175, 2009) Οι όποιες μεταβολές της αμερικανικής πυρηνικής στρατηγικής αποτελούσαν, μάλλον, προσπάθειες προσαρμογής και ανταπόκρισης στις ανάγκες και τις προτεραιότητες της εκάστοτε εποχής. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η στρατηγική της αποτροπής ουδέποτε υπονομεύτηκε, ενώ η αποφυγή ενός πυρηνικού πολέμου αποτελούσε, καθ’ όλη τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου, πρωταρχικό στόχο για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Πηγές:

  1. Hedley, B. (2009) Η άναρχη κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ, pp. 147–175.
  2. Αρβανιτόπουλος, Κ. and Ήφαιστος, Π. (2009) Ευρωατλαντικές Σχέσεις. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ, pp. 105-145.
  3. Βαληνάκης, Γ. and Μπότσιου, Κ. (2008) Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στην πυρηνική εποχή. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, pp. 40-49.
  4. Βαληνάκης, Γ. and Μπότσιου, Κ. (2008) Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στην πυρηνική εποχή. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, pp. 129-176.
  5. Βαληνάκης, Γ. and Μπότσιου, Κ. (2008) Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στην πυρηνική εποχή. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, pp. 211-216.
  6. Βαληνάκης, Γ. and Μπότσιου, Κ. (2008) Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στην πυρηνική εποχή. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, pp. 217-220.
  7. Κολιόπουλος, Κ. (2008) Η στρατηγική σκέψη από την αρχαιότητα έως σήμερα. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ, pp. 253-264.

Tagged under:

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Ενδιαφέρεται για τη διεθνή πολιτική και έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών. Περισσότερο από καθετί, τον έχει απασχολήσει η στρατηγική, την οποία θεωρεί οδηγό άσκησης κάθε είδους πολιτικής. Εργάζεται εθελοντικά ως δόκιμος ερευνητής στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών (Ε.Τ.Ε.Μ.) του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

[email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest