Η κρίση της Ποινικής Δικαιοδοσίας στη Δίκη του Eichmann και η Κοινοτοπία του Κακού

Ο Αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος

Μετά το 1950, τα κράτη προσπαθούσαν -άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένα- να επουλώσουν τα τραύματα των εχθροπραξιών της προηγούμενης πεντηκονταετίας. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο, με τις εκατόμβες των νεκρών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να αποτελούν ανοιχτή πληγή, και τον εφιάλτη του Ολοκαυτώματος να εμποδίζει ως μνήμη κάθε προσπάθεια επανάκαμψης των εθνών.

Λίγοι κατάφεραν να συνδέσουν το όνομά τους τόσο άρρηκτα με τα εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού και τα βασανιστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης όσο ο συνταγματάρχης Adolf Eichmann. Ενώ θεωρούνταν υπεύθυνος για το θάνατο περισσότερων από έξι εκατομμυρίων Εβραίων, «ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος», όπως ονομάστηκε, κατάφερε να διαφύγει του γενικού χάους που συνόδεψε την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο, και να εξαφανιστεί για αρκετά χρόνια.

Το 1960, μετά από μία θεαματική επιχείρηση της ισραηλινής υπηρεσίας Mossad, ο Eichmann συνελήφθη στην Αργεντινή και μεταφέρθηκε στο Ισραήλ, για να δικαστεί από τα εθνικά δικαστήρια. Οι κατηγορίες εναντίον του επικεντρώνονταν στη μακροχρόνια συνεισφορά του στο ναζιστικό καθεστώς, και στα εγκλήματα που στρέφονταν κατά του εβραϊκού λαού κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Συγκεκριμένα, το κατηγορητήριό του αφορούσε εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, συμμετοχή σε δολοφονικές οργανώσεις ως πρώην μέλος των SS, μέλος της SD και μέλος της Gestapo.

Η σύλληψή του μέχρι σήμερα συνοδεύεται από πληθώρα διαφορετικών εκδοχών για το πώς αποκαλύφθηκε η Αργεντινή ως τόπος διαφυγής του. Οι πιο διάσημες από αυτές θέλουν τον καγκελάριο της Γερμανίας να τον παραδίδει στο Ισραήλ, για να εξαγοράσει την προστασία άλλων υψηλόβαθμων στελεχών, ή τον ίδιο του το γιό να αποκαλύπτει πληροφορίες για τη διαμονή του, στο πλαίσιο των εθνικοπατριωτικών αναβρασμών υπέρ του ναζιστικού καθεστώτος, και της υπέρμετρης περηφάνιας του για τη συμβολή του πατέρα του στο σχέδιο Εθνοκάθαρσης του Εβραϊκού λαού.

Η Έννοια της Διεθνούς Απαγωγής

Η σύλληψη, όμως, ενός προσώπου κατηγορούμενου για βαρβαρότητες που στιγμάτισαν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν πέρασε απαρατήρητη από τη διεθνή κοινότητα. Μάλιστα, από τους περισσότερους δεν θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για νόμιμη σύλληψη, αλλά για «απαγωγή». Η ίδια η Αργεντινή ζήτησε τη σύγκλιση του Συμβουλίου Ασφαλείας, καθώς -κατά τη γνώμη της- η απαγωγή του επικεφαλής του Εβραϊκού Γραφείου της Gestapo παραβίαζε τόσο τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας στο έδαφός της, όσο και το Διεθνές Δίκαιο. Η Αργεντινή κινήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 35 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να ερευνά κάθε διένεξη ή κάθε κατάσταση που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε διεθνείς προστριβές ή να δημιουργήσει διένεξη, με σκοπό να διαπιστώνει εάν η παράταση αυτής της διένεξης ή αυτής της κατάστασης είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ενώ, από την άλλη, κάθε μέλος των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας ή της Γενικής Συνελεύσεως σε διαφορές ή σε καταστάσεις, όπως κι αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 34.

Το Διεθνές Δίκαιο απαγορεύει την απαγωγή οποιουδήποτε εντός της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους από άλλο κράτος, χωρίς την ενημέρωση των επίσημων αρχών του πρώτου. Η συναίνεση του κράτους όπου βρίσκεται το θύμα της διεθνούς απαγωγής είναι καθοριστική για τη νομιμοποίηση της πράξης του κράτους-απαγωγέα, καθώς, δίχως αυτή, υπάρχει καταφανής παραβίαση της αρχής της μη παρέμβασης και της αρχής της εδαφικής ακεραιότητας. H απαγωγή ως έκφανση της παρέμβασης στην εδαφική ακεραιότητα άλλου κράτους έχει καταγραφεί σε πολλές συμβάσεις, όπως η Σύμβαση του Σικάγο (1944), η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας (Convention on the Law of the Sea, 1982) και η Σύμβαση της Χάγης, που κάνει ειδική μνεία στη διεθνή απαγωγή παιδιών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Ασφαλείας τάχθηκε υπέρ της γνώμης της Αργεντινής στο ζήτημα της απαγωγής του Eichmann, καταδικάζοντας το Ισραήλ για το παράνομο της πράξης του σε επανορθωτική παραπομπή του Eichmann σε δημόσια δίκη. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Ασφαλείας (Resolutionof 23 June 1960) αναφέρει ότι: «οι ενέργειες του Ισραήλ τίθενται υπό αμφισβήτηση, καθώς πλήττουν την αξιοπιστία του Κράτους-μέλους, και δημιουργούν αναταραχή, η οποία, εάν επαναληφθεί, μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή ασφάλεια και ειρήνη. Ζητείται, λοιπόν, από το Κράτος του Ισραήλ να κάνει τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες, σύμφωνα πάντα με τη νομιμότητα που διέπει τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Εκφράζεται πάσα ελπίδα ότι οι γόνιμες σχέσεις μεταξύ της Αργεντινής και του Ισραήλ θα βελτιωθούν».

Το Ισραήλ δεν αρνήθηκε την παραβίαση, αλλά δεν δέχθηκε και την άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης στη μεταφορά του Eichmann από την Αργεντινή, καθώς αυτή πραγματοποιήθηκε από ένοπλη οργάνωση του Εβραϊκού Λαού, και όχι από κρατικούς υπαλλήλους. Έτσι, αφενός, το ισραηλινό κράτος προχώρησε σε διαβεβαίωση μη επανάληψης της παράνομης ενέργειας, αφετέρου, όμως, δεν επανόρθωσε τη ζημία, αφού δεν παρέπεμψε το συνταγματάρχη σε διεθνές δικαστήριο, αλλά διατήρησε την αρμοδιότητά του, και δίκασε τον Eichmann στις 11 Απριλίου του 1961.

Μale Captus Bene Detentus

Η αρχή «male captus bene detentus» υπήρξε η δικαιολογητική βάση διατήρησης της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας των Ισραηλινών δικαστηρίων να δικάσουν την εν λόγω υπόθεση. Έχει αμφισβητηθεί σημαντικά στην ιστορία της διεθνούς πρακτικής, και μπορεί να μεταφραστεί ως «κακώς συλληφθείς, ορθώς κρατούμενος» (“Wrongly captured, well kept”). Πρεσβεύει την άποψη ότι, κάποιες φορές, η μη νόμιμη σύλληψη ενός κρατουμένου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της κράτησής του και της παραπομπής του στη δικαιοσύνη. Με την εφαρμογή αυτής της αρχής, το Ισραήλ παραδέχεται τη μη νόμιμη σύλληψη του Eichmann, ενώ, ταυτόχρονα, καθιστά σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένο να ανεχθεί περιορισμό του δικαιώματος καταδίκης του τελευταίου, για όσο χρόνο αυτός βρίσκεται στο έδαφος του δικάζοντος κράτους.

Η διαδικαστική παρανομία που συνόδεψε τη σύλληψή του δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων του Γερμανού συνταγματάρχη, όπως διατείνεται το Ισραήλ. Μάλιστα, το 1952, ο δικαστής, Ηugo Black εκφράζει την προσωπική του γνώμη, σύμφωνα με την οποία: «…Δεν μπορεί να διαφύγει της δικαιοσύνης ένας ένοχος, μονάχα επειδή παραπέμφθηκε σε αυτήν ενάντια στη θέλησή του». Ωστόσο, η αρχή αυτή -που συνιστά μία διαδικασία αναδρομικής εξυγίανσης της παραβίασης της κρατικής κυριαρχίας στο βωμό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης- είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη διεθνή πρακτική. Κι αυτό γιατί προωθείται η τυφλή και απαλλαγμένη από κάθε προϋπόθεση νομιμότητας σύλληψη φυσικών προσώπων (τα οποία συχνά δικαιούνται ασυλίας ή ιδιαίτερης προστασίας άλλων κρατών), ενώ, την ίδια στιγμή, τίθεται άνευ εφαρμογής η αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και η αρχή της εδαφικής κυριαρχίας, καθώς καταλήγουν έρμαιο στα χέρια των σπασμωδικών ενεργειών των Κρατών-Διωκτών.

Το Ζητημα της Δικαιοδοσίας και η Αρχή της Οικουμενικότητας

Το ζήτημα της δικαιοδοσίας στη συγκεκριμένη υπόθεση αποδείχθηκε, επίσης, ιδιαίτερα ακανθώδες. Από τη μία μεριά, η διεθνής κοινότητα -έμμεσα μονάχα συνδεδεμένη με τον εφιάλτη του Ολοκαυτώματος- είχε από την αρχή δηλώσει ότι ο Eichmann έπρεπε να δικαστεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Από την άλλη μεριά, το Ισραήλ αρνείτο πεισματικά την παραπομπή του τελευταίου, θεωρώντας «φυσικό» δικαίωμα του κράτους να δικάσει τον Αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος.

Η σύνδεση των εγκλημάτων του Eichmann με την αρχή της προστατευτικότητας, και δη της άσκησης ποινικής δικαιοδοσίας του κράτους κατά του οποίου στράφηκαν τα εγκλήματα του κατηγορούμενου, ήταν -κατά γενική ομολογία- λανθασμένη. Το λάθος έγκειται στο γεγονός ότι το Ισραήλ (το οποίο δεν υφίστατο ως κρατική οντότητα κατά τη διάρκεια των κρίσιμων γεγονότων) θεωρούσε τα δικαστικά του όργανα ως μόνους απολογητές και εκπροσώπους των βασανισμένων Εβραίων. Έτσι, ενώ τα εγκλήματα του Εichmann στρέφονταν κατά του εβραϊκού λαού, προτάχθηκε -καθ’ υπερβολή- η αρχή της προστασίας του Ισραηλινού κράτους, το οποίο θεωρήθηκε από το δικαστήριο ως η φυσική και ιστορική πατρίδα των Εβραίων.

Η αρχή της οικουμενικότητας (Universal Jurisdiction) στο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου διεκδικεί, παρ’ όλα αυτά, βάσιμης εφαρμογής, δικαιώνοντας, κατά μία έννοια, την απόφαση της μη παραπομπής του Eichmann. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η απαξία ορισμένων εγκλημάτων είναι τόσο βαριά (όπως στην περίπτωση της παραβίασης του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, των βασανιστηρίων, των γενοκτονιών και των εγκλημάτων που στρέφονται κατά της ανθρωπότητας), που γίνεται δεκτή η δικαιοδοσία οπουδήποτε δικαστηρίου ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από τον τόπο τέλεσης της πράξης και την ιθαγένεια του θύτη ή των θυμάτων. Κατά την έννοια αυτή, και σεβόμενο πάντα τις επιταγές της διεθνούς Κοινότητας, το Ισραήλ δικαιούνταν να δικάσει τον Eichmannγια τα ειδεχθή εγκλήματα που φέρεται να τέλεσε.

Το Τέλος της Δίκης και η Κοινοτοπία του Κακού

Μία από τις απεσταλμένες δημοσιογράφους για την κάλυψη της δίκης από το περιοδικό NewYorker, η Hannah Arendt, έγινε μάρτυρας της πολύκροτης αυτής δίκης που τελείωσε με την καταδίκη του Eichmann σε απαγχονισμό, στις 31 Μαΐου του 1962, οπότε και καταδικάστηκε για τα εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού, κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου, και τη συμμετοχή σε δολοφονικές οργανώσεις.

Παρατηρώντας τον μικρόσωμο και εξουθενωμένο άνδρα στο εδώλιο του κατηγορουμένου, και παρακολουθώντας κριτικά όλο το παρασκήνιο του χρονικού της δίωξής του, ανέπτυξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες -αλλά και καθοριστικές- φιλοσοφικές θεωρίες του 20ού αιώνα – τη θεωρία για την Κοινοτοπία του Κακού. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, το κακό που είχε προκαλέσει ο Eichmann ήταν κοινότοπο και πλήρως συνδεδεμένο με τον απολύτως γραφειοκρατικό μηχανισμό στον οποίο ο ίδιος είχε ζήσει τόσα χρόνια. Ενώ δεν έστειλε ποτέ απευθείας κάποιον στο θάνατο, μέσω των διοικητικών πράξεων στο γραφείο της υπηρεσίας του, περισσότερο από έξι εκατομμύρια άνθρωποι εκτελέστηκαν ερήμην του. Δεν έτρεφε τα ίδια απεχθή αισθήματα για τους Εβραίους με τους υπόλοιπους υπαλλήλους του ναζιστικού καθεστώτος, αλλά αποτέλεσε το μέσο και μη σκεπτόμενο άνθρωπο που παρασύρθηκε από το βίαιο και παράλογο κρατικό μηχανισμό (Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem: Α report on the banality of Evil).

Η θεωρία της Arendt, αν και κρίσιμη, δεν έλαβε καθολική αναγνώριση καθώς, στα μάτια του κόσμου, πιθανότατα ορθώς, ο άνθρωπος αυτός παρέμεινε μέχρι τέλους ένας αμετανόητος εγκληματίας που τέλεσε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και του οποίου η δίκη αποτέλεσε μια καθολική δοκιμασία των δικονομικών θεσμών.

Πηγές:

  1. The New Yorker. (2017). Eichmann in Jerusalem. https://www.newyorker.com/magazine/1963/02/16/eichmann-in-jerusalem-i 
  2. Hcourt.gov.au. (2017). NUREMBURG, EICHMANN AND UNIVERSAL JURISDICTION. 
    http://www.hcourt.gov.au/assets/publications/speeches/former-justices/kirbyj/kirbyj_jewishlayers.htm 
  3. Oxfordreference.com. (2017). Male captus bene detentus – Oxford Reference.  http://www.oxfordreference.com/view/10.1093/acref/9780195369380.001.0001/acref-9780195369380-e-1356 
  4. Respondeat. (2017). Universal Jurisdiction and the Eichmann and Pinochet Trials.
    https://respondeat.wordpress.com/2010/02/09/universal-jurisdiction-and-the-eichmann-and-pinochet/ 
  5. ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. (2017). Η απαγωγή του ναζί, Άντολφ Άιχμαν, από την Αργεντινή, όπου τον έκρυβε η CIA.
    http://www.mixanitouxronou.gr/i-apagogi-tou-nazi-antolf-aichman-apo-tin-argentini-opou-ton-ekrive-i-cia-ton-karfose-o-antenaouer-ke-ton-arpaxe-exo-apo-to-spiti-tou-i-mosant/ 
  6. Dr. Walid Abdulrahim Professor of Law. (2017). State Territory and Territorial Sovereignty.
    https://sites.google.com/site/walidabdulrahim/home/my-studies-in-english/6-state-territory-and-territorial-sovereignty#_ftn3
  7. Unric.org. (2017). Καταστατικός Χάρτης ΟΗΕ.
    http://www.unric.org/el/index.php?option=com_content&view=article&id=14 
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (1 έτος) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Αυγούστου του 1995. Πτυχιούχος Νομικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης το 2017 και μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου και Φιλοσοφίας του Δικαίου κατά το ακαδημαϊκό έτος 2018 - 2019 στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Paris II Pantheon Assas . Στη διάρκεια των μαθητικών και φοιτητικών του χρόνων, συμμετείχε σε πλειάδα διεθνών συνεδρίων (ΜUN, UNESCO) τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα πανεπιστήμια Yeditepe, Frederick και Οξφόρδης του εξωτερικού, ως delegate αρχικά και αργότερα ως Πρόεδρος επιτροπών. Το 2018 τελεί Γενικός Γραμματέας του Fredmun 2018, στη Λευκωσία. Έχει λάβει σημαντικό αριθμό βραβείων και διακρίσεων από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, της οποίας πλέον είναι το νεότερο μέλος. Είναι συγγραφέας τριών βιβλίων ποιητικού-δοκιμιακού περιεχομένου. Το 2010 η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών τον καλεί σε τιμητική εκδήλωση και του αποδίδει το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο Λογοτεχνίας. Αρθρογραφεί για ζητήματα Διεθνούς Δικαίου στην ιστοσελίδα Power Politics από το 2016. Είναι ασκούμενος δικηγόρος Πειραιώς και έχει κάνει την πρακτική του σε Ναυτιλιακή Εταιρεία και στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας -- μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του εκπαίδευσης στο Πυροβολικό Σώμα -- στον τομέα νομικής ανάλυσης πολιτικού ρεπορτάζ σε θέματα Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

1 Comment

  1. Γιώργος Γ. Reply

    Η προβληματική στην Eichmann πάει σε πολύ βαθύτερα ζητήματα από το αν έπρεπε να δικαστεί από εθνικό ή διεθνές δικαιοδοτικό. Το να λέμε πως αυτό ήταν το πρόβλημα, είναι σαν να κατηγορούμε για τη βύθιση του Τιτανικού την περιεκτικότητα του Ατλαντικού σε αλάτι.
    Παντελώς άστοχο άρθρο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest