Η “ιδιωτικοποίηση” του τομέα “Έρευνας και Ανάπτυξης”

“Ο όρος “έρευνα και ανάπτυξη” αναφέρεται σε όλες τις διερευνητικές ενέργειες και διαδικασίες που πραγματοποιούνται από μία επιχείρηση, θεσμό ή οργανισμό, και αποσκοπούν είτε στη βελτίωση των ήδη υπαρχόντων προϊόντων και μεθόδων παραγωγής, είτε στη δημιουργία καινούργιων προϊόντων.” (Investopedia, 2017)

Η έρευνα αποτελεί έννοια στενά συνδεδεμένη με την επιβίωση του ανθρώπου. Είναι βαθιά συνυφασμένη με αυτό που ο Πλάτωνας αποκαλεί στα έργα του “Τέχνη”, δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου να χειρίζεται την ύλη, και να την μεταποιεί, δημιουργώντας συνεχώς νέα αντικείμενα και όργανα που θα τον βοηθήσουν να επιβιώσει. Η φιλοσοφία της έρευνας, της διαρκούς αυτοανάπτυξης, αλλά και δημιουργίας ή προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, εντείνεται κατά τον 15ο αιώνα, με τη γέννηση του homo universalis. Στο πέρασμα των αιώνων, η έννοια της έρευνας τεχνικοποιείται όλο και περισσότερο, φτάνοντας πια στις αρχές του 20ου αιώνα -και, συγκεκριμένα, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής- όπου πρωτοεμφανίζονται οι παραπάνω έννοιες με τη σημασία που έχουν σήμερα. Ως προς τις Η.Π.Α. -δεδομένου ότι πρόκειται για μία χώρα που διαθέτει έναν από τους δυναμικότερους κλάδους έρευνας και ανάπτυξης παγκοσμίως-, αξίζει να γίνει μία σύντομη ιστορική αναδρομή στην πορεία του κλάδου αυτού.

Ξεκινώντας από τις αρχές του 1900, ορισμένες επιχειρήσεις -προερχόμενες κυρίως από τον βιομηχανικό κλάδο- εξήγγειλαν τη δημιουργία εργαστηρίων έρευνας, με σκοπό να βελτιώσουν τις τεχνικές και τις μεθόδους κατασκευής των προϊόντων τους. Αργότερα, τα εργαστήρια άρχισαν να λειτουργούν και ως “βελτιστοποιητές” των προϊόντων, αυξάνοντας έτσι το συγκριτικό πλεονέκτημα της εκάστοτε επιχείρησης, και δημιουργώντας καινοτομίες που θα διοχετεύονταν στις αγορές. Η τάση, αλλά και η αποτελεσματικότητα της πρακτικής αυτής, αποτέλεσαν κίνητρο και για άλλες επιχειρήσεις να επενδύσουν σε εργαστήρια έρευνας και καινοτομίας, και όχι μόνο. Ακόμη, ο κρατικός τομέας υιοθέτησε, με τη σειρά του, την ιδέα αυτή, και έτσι δημιουργήθηκαν -από ένα μείγμα ακαδημαϊκών και επιστημόνων- δημόσια κέντρα ερευνών. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ενέτεινε την ανάγκη για ανάπτυξη σύγχρονων τεχνολογιών, μία τάση που διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ενδεικτικά, αναφέρεται πως το προσωπικό που εργαζόταν στα εργαστήρια και τα κέντρα έρευνας και ανάπτυξης αυξήθηκε, από το 1920 έως το 1940, κατά περίπου 25.000 υπαλλήλους.

Ενώ, λοιπόν, η “έρευνα και ανάπτυξη” (Research and Development, R&D) ξεκίνησε από τον ιδιωτικό τομέα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέτρεψε το status quo, εντείνοντας την κρατική χρηματοδότηση πάνω σε στρατιωτικά προγράμματα έρευνας και καινοτομίας για τις ανάγκες της εμπόλεμης κατάστασης, παρά το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. δεν αντέδρασαν έγκαιρα στο ξέσπασμά της. Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, έως και το 1978, οι κρατικοί πόροι που διοχετεύονταν σε πανεπιστήμια και κολέγια για έρευνα παρέμειναν σταθεροί, ή μειώθηκαν. Από το 1978 και μετά, μέχρι και σήμερα, έχει υπάρξει μία μετάβαση του τομέα της έρευνας και ανάπτυξης από τον δημόσιο (πανεπιστήμια, κέντρα ερευνών) στον ιδιωτικό τομέα – σε επιχειρήσεις με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και προσωπικό εξειδικευμένο στην “έρευνα και ανάπτυξη”. Βέβαια, η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο στις Η.Π.Α., αλλά στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, οι οποίες ακολουθούν το ίδιο μοντέλο οικονομίας της αγοράς.

Ο τομέας, επομένως, της “έρευνας και ανάπτυξης” έχει παίξει τον πιο σημαντικό ρόλο όσον αφορά στην ανάδυση νέων και συνεχώς εξελισσόμενων τεχνολογιών, αν και σιωπηρά. Από την αρχή του 2000, ο δημόσιος τομέας -διαμέσου των πανεπιστημίων, αλλά και των κέντρων ερευνών διαφόρων Υπουργείων- προώθησε σημαντικά την έρευνα, τόσο σε πνευματικό και ακαδημαϊκό επίπεδο όσο και σε τεχνικό. Κατά τα τελευταία χρόνια, όμως, έχει δημιουργηθεί μία μεταβατική ροή του ανθρώπινου δυναμικού που ασχολείται με την έρευνα και την ανάπτυξη, από τον δημόσιο προς τον ιδιωτικό τομέα, κυρίως όσον αφορά στο τεχνικό κομμάτι. Εταιρίες κολοσσοί -όπως η Microsoft, η Apple και η Google- έχουν δημιουργήσει τα δικά τους τμήματα έρευνας και ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας έτσι τα δικαιώματά τους επί των νέων ανακαλύψεων και προϊόντων που θα διοχετευτούν στην αγορά. Αυτή, όμως, που ζημιώνεται περισσότερο από την καινούργια αυτή τάση είναι η εικόνα των κρατών, τα οποία -λόγω ανεπάρκειας πόρων- έρχονται δεύτερα στον τομέα του R&D, μετά από τις εταιρείες.

Πηγή: World Economic Forum (Απεικονίζονται στοιχεία μέχρι και το έτος 2013)

Παρ’ όλα αυτά, η παραπάνω πραγματικότητα δεν σημαίνει πως τα κράτη έχουν παραλύσει ως προς τον τομέα της ανάπτυξης. Τόσο η Ε.Ε. -όσον αφορά στην Ευρώπη-, όσο και οι εκάστοτε Κυβερνήσεις, μπορούν να επηρεάσουν θετικά την προώθηση της καινοτομίας στο εσωτερικό τους. Αυτό, για παράδειγμα, έχει επιτύχει το Ισραήλ, το οποίο, αν και σχετικά μικρό και αδύναμο κράτος, επιζητά την αύξηση της ισχύος του, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στα R&D προγράμματά του. Δεν είναι τυχαίο που το 2013 το Ισραήλ στεκόταν στην κορυφή του παγκοσμίου πίνακα κατάταξης, με το 4,21% του Α.Ε.Π. του να δαπανάται για την έρευνα και την ανάπτυξη – ποσοστό υψηλότερο ακόμη και από αυτά της Κορέας και της Ιαπωνίας. Ποιες ενέργειες μπορεί να λάβει η Κυβέρνηση πάνω στην έρευνα και την ανάπτυξη; Αρχικά, μπορεί να δημιουργήσει ένα ασφαλές κλίμα προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, κατευθυνόμενες ειδικά στον τομέα της “έρευνας και ανάπτυξης”. Σε δεύτερο στάδιο έρχεται η εύρεση κρατών-συνεργατών με προοπτικές ανάπτυξης του εν λόγω τομέα, και -κατ’ επέκταση- ένα άνοιγμα της οικονομίας, ώστε να δεχτεί πιο εύκολα τα νέα προϊόντα και τη δημιουργία νέων αγορών.

Εν κατακλείδι, η έννοια του R&D είναι απόλυτα συνυφασμένη με τη φιλοσοφία της οικονομίας της αγοράς. Αποτελεί, επίσης, λέξη-κλειδί όσον αφορά στον ανταγωνισμό, καθώς μέσω των τμημάτων R&D οι επιχειρήσεις κατορθώνουν να ανανεώνουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα έναντι άλλων. Ουσιαστικά, το ίδιο συνέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπου: Τα νέα ευρήματα της κάθε εποχής γεννούσαν την περιέργεια και τη δίψα για περισσότερη έρευνα. Το μόνο που άλλαξε -από το 1900 και στο εξής- είναι η τυποποίηση της πρακτικής αυτής. Σε αυτό οφείλεται και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας κατά τα τελευταία 100 χρόνια, σε αντίθεση με τις δύο χιλιετίες που προηγήθηκαν αυτών.

Πηγές:

  1. Mazuccato, M. (2015). What is government’s role in sparking innovation?. [online] World Economic Forum. Available at: https://www.weforum.org/agenda/2015/04/what-is-governments-role-in-sparking-innovation/ [Accessed 27 May 2017]
  2. Muggeridge, P. (2015). Which countries spend the most on research and development?. [online] World Economic Forum. Available at: https://www.weforum.org/agenda/2015/07/which-countries-spend-the-most-on-research-and-development/ [Accessed 27 May 2017]
  3. Usselman, S.W. (2013). Research and Development in the United States since 1900: An Interpretive History. [online] Yale University. Available at: http://economics.yale.edu/sites/default/files/usselman_paper.pdf [Accessed 27 May 2017]
  4. Investopedia. (2017). Research and Development – R&D. [online] Available at: http://www.investopedia.com/terms/r/randd.asp [Accessed 27 May 2017]
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (7 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Ο Αιμίλιος Κλήμης φοιτά στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Στα ακαδημαϊκά και προσωπικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται η πολιτική, οι διεθνείς σχέσεις, η οικονομία, και η φιλοσοφία. Στα πλαίσια της αρθρογραφίας, της έρευνας και ενημέρωσης θα τον βρείτε στο [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest