Η επανάσταση του φυσικού αερίου στις Η.Π.Α. και οι γεωπολιτικές προεκτάσεις της

Κατά την τελευταία δεκαετία, παρατηρείται τεράστια αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου στις Η.Π.Α., χάρη στη ραγδαία αξιοποίηση μη-συμβατικών κοιτασμάτων. Η επανάσταση του σχιστολιθικού αερίου, όπως αναγνωρίζεται αλλιώς η εκμετάλλευση μη-συμβατικών αποθεμάτων, έδωσε τη δυνατότητα εξόρυξης και παραγωγής μεγάλων όγκων σχιστολιθικού φυσικού αερίου, το οποίο ουσιαστικά συνίσταται σε ποσότητες αερίου που βρίσκεται παγιδευμένο σε αργιλικά σχιστολιθικά πετρώματα, σε πολύ μεγάλο βάθος. Ενδεικτικά, το μέγεθος της συνολικής παραγωγής φυσικού αερίου στις Η.Π.Α. έχει αυξηθεί σταθερά κατά 35% συγκριτικά με το 2005, με το μερίδιο του σχιστολιθικού αερίου να κυμαίνεται πάνω από 50%. Σαφώς, μεγάλος αρωγός στην εξέλιξη αυτή υπήρξε μια σειρά τεχνολογικών καινοτομιών και, πιο συγκεκριμένα, η ευρεία εφαρμογή της υδραυλικής ρωγμάτωσης (fracking), μιας μεθόδου εξόρυξης η οποία, από τη μια πλευρά, κατέστησε οικονομικά βιώσιμη την εκμετάλλευση των εν λόγω μη-συμβατικών κοιτασμάτων, ωστόσο, από την άλλη πλευρά, πυροδότησε έναν έντονο δημόσιο διάλογο σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει.

Η παραγωγική έκρηξη, λοιπόν, του φυσικού αερίου στις Η.Π.Α., σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα χαμηλά λειτουργικά κόστη, οδήγησε στη θεαματική μείωση των εγχώριων τιμών ενέργειας, οι οποίες, για το 2015 και το 2016, διατηρήθηκαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε τεράστιο πλεονέκτημα για τους καταναλωτές και για την ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας και βιομηχανίας, ωστόσο, από την άλλη πλευρά, ήγειρε αμφιβολίες σχετικά με τη βιωσιμότητα της συνέχισης εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Είναι χαρακτηριστικό πως, σύμφωνα με αρκετές αναφορές, ορισμένες εταιρίες παραγωγής υδρογονανθράκων ζημιώθηκαν οικονομικά κατά το προηγούμενο έτος, λόγω των υπερβολικά χαμηλών τιμών φυσικού αερίου. Ως αποτέλεσμα, αναδύθηκε η συζήτηση για επιτάχυνση των εξαγωγών φυσικού αερίου από τις Η.Π.Α., οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στους παραγωγούς να εκμεταλλευτούν τις υψηλότερες τιμές εισαγωγής αερίου σε άλλες αγορές, απολαμβάνοντας μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.

Στα πλαίσια αυτά κινείται και η κλιμάκωση της κατασκευής νέων τερματικών σταθμών εξαγωγής, οι οποίοι θα καταστήσουν εφικτή τη μαζική έκχυση αμερικανικού αερίου στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά -υπό τη μορφή Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (Υ.Φ.Α.) για τους σκοπούς της μεταφοράς-, μετατρέποντας σταδιακά τις Η.Π.Α. από εισαγωγέα σε καθαρό εξαγωγέα ενέργειας, κατά το μεσοπρόθεσμο διάστημα. Η μέχρι στιγμής ανταγωνιστικότητα των εγχώριων χαμηλών τιμών και έργων εξαγωγής φυσικού αερίου δημιουργεί προοπτικές άμεσης απορρόφησης του αμερικανικού Υ.Φ.Α. από νέες αγορές, εφόσον, φυσικά, το πολιτικό επίπεδο και το πολύπλοκο ρυθμιστικό πλαίσιο αδειοδότησης των εξαγωγών συνδράμουν σε αυτό. Σε μια τέτοια περίπτωση, πάντως, εκτιμάται από πολλούς αναλυτές πως η ευρεία ανάδυση μεγάλων ποσοτήτων αμερικανικού αερίου στη διεθνή ενεργειακή αγορά αναμένεται να προκαλέσει σημαντικές μεταβολές, τόσο ως προς τον τρόπο τιμολόγησης του ενεργειακού αυτού αγαθού, όσο και ως προς τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών ισορροπιών.

Νέες προοπτικές για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης

Όπως έχει κατά καιρούς εκφρασθεί από πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους, η προοπτική της επίτευξης μαζικών εξαγωγών αμερικανικού Υ.Φ.Α. προς τις Ευρωπαϊκές αγορές αναμένεται να διαδραματίσει ρόλο-κλειδί στην εδραίωση της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας, καθώς θα συνδράμει καθοριστικά στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και οδεύσεων. Ταυτόχρονα, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης, αλλά και της γεωπολιτικής μόχλευσης από παραδοσιακούς προμηθευτές της, όπως η Ρωσία, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας την ενέργεια ως γεωοικονομικό εργαλείο, μπορούσαν να ασκήσουν σημαντική επιρροή στην περιφερειακή αγορά. Για παράδειγμα, η Gazprom -Ρωσικός κολοσσός φυσικού αερίου και σημαντικός προμηθευτής των Ευρωπαϊκών αγορών- αναμένεται να προχωρήσει σε ακόμα δραστικότερη αναθεώρηση τόσο της τιμολογιακής πολιτικής της, όσο και των ευρύτερων εμπορικών τακτικών και σχέσεών της με τους Ευρωπαίους ενεργειακούς εταίρους της, προκειμένου να διατηρήσει την παρουσία της στον Ευρωπαϊκό χώρο υπό τις νέες συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού. Τέλος, μεγαλεπήβολα Ρωσικά στρατηγικά σχέδια σχετικά με αγωγούς φυσικού αερίου ενδέχεται να επανεξετασθούν, να αναθεωρηθούν, και να καταστούν, τελικώς, μη οικονομικά βιώσιμα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα.

Παράλληλα, η επικείμενη υπερπροσφορά φυσικού αερίου, λόγω των μαζικών εξαγωγών Υ.Φ.Α. από τις Η.Π.Α., συγκεντρώνει όλες τις προοπτικές για μεταβολή του τρόπου τιμολόγησης του εν λόγω ενεργειακού αγαθού, και επιτάχυνση της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, ο υψηλός ανταγωνισμός -ως απόρροια της εμφάνισης νέων και ευέλικτων προμηθευτών Υ.Φ.Α.- θα συνεισφέρει καταλυτικά στην προώθηση της δημιουργίας Ευρωπαϊκών ενεργειακών κόμβων και χρηματιστηρίων ενέργειας, στην αύξηση της ρευστότητας, αλλά και στον περιορισμό των μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας φυσικού αερίου που βασίζονταν στην τιμή του πετρελαίου ως υποκατάστατου αγαθού, και περιλάμβαναν ασύμφορες ρήτρες για τις χώρες εισαγωγής. Πλέον, θα είναι περισσότερο εφικτό από ποτέ να δημιουργηθεί ένα καθεστώς τιμολόγησης του ευρέως διαδιδόμενου αυτού ενεργειακού αγαθού, με γνώμονα τους κανόνες της αγοράς και της προσφοράς/ζήτησής του, γεγονός που θα επιφέρει σημαντική μείωση στην τιμή της ενέργειας, προς όφελος των Ευρωπαίων καταναλωτών και της γενικότερης Ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Φυσικά, σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας κοινής, στιβαρής Ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής αποτελεί η ολοκλήρωση βασικών ενεργειακών υποδομών, όπως διασυνδέσεων και τερματικών σταθμών υποδοχής Υ.Φ.Α., καθώς και η εμβάθυνση επί του ρυθμιστικού πλαισίου από τις εσωτερικές έννομες τάξεις όλων των κρατών-μελών.

Ο διαρκώς αυξανόμενος ρόλος της Ασίας

Είναι γεγονός ότι, κατά την τελευταία, κυρίως, δεκαετία, η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση φυσικού αερίου από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ασίας, συνεπικουρούμενη και από περιβαλλοντικές πολιτικές, οδηγεί σταδιακά στη μετατόπιση του κέντρου βάρους των ενεργειακών εμπορικών ροών προς τις αγορές αυτές. Υπό αυτό το πρίσμα, η προοπτική κλιμάκωσης των εξαγωγών και προμηθειών φθηνού και ευέλικτου αμερικανικού αερίου αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε υφιστάμενους προμηθευτές, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από σχετικά υψηλά κόστη ενεργειακών επενδύσεων -όπως η Αυστραλία-, δυσχεραίνοντας τη διασφάλιση της παρουσίας τους σε ζωτικές αγορές – όπως στην Κίνα, στην Ινδία και στην Ιαπωνία. Από μια εναλλακτική σκοπιά, ωστόσο, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η εξασφάλιση της ενεργειακής αυτάρκειας των Η.Π.Α. έχει ήδη συντελέσει στη γενικότερη ανακατάταξη του ενεργειακού εμπορίου της Ασιατικής περιοχής, με σημαντικές προμήθειες από το Κατάρ να μην κατευθύνονται πλέον προς την αμερικανική ήπειρο, αλλά, μοιραίως, να αναζητούν νέους προορισμούς στην Ασιατική αγορά. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, πως τις εξελίξεις αυτές παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή και η Ρωσία, η οποία, στην προσπάθεια διεύρυνσης των εμπορικών εταίρων της και παγίωσης του παγκόσμιου ενεργειακού της ρόλου, επιδιώκει τη σύναψη μακρόπνοων διμερών συνεργασιών και επενδύσεων, ιδίως με την Κίνα.

Στο ίδιο μήκος κύματος με την κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή αγορά, η ανάδυση του ρόλου του εμπορίου Υ.Φ.Α. και των νέων προμηθειών αναμένεται να επιφέρει μεγάλες μεταβολές επί του καθεστώτος τιμολόγησης των ενεργειακών αγαθών στην ευρύτερη Ασιατική περιοχή. Ειδικότερα για χώρες όπως η Ιαπωνία και η Κίνα, η διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειάς τους μέσω φθηνότερων εισαγωγών ενέργειας αποτελεί αδήριτη ανάγκη για τη συνέχιση της ανάπτυξής τους. Ήδη, από το 2012, παρατηρήθηκαν οι πρώτες συμβάσεις προμήθειας με βάση την εγχώρια τιμή φυσικού αερίου των Η.Π.Α. (Henry Hub), με το ενδεχόμενο της υπερπροσφοράς Υ.Φ.Α. να εγείρει ευρύ προβληματισμό για τη συνέχιση και τη βιωσιμότητα των παραδοσιακών μακροχρόνιων συμβολαίων με βάση την τιμή του πετρελαίου. Άλλωστε, η επιθυμία των Ασιατικών εισαγωγέων για μετάβαση σε καθεστώς τιμολόγησης το οποίο θα αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και τον αυξημένο ανταγωνισμό εκφράζεται μέσω των σχεδίων τόσο της Σιγκαπούρης όσο και της Σαγκάης για ανάδειξή τους σε περιφερειακά χρηματιστήρια ενέργειας, με την προοπτική αυτή, ωστόσο, να παραμένει ακόμα ατελέσφορη, λόγω ρυθμιστικών προβλημάτων και έλλειψης ρευστότητας.

Συμπερασματικά

Αναμφίβολα, η έκρηξη της παραγωγής φυσικού αερίου και η ενεργειακή αυτάρκεια των Η.Π.Α. προετοιμάζουν ταχύτατα το έδαφος για ραγδαία ενίσχυση του ρόλου της Αμερικής στην παγκόσμια ενεργειακή σκηνή, κατά τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, κρίσιμα ερωτήματα εξακολουθούν να αιωρούνται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιηθεί το γεωοικονομικό αυτό εργαλείο από το εν λόγω κράτος. Θα αποτελέσει, λοιπόν, η ενδεχομένη κλιμάκωση εξαγωγών Υ.Φ.Α. μια εγγυήτρια δύναμη για την επίτευξη μιας ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής παγκόσμιας αγοράς φυσικού αερίου, στα πλαίσια διασφάλισης σταθερότητας, επαρκών προμηθειών και διεθνούς ανάπτυξης, ή, αντίθετα, θα λειτουργήσει ως ένας μοχλός άσκησης επιρροής από τις Η.Π.Α., μέσω της αδιάκοπης υποστήριξης των στρατηγικών συμμάχων τους, αλλά και του ενεργειακού στραγγαλισμού και εκτροχιασμού γεωπολιτικών ανταγωνιστών τους, όπως η Κίνα; Οι παραπάνω σκέψεις πρέπει να αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο του υποστρώματος αβεβαιότητας των πολιτικών αποφάσεων, αλλά και της κατεύθυνσης της νέας προεδρίας, αναφορικά με την εμπορική τακτική και τη διαφύλαξη των στρατηγικών συμφερόντων των Η.Π.Α. στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούν και οι ανησυχίες αρκετών αναλυτών σχετικά με την ανεξέλεγκτη αύξηση των εξαγωγών φυσικού αερίου, και τη συνακόλουθη πιθανότητα θεμελίωσης μιας ενοποιημένης αγοράς αερίου, οι οποίες εγκυμονούν τον κίνδυνο σημαντικής ανόδου των αμερικανικών τιμών ενέργειας, αλλά και ταυτόχρονης μείωσης του χάσματος τιμών ανάμεσα στις Η.Π.Α. και στις διάφορες χώρες εισαγωγής, επηρεάζοντας μάλλον αρνητικά τη βιωσιμότητα της εξαγωγικής δυνατότητας, και τη γενικότερη ανταγωνιστικότητα της Αμερικής.

 

Πηγές:

  1. Pascua, C. (2017). The new geopolitics of energy. Available at: http://energypolicy.columbia.edu/sites/default/files/energy/The%20New%20Geopolitics%20of%20Energy_September%202015.pdf [Accessed 16 Mar. 2017].
  2. Vihma, A. (2017). The Shale Gas Boom: The global implicati ons of the ris e of unconventional fossi l energy. Available at: http://www.fiia.fi/assets/publications/bp122.pdf [Accessed 16 Mar. 2017].
  3. U.S Energy Information Administration (EIA) (2017). Annual Energy Outlook 2017. Available at: http://www.eia.gov/outlooks/aeo/ [Accessed 16 Mar. 2017].
  4. Moryadee, S., Gabriel, S. and Avetisyan, H. (2014). Investigating the potential effects of U.S. LNG exports on global natural gas markets. Energy Strategy Reviews, 2(3-4), pp.273-288.
  5. OilPrice.com. (2017). Why Cheap Shale Gas Will End Soon. Available at: http://oilprice.com/Energy/Energy-General/Why-Cheap-Shale-Gas-Will-End-Soon.html [Accessed 16 Mar. 2017].

Tagged under:

Απόφοιτος Μηχανολόγος Μηχανικός Πολυτεχνείου Πατρών και τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών. Μεταπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς με αντικείμενο την Ενέργεια : Οικονομία , Δίκαιο και Στρατηγική. Εργάζεται ως σύμβουλος βιομηχανιών με αντικείμενο περιβαλλοντικά και ενεργειακά θέματα και τεχνολογίες προληπτικής συντήρησης. Στα ενδιαφέροντα του συγκαταλέγονται θέματα γεωπολιτικής της ενέργειας, οικονομικά της ενέργειας και τεχνολογίας περιβάλλοντος.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest