Η (μη) βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους

Ένα από τα σημαντικότερα μειονεκτήματα της ενασχόλησης με διεθνή θέματα που άπτονται της σφαίρας της οικονομικής πολιτικής, είναι η παραμέληση εγχώριων ζητημάτων που επιδρούν και επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Και το ζήτημα της Ελληνικής κρίσης είναι ένα από αυτά τα ζητήματα.

Το εν λόγω ζήτημα και, πιο συγκεκριμένα, το ερώτημα σχετικά με το γιατί η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμα ανακάμψει, είναι κάτι που απασχολεί βαθύτατα την οικονομική ακαδημαϊκή κοινότητα -και όχι μόνο-, σε όλο το εύρος και το πλάτος της. Από διάσημους στο ευρύ κοινό οικονομολόγους -όπως, για παράδειγμα, οι Stiglitz και Krugman- έως καθηγητές πανεπιστήμιων, και από διδακτορικούς φοιτητές μέχρι έναν πρωτοετή φοιτητή οικονομικών, το ζήτημα της ελληνικής κρίσης εξακολουθεί να προκαλεί τόνους αποριών, ερωτήσεων και ενδιαφέροντος. Περνώντας κάποιος ένα εξάμηνο μακριά από την Ελλάδα για σπουδές, το άκουσμα της λέξης «Έλληνας» από αλλοδαπούς φοιτητές δεν συνοδεύεται από ερωτήσεις επί των Ελληνικών νησιών, αλλά από προβληματισμούς σχετικά με την πορεία της Ελληνικής οικονομίας. Σε πολλά μαθήματα, μάλιστα, από Πολιτική Οικονομία μέχρι Οικονομικά της Ανάπτυξης, η κρίση στην Ελλάδα επηρεάζει την παγκόσμια οικονομική σκέψη και πραγματικότητα πολύ περισσότερο απ’ ότι ίσως πιστεύουν οι Έλληνες.

Η θέση αυτή αποτελεί μια ισχυρή αφορμή ενασχόλησης με το Ελληνικό οικονομικό ζήτημα και, πιο συγκεκριμένα, με ένα ζήτημα που δεν έχει αναλυθεί στο βαθμό που του αναλογεί, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας: το ζήτημα του ελληνικού χρέους.

Το ελληνικό χρέος

Από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 μέχρι σήμερα, το ελληνικό χρέος ακολούθησε μια ξέφρενη πορεία – πρωτόγνωρη για μια χώρα που βρίσκεται εν καιρώ ειρήνης. Πιο συγκεκριμένα, το 2008 το ελληνικό χρέος ανήλθε σε 264 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα 199 δισεκατομμύρια ευρώ στα οποία βρισκόταν μόλις τέσσερα χρόνια πριν, το 2004. Το 2015 το αντίστοιχο ύψος του Ελληνικού χρέους είχε σκαρφαλώσει στα 311 δισεκατομμύρια ευρώ, κάτι που, σε συνδυασμό με τη μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π. – G.D.P.), οδήγησε στην ποσοστιαία εκτίναξή του από το 109,4% το 2008, στο 177,4% το 2015. Την ίδια στιγμή, ο αντίστοιχος μέσος όρος για το σύνολο της Ευρωζώνης ανερχόταν στο 68,6% για το 2008 και στο 90,4% για το 2015 (Eurostat, 2015).

Η διαγραμματική απεικόνιση του αντίστοιχου γραφήματος για την πορεία του Ελληνικού δημοσίου χρέους είναι ακόμα πιο συγκλονιστική. Όπως παρατηρούμε, από το 2008 μέχρι και το 2011, η εκτίναξη του Ελληνικού χρέους -σε ποσοστιαίο, αλλά και αριθμητικό επίπεδο- είναι χαρακτηριστική. Η «υποτιθέμενη» αναδιάρθρωση του εν λόγω χρέους, πέρα από τα σκανδαλώδη χαρακτηριστικά της, δεν κατάφερε να το απομειώσει ενώ, αντίθετα, αυτό γρήγορα ξαναπήρε την ανιούσα, για να σταθεροποιηθεί σχετικά στη συνέχεια. Το παράδοξο είναι πως η διαδικασία αυτή συντελέστηκε εν μέσω συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, που περιελάμβανε περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, υπέρ-φορολόγηση, κλπ.

Η χρονική εξέλιξη του ελληνικού χρέους ως ποσοστού του Α.Ε.Π. κατά την τελευταία δεκαετία. Πηγή: TradingEconomies.

Τα παραπάνω ζητήματα είναι τόσο πολυσυζητημένα, όσο και γνωστά. Ωστόσο, ένα θέμα το οποίο δεν έχει αναλυθεί στο βαθμό που θα έπρεπε, και που η απάντηση που δίνεται σε αυτό ποικίλλει από «θεσμό» σε «θεσμό» και από «κυβέρνηση» σε «κυβέρνηση», είναι αυτό της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Πριν την περαιτέρω ανάλυση, όμως, θα ήταν χρήσιμη η επεξήγηση του όρου «βιωσιμότητα χρέους».

Ένα απλό υπόδειγμα

Ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο, από τη στιγμή που το ύψος του (outstanding public debt), καθώς και οι εκτιμήσεις για τη μελλοντική του πορεία ακολουθούν την ίδια πορεία (consistency) με τις εκτιμήσεις για το έλλειμμα του κράτους ή, πιο ορθά, της κυβέρνησης (D’Erasmo and Mendoza, 2015). Για τον υπολογισμό της βιωσιμότητας του χρέους μιας χώρας, αν δηλαδή η κυβέρνηση είναι φερέγγυα ως προς την αποπληρωμή του (solvent) ή όχι, χρησιμοποιούνται διάφορα μαθηματικά μοντέλα, η ανάλυση των οποίων πάει πέρα από τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Παρ’ όλα αυτά, το χρέος μιας χώρας είναι βιώσιμο, όταν ισχύει η ακόλουθη συνθήκη:

Συνθήκη βιωσιμότητας οικονομικού χρέους. Πηγή: D’Erasmo, P. and Mendoza, E.G.

Η παραπάνω συνθήκη προκύπτει από την κλασσική ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους η οποία επιτάσσει ότι, στη σταθερή κατάσταση μιας οικονομίας, ο λόγος του πρωτογενούς πλεονάσματος ή ελλείμματος μιας οικονομίας προς το μακροχρόνιο επιτόκιο, διορθωμένο με την ανάπτυξη της οικονομίας, πρέπει να ισούται με το ποσοστό τους χρέους της ίδιας οικονομίας. Συνεπώς, γίνεται κατανοητό ότι το ποσοστό ανάπτυξης μιας οικονομίας, σε συνδυασμό με το επιτόκιο αποπληρωμής των χρεών, καθώς και το πρωτογενές, στην ουσία, πλεόνασμα έχουν καθοριστική σημασία για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ας εξετάσουμε τις παραπάνω μεταβλητές αναφορικά με την Ελληνική οικονομία. Αν, αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα κατέφευγε στις αγορές για δανεισμό, τα επιτόκια που θα ήταν αναγκασμένη να πληρώσει θα ήταν εξωπραγματικά. Οι συνθήκες αβεβαιότητας γύρω από την Ελληνική οικονομία έχουν εκτινάξει τα επιτόκια δανεισμού στα ύψη, για άλλη μια φορά. Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρει άρθρο της εφημερίδας The Guardian, «τα επιτόκια των διετών ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου άγγιξαν το υψηλότερο επίπεδό τους από τον περασμένο Ιούνιο, και ξεπέρασαν το 10%, (…) τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό για τα δεκαετή ομόλογα είναι πάνω από 7,8%» (Allen and Wearden, 2017). Όπως καταλαβαίνει κανείς, τα επιτόκια αυτά καθιστούν την προοπτική δανεισμού ένα αρκετά κακό σενάριο για την Ελληνική οικονομία. Προχωρώντας περαιτέρω την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους, έχει αξία να δούμε τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών σχετικά με τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας στο μέλλον. Συγκεκριμένα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α. – O.E.C.D.) θεωρεί ότι η Ελληνική οικονομία θα κινηθεί με ποσοστό ανάπτυξης 1,3% για το 2017 και 1,9% για το 2018, ενώ οι πιο μακροπρόθεσμες προβλέψεις δεν είναι περισσότερο ενθαρρυντικές (OECD, 2016).

Συνεπώς, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, για να είναι ένα χρέος μακροχρόνια βιώσιμο, θα πρέπει ο παρονομαστής του κλάσματος να είναι σχετικά μικρός σε σχέση με τον αριθμητή, τη στιγμή που ο τελευταίος θα πρέπει, επίσης, να είναι σχετικά μεγάλος. Ωστόσο, η διαφορά του μακροχρόνιου επιτοκίου από τον ρυθμό ανάπτυξης είναι αρκετά μεγάλη, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει, αφενός, τα επιτόκια δανεισμού να μειωθούν, και, αφετέρου, η ελληνική οικονομία να «τρέχει» με ρυθμούς ανάπτυξης Κίνας κατά τα επόμενα χρόνια, κάτι που είναι αδύνατο να συμβεί. Οι επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για υψηλά πλεονάσματα (3,5% του Α.Ε.Π.) κατά τα επόμενα χρόνια -κάτι που θα οδηγήσει την Ελληνική οικονομία σε περαιτέρω συστολή- εδράζονται στη λογική αύξησης του αριθμητή του παραπάνω κλάσματος, και, κατ’επέκταση, στην προσπάθεια «βιωσιμοποίησης» του Ελληνικού χρέους.

Δυστυχώς, όμως, όπως γίνεται αντιληπτό από την παραπάνω ανάλυση, το Ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο – και ούτε θα γίνει, όσο συνεπής και αν γίνει η χώρα απέναντι στις «Μνημονιακές» υποχρεώσεις της.

Επίλογος

Συνεπώς, το ερώτημα παραμένει: τί θα γίνει με το ζήτημα του Ελληνικού χρέους; Προσωπική άποψη του συντάκτη είναι πως το μέλλον του Ελληνικού χρέους συνδέεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με τη θέση της Ελλάδας στο οικοδόμημα του Ευρώ, πρωτίστως, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δευτερευόντως. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στο επόμενο διάστημα ενδέχεται να τεθεί σοβαρά το ζήτημα αποπομπής της Ελλάδας από την Ευρωζώνη -κάτι που αποτελεί, άλλωστε, επιδίωξη του Wolfgang Schäuble-, με μια ελάφρυνση του ελληνικού χρέους να δίνεται ως «τυράκι» για τα μάτια τόσο του ελληνικού λαού, όσο και μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων στην Ένωση, οι οποίοι νοιώθουν αποξενωμένοι από την Ε.Ε. λόγω της αντιμετώπισης που τυγχάνει η Ελλάδα από αυτή. Αυτό μοιάζει να είναι το ρεαλιστικότερο σενάριο για το μέλλον του ελληνικού χρέους, το οποίο, ωστόσο, είναι και το χειρότερο για τα συμφέροντα της χώρας.

Δυστυχώς, όταν χάνεται όχι μόνο η αυτοτέλεια της νομισματικής πολιτικής ενός κράτους, αλλά και η πολιτική βούληση για εκμετάλλευση των εγχώριων δυνάμεων με στόχο την απόκτηση διαπραγματευτικής ισχύος, τότε καταλήγει να διαψεύδεται ο Nazim Hikmet, όταν έλεγε ότι «η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει«. Γιατί η σημερινή πορεία των πραγμάτων δείχνει ότι το μέλλον δεν προμηνύεται όμορφο.

Πηγές:

  1. Eurostat (2015) Eurostat – tables, graphs and maps interface (TGM) table. Available at: http://ec.europa.eu/eurostat/tgm/refreshTableAction.do?tab=table&plugin=1&pcode=teina225&language=en (Accessed: 21 February 2017).
  2. D’Erasmo, P. and Mendoza, E.G. (2015) What is a Sustainable Public Debt? Available at: https://bfi.uchicago.edu/sites/default/files/research/DErasmo-Zhang-Mendoza_HandbookDraft_0413.pdf (Accessed: 21 February 2017).
  3. Allen, K. and Wearden, G. (2017) Greece’s debt costs rise sharply as worries grow over IMF role. Available at: https://www.theguardian.com/world/2017/feb/07/greece-debt-imf-split-bailout (Accessed: 21 February 2017).
  4. OECD (2016) Global economic outlook, November 2016. Available at: http://www.oecd.org/eco/economicoutlook.htm#country_projections (Accessed: 21 February 2017).

Tagged under:

Είμαι τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του ΟΠΑ (πρώην ΑΣΟΕΕ) με κατεύθυνση τη Θεωρία Οικονομικής Πολιτικής. Τα κύρια ενδιαφέροντα μου κινούνται γύρω από το διάβασμα (εξω-πανεπιστημιακών βιβλίων για να είμαι πιο σαφής), τις ξένες γλώσσες και τα ταξίδια. Επιπλέον, καθώς θεωρώ ότι η οικονομία δεν είναι επιστήμη αλλά πρωτίστως ένας απαραίτητος κρίκος στην δόμηση-δικαιολόγηση πολιτικών επιλογών και ‘κατευθύνσεων’ (κυρίως ωστόσο το αντίστροφο) προσπαθώ να συνδυάζω στην καθημερινότητα μου την μελέτη των παραπάνω δύο. Στο πλαίσιο της Power Politics ελπίζω να μπορέσω να δώσω ερμηνείες της πολιτικής πραγματικότητας υπό το πρίσμα της οικονομίας και των τάσεών της.

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest