Η πειρατεία στο βάθος του ωκεανού

Από αρχαιοτάτων χρόνων το θαλάσσιο περιβάλλον βρίσκεται στο επίκεντρο της ανθρώπινης προσοχής, αποτελώντας βασική πηγή πλουτισμού και σημαντικότατο πεδίο διεξαγωγής εμπορίου. Η ευρείας κλίμακας οικονομική πρακτική, η ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και των αποικιών τους, και η κατακόρυφη αύξηση των δρομολογίων των εμπορικών πλοίων οδήγησαν όχι μόνο τους ιδιώτες, αλλά και τις κρατικές οντότητες σε μία επιχείρηση παράνομων πράξεων. Η εν λόγω πρακτική συνίστατο στην οικειοποίηση φορτίων, πλοίων ή και πληρωμάτων, καθώς και στη σύσταση ειδικών ομάδων που αναλάμβαναν την κατάληψη, τη λεηλασία και την ιδιοποίηση εμπορικών πλοίων άλλων χωρών. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σε αυτές τις πράξεις εντοπίζεται το έγκλημα της πειρατείας.

Εναργέστερα, με βάση τους ορισμούς του διεθνούς δικαίου, ως «πειρατεία» θεωρείται κάθε παράνομη πράξη που τελείται με ιδιωτικά κίνητρα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες πλοίου εναντίον άλλου πλοίου, προσώπου ή περιουσιακών στοιχείων στο τελευταίο, το οποίο βρίσκεται στην ανοιχτή θάλασσα – δηλαδή, σε θαλάσσια περιοχή όπου κανένα κράτος δεν ασκεί κυριαρχία. Στο σημείο αυτό, αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στην «ανοιχτή θάλασσα» με τον ορισμό της λέξης «πειρατεία» από το άρθρο 101 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αντίθετα, σε σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, παρόμοιες πράξεις που τελούνται στα χωρικά ύδατα αναφέρονται ως «ένοπλη ληστεία».

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για κατεξοχήν έγκλημα που τελείται στη θάλασσα, η ξηρά φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις πειρατικές επιχειρήσεις αφού, για παράδειγμα, είναι απαραίτητα τα ασφαλή καταφύγια για την αποθήκευση προμηθειών και σκαφών. Παράλληλα, μέσω ξηράς διατίθενται τα μέσα και οι τρόποι για την προώθηση στην παγκόσμια αγορά των κλεμμένων αγαθών και προϊόντων.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή 

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, οι πειρατές θεωρήθηκαν ως εχθροί ολόκληρης της ανθρωπότητας (bastis humani generis), καθώς σχημάτισαν ομάδες που έκαναν αισθητή την παρουσία τους για σημαντικά χρονικά διαστήματα στην Μεσόγειο Θάλασσα, την Βόρεια Ευρώπη, την Καραϊβική Θάλασσα, τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας, τη Νοτιοανατολική Ασία και την Αφρική.

Πολλαπλές κυβερνητικές προσπάθειες έχουν στρέψει την προσοχή τους στις παροχές που δίδονται στους πειρατές από τη στεριά, προκειμένου να βρεθεί λύση στο ακανθώδες αυτό ζήτημα. Από τα χρόνια της Αρχαίας Ρώμης μέχρι την εποχή της Δυναστείας Τσίνγκ (Qing) στην Κίνα, όπως και στην Αγγλία του 17ου αιώνα, οι κυβερνήσεις των κρατών έχουν εμποδίσει το έργο των πειρατών, είτε καταστρέφοντας παραθαλάσσια μέρη τα οποία αποτελούσαν σημαντικά βοηθήματα της πειρατικής δραστηριότητας, είτε καίγοντας πλοία και εκτελώντας τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Καταλυτική θέση στην αντιμετώπιση του φαινομένου κατείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθώς ο Αμερικανός ΠρόεδροςThomas Jefferson οργάνωσε το 1805 μία δύναμη ναυτικών και μισθοφόρων στο Ντέρν (Derne) της Λιβύης, στο πλαίσιο μίας ευρύτερης εκστρατείας για την καταπολέμηση της πειρατείας σε αμερικανικά εμπορικά πλοία.

Τα έτη 2007-2008 αποτελούν μία περίοδο κατά την οποία οι πειρατές κινούνταν έξω από τα λιμάνια της Σομαλίας με γρήγορα πλοία, επιτίθεντο στα πλοία, πυροβολώντας τά με ισχυρά όπλα και, ύστερα, επιβιβάζονταν, χρησιμοποιώντας σχοινιά, ενώ παράλληλα κρατούσαν ως ομήρους το πλήρωμα του εκάστοτε πλοίου. Μετά την κατάληψη, οι Σομαλοί πειρατές υποχωρούσαν και οδηγούσαν το πλοίο στα λιμάνια της Σομαλίας και τις παράκτιες πόλεις, μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την είσπραξη λύτρων. Σταδιακά, μάλιστα, προκαλούσαν καταστροφές κατά μήκος μίας μεγάλης διεθνούς ναυτιλιακής διαδρομής στα ανοικτά των ακτών της Σομαλίας, οδηγώντας τις κυβερνήσεις στην υιοθέτηση μίας διαφορετικής πολιτικής από την προγενέστερη. Το 2008 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε την Απόφαση 1851, με βάση την οποία δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός διεθνούς συνεργασίας που θα «λειτουργούσε ως σημείο επαφής μεταξύ κρατών, περιφερειακών και διεθνών οργανισμών για την καταπολέμηση της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας στην ακτογραμμή της Σομαλίας». Συγκροτήθηκε, έπειτα, το Contact Group on Piracy off the Coast of Somalia (CGPCS), ένα πολυμερές όργανο που αποσκοπεί στο συντονισμό των δράσεων στον τομέα της ναυτικής πειρατείας. Παράλληλα, ξένες ναυτικές δυνάμεις έχουν αναλάβει τη συνοδεία πλοίων τα οποία κατευθύνονται προς την ευρύτερη περιοχή των ακτών της Σομαλίας -διερχόμενα από τη διώρυγα του Σουέζ και διανύοντας τον κόλπο του Άντεν-, ώστε να ελέγχουν την ορθή και εντός ορίων αλιευτική δραστηριότητα, και να προστατεύουν την περιοχή από τον κίνδυνο των πειρατών. Οι διεθνείς αυτές ναυτικές δυνάμεις είναι η ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη με την επιχείρηση «ΑΤΑΛΑΝΤΑ» (EUNAVOR Operation ATALANTA), οι νατοϊκές επιχειρήσεις «Allied Provider», «Allied Protector»και «Ocean Shield» -με την τελευταία να αποτελεί τη μόνη νατοϊκή επιχείρηση σε ισχύ- και η ενεργοποίηση των πολυεθνικών συμμαχικών Combined Task Force 150/151 (CTF150/CTF151). Συνολικά, αυτές οι προσπάθειες καταπολεμούν την πειρατεία σε πολλαπλά μέτωπα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διενεργεί επιχειρήσεις με ελικόπτερα για την καταστροφή βάσης πειρατών στην ξηρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Γαλλία οργανώνουν μονάδες ειδικών δυνάμεων για να απελευθερώνουν ομήρους, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χρησιμοποιούν διεθνείς ιδιωτικές δυνάμεις ασφαλείας για να εκπαιδεύσουν μία μονάδα της Σομαλίας, την «Puntland» -η οποία έχει ως  έργο την περιπολία των ακτών της χώρας- και η Αφρικανική Ένωση δεσμεύει διεθνείς ειρηνευτικές δυνάμεις προκειμένου να στηρίξουν τη Σομαλική κυβέρνηση και να «αποδυναμώσουν» τα πειρατικά καταφύγια στη νότια και κεντρική Σομαλία.

Παρότι στο παρελθόν η δράση των πειρατών ήταν συνυφασμένη με την κρατική βοήθεια, οι σύγχρονες πειρατικές δράσεις διακρίνονται για τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους, με αποτέλεσμα οι πειρατές να θεωρούνται εγκληματίες – και όχι, πλέον, εχθροί. Οι νέες οικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πλοίων -λόγω των σύνθετων δομών ιδιοκτησίας και των σημαιών ευκαιρίας- δύσκολα καθιστούν σαφές ποιο κράτος οφείλει να τα υπερασπιστεί.

Μια σύγχρονη ματιά

Με καθορισμένους τους δρόμους της διεθνούς ναυσιπλοΐας, η πειρατική απειλή εγκυμονείται, καθώς βασίζεται στις ατέλειες αυτών. Οι επιθέσεις των πειρατών αυξάνουν τις τιμές των εμπορευμάτων και της ναυτικής ασφάλισης και, επομένως, το διεθνές εμπόριο κλονίζεται συνολικά. Πρόσφατες επιθέσεις έδειξαν πως ένα πλοίο μπορεί να ανήκει σε ένα κράτος -παρ’ολο που φέρει τη σημαία άλλου κράτους-, να μεταφέρει φορτία προοριζόμενα για άλλα κράτη, και να αποτελείται από πλήρωμα με υπηκόους άλλων κρατών, ενώ, ταυτόχρονα, η πειρατεία να βρίσκεται στη σφαίρα ενδιαφέροντος όλων αυτών των κρατών.

Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν δίωξη σε κάθε πειρατή που συλλαμβάνουν. Αυτό συνεπάγεται την ύπαρξη του ειδικού καθεστώτος δικαιοδοσίας έναντι των πειρατών. Ακολούθως, εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι πειρατές συχνά υποστηρίζονται από το κράτος καταγωγής τους. Γι’ αυτό το λόγο, όταν ένα κράτος προσπαθήσει να τους διώξει, είναι πιθανό το κράτος καταγωγής τους να διαμαρτυρηθεί. Συνεπώς, παρότι ποικίλλουν οι λόγοι για τους οποίους η πειρατεία είναι ιστορικά ένα πολύπλοκο αδίκημα παγκόσμιας δικαιοδοσίας, ο νόμος παραμένει απλός. Συγκεκριμένα, κάθε πλοίο που περιπολεί μπορεί να διώξει κάθε πειρατή που συλλαμβάνει, ακόμα κι αν ο πειρατής δεν έχει επιτεθεί ποτέ στη ναυτιλία των χωρών που έχουν αναλάβει την περιπολία.

Διεθνές νομικό πλαίσιο

Παρ’όλο που η παγκόσμια δικαιοδοσία για την πειρατεία αναπτύχθηκε μέσω του άγραφου εθιμικού διεθνούς δικαίου, αυτή έχει κωδικοποιηθεί στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea – UNCLOS), η οποία επικυρώθηκε από τα περισσότερα κράτη μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών – με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η UNCLOS ορίζει την πειρατεία με ευρύτερο τρόπο σε σχέση με τον εθιμικό κανόνα. Συγκεκριμένα, ορίζει ως «πειρατεία» στο άρθρο 101 «κάθε παράνομη πράξη βίας ή κράτησης ή οποιαδήποτε πράξη καταστροφής που διαπράττεται για ιδιωτικούς σκοπούς». Έτσι, η επίθεση, όπως και κάθε πράξη βίας στην ανοικτή θάλασσα είναι αξιόποινες βάσει της UNCLOS, ενώ οι ίδιες, σύμφωνα με το εθιμικό διεθνές δίκαιο, θα παρέμεναν ατιμώρητες.

Το Άρθρο 100 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ότι όλες οι χώρες έχουν υποχρέωση να συνεργάζονται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό για την καταστολή της πειρατείας στην ανοικτή θάλασσα, ή σε άλλη περιοχή που βρίσκεται έξω από τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα επί των χωρικών του υδάτων, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τα 12 ναυτικά μιλιά από τη γραμμή βάσης της ακτογραμμής του. Πέραν των 12 ναυτικών μιλίων, το καθεστώς είναι αυτό που αφορά στις ανοικτές θάλασσες – με μόνο κάποιες εξαιρέσεις ή περιορισμούς που αφορούν, κυρίως, στην οικονομική εκμετάλλευση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της Υφαλοκρηπίδας. Επιπλέον, η συνθήκη παρέχει στα παράκτια κράτη αποκλειστικά δικαιώματα μέχρι διακόσια μίλια.

Επειδή ο διεθνής νόμος της πειρατείας -όπως αυτός διατυπώνεται στα άρθρα 100 έως 107 και 110 της UNCLOS- εφαρμόζεται μόνο στην «ανοικτή θάλασσα», η UNCLOS καταλήγει στον περιορισμό των ορίων ενός κράτους όπου διεξάγεται διεθνής αστυνόμευση για πειρατεία, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία στους πειρατές να επωφελούνται από τα χωρικά ύδατα των αδύναμων κρατών με επιπτώσεις στους κόλπους, τα στενά και τα αρχιπέλαγα. Ωστόσο, αυτή η αδυναμία του καθεστώτος της UNCLOS καλύφθηκε τον Ιούνιο του 2008 με την Απόφαση 1816 (2008) του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία προβλέπει την αποστολή των ναυτικών δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζοντας ότι η επιχείρηση θα πρέπει να εφαρμόζει τα απαραίτητα μέτρα και να διενεργεί τις αναγκαίες πράξεις για την επίτευξη του σκοπού της, συμμορφούμενη με το διεθνές δίκαιο – ιδίως, με τα όσα η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει, καθώς και με τις ισχύουσες Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας 1814(2008), 1816(2008) και 1838(2008).

Μία ακόμη σχετική διεθνής συμφωνία είναι η Σύμβαση για την καταστολή παράνομων πράξεων κατά της Ασφάλειας στη Θαλάσσια Ναυσιπλοΐα (Convention for the Suppression of Unlawful Acts against the Safety of Maritime Navigation – SUA Convention), η οποία συχνά αναφέρεται στην «αεροπειρατεία στη θάλασσα» (“hijacking at sea”). Στη SUA Convention δεν χρησιμοποιείται καθόλου ο όρος «πειρατεία», ενώ έχει καταχωρηθεί ως «αντιτρομοκρατική σύμβαση». Η Σύμβαση αυτή ισχυροποιεί το σύνδεσμο πειρατείας και τρομοκρατίας, αντιμετωπίζοντας την πειρατεία ως μορφή ναυτικής τρομοκρατίας, και εξισώνοντας τη δικαιοδοτική βάση της σύλληψης και δίωξης των πειρατών με εκείνες που υπάρχουν και εφαρμόζονται, βάσει αντιτρομοκρατικών συμβάσεων για τη σύλληψη και τη δίωξη τρομοκρατών.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η διεθνής κοινότητα προχώρησε σε τροπολογία της Σύμβασης με το Πρωτόκολλο 2005 – με το οποίο προστέθηκε ένα νέο άρθρο 3 bis, το οποίο διευρύνει το πεδίο των πράξεων που μπορούν να υπαχθούν στη Σύμβαση. Παράλληλα, το άρθρο 8 της Σύμβασης προβλέπει ότι «ο πλοίαρχος του πλοίου του ενός συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να παραδώσει στις αρχές οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου κράτους κάθε πρόσωπο για το οποίο έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι έχει διαπράξει ένα αδίκημα που εμπίπτει στη Σύμβαση». Επιπρόσθετα, η ανωτέρω τροπολογία οδήγησε στην προσθήκη του άρθρου 8 bis, το οποίο αφορά στο θέμα της συνεργασίας και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθηθούν, εάν ένα συμβαλλόμενο κράτος επιθυμεί οι δυνάμεις του να επιβιβαστούν σε πλοίο που φέρει σημαία άλλου κράτους μέρους – υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν βάσιμες υποψίες πως το πλοίο ή ένα πρόσωπο που βρίσκεται στο πλοίο έχει διαπράξει, ή πρόκειται να διαπράξει, κάποιο από τα αδικήματα που η Σύμβαση ορίζει. Η άδεια και συνεργασία, δε, του κράτους σημαίας είναι απαραίτητη πριν από την εν λόγω ενέργεια. Ωστόσο, το Πρωτόκολλο αυτό δεν μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στην καταστολή της πειρατείας, διότι τα κενά που απομένουν είναι σημαντικά και αφορούν, κυρίως, ζητήματα δικαιοδοσίας και παρέκτασης αρμοδιότητας, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο με τη σύναψη διμερών συμφωνιών μεταφοράς, και νέων νομοθετικών κειμένων ειδικά για την πειρατεία.

Τρόποι καταπολέμησης της πειρατείας

Κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί -κυρίως ο ΟΗΕ-, καθώς και ορισμένες ομάδες έχουν προβεί σε διάφορες προτάσεις. Πιο συγκεκριμένα, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην ανάγκη αποκατάστασης της ασφάλειας των εμπλεκόμενων κρατών, στη στήριξη της οικονομικής τους ανάπτυξης, και τη βελτίωση της ικανότητας των τοπικών τους αρχών να καταστείλουν την πειρατεία. Ακόμη, αναγκαία κρίνεται η ενίσχυση της αυτοάμυνας των πλοίων στη θάλασσα, μέσω ανάθεσης προσωπικού ασφαλείας και εγκατάστασης προηγμένων οργάνων προσανατολισμού, μη θανατηφόρων ηλεκτρικών περιφράξεων, ηχητικού εξοπλισμού και άλλων μέτρων.

Σε ένα πρώτο στάδιο -λαμβάνοντας υπόψη ότι λίγα κράτη διαθέτουν εθνική νομοθεσία για την πειρατεία, και ότι η νομοθεσία είναι συχνά απαρχαιωμένη και στερείται σαφήνειας-, κρίνεται απαραίτητη τόσο η διαμόρφωση μίας νέας, εθνικής νομοθεσίας με σαφή ορισμό των πράξεων πειρατείας που έγκεινται  στην παγκόσμια δικαιοδοσία, όσο και η θέση της σε ισχύ για το σύνολο κρατών. Η νέα νομοθεσία μπορεί να οδηγήσει στη σύλληψη και τιμωρία των πειρατών, αλλά και να αποτελέσει εκδήλωση απροθυμίας των εθνών να επωφεληθούν από την πειρατεία.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η συνεργασία για την καταστολή της ένοπλης ληστείας στα χωρικά ύδατα είναι σημαντική μελλοντικά. Οι ένοπλες ληστείες πρέπει να αντιμετωπίζονται από παράκτια κράτη, όμως ενδέχεται να προκύψουν καταστάσεις για τις οποίες οι αστυνομικές δραστηριότητες δεν δύνανται να εκτελεσθούν από το παράκτιο κράτος. Παρ΄όλα αυτά, η πειρατεία και η ένοπλη ληστεία βασίζονται στην ξηρά, ενώ για την αποτελεσματική καταστολή τέτοιων εγκλημάτων είναι απαραίτητη η συνεργασία στα χωρικά ύδατα των παράκτιων κρατών. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ευκταία η δημιουργία μίας μορφής συνεργασίας που θα αποφασίζεται ad hoc, ανάλογα με το περιστατικό, από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Εν συνεχεία, το νομικό πλαίσιο που πρέπει να επιδιώξει ώστε η διεθνής κοινότητα να συμπεριλάβει ένα μηχανισμό που θα επιτρέπει την άσκηση δίωξης από το καταλληλότερο κράτος – από άποψη της αποτελεσματικότερης τιμωρίας και πρόληψης. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά στο συντονισμό δικαιοδοσίας, καθώς επίσης και της κατανομής της ευθύνης μεταξύ της εθνικότητας των πειρατών, των γειτονικών παράκτιων κρατών, και του κράτους θύματος.

Επιπροσθέτως, προτείνεται η σύσταση ειδικού διεθνούς ποινικού δικαστηρίου. Για παράδειγμα, η Ολλανδία πρότεινε τη δημιουργία ενός διεθνούς δικαστηρίου και φιλοξένησε άτυπες συναντήσεις με μερικά ενδιαφερόμενα κράτη, ιδίως με τη Ρωσία. Στη Γερμανία, η συμφωνία συνασπισμού μεταξύ της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης της Γερμανίας (Christian Democratic Union of Germany (CDU)) / Christian Social Union in Bavaria (CSU)] και του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (Free Democratic Party (FDP)) διερεύνησε τη δυνατότητα σύστασης ειδικού τμήματος για την πειρατεία, στο πλαίσιο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Σύνοψη

Καταληκτικά, το διεθνές δίκαιο διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην καταπολέμηση της πειρατείας, αλλά ένα σύνολο πολιτικών ενεργειών -βάσει του διεθνούς δικαίου- αποδείχθηκε ανεπαρκές για την εξάλειψή της. Ο θεμελιώδης λόγος είναι απλός: η θάλασσα είναι αχανής. Η διεθνής συνεργασία παρήγαγε θετικό αποτέλεσμα στην αποτροπή και τιμωρία των πειρατών, και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς εντατική συζήτηση μεταξύ των κρατών, σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Η ανοικτή θάλασσα αποτελεί έναν τεράστιο ανοιχτό χώρο που παραμένει εκτός της εδαφικής αρμοδιότητας οποιουδήποτε κράτους, και η προώθηση του κράτους δικαίου αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Ωστόσο πρέπει να συνεχιστεί αυτή η δραστηριοποίηση, και το «κλειδί» είναι μία σταθερή χρήση του διεθνούς δικαίου, βασισμένη στην ισχυρή πολιτική βούληση της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της.

Πηγές:

  1. United Nations. (2012). Piracy Under International Law. http://www.un.org/depts/los/piracy/piracy.htm
  2. Dutton, Υ. Μ. (2011). Pirates and Impunity: Is the Threat of Asylum
    Claims a Reason to Allow Pirates to Escape
    Justice. http://ir.lawnet.fordham.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=2277&context=ilj
  3. United Nations. Maritime Piracy: Part II.(2014). http://unctad.org/en/PublicationsLibrary/dtltlb2013d3_en.pdf
  4. Kontorovich, E. (2009). Piracy and International Law. http://jcpa.org/article/piracy-and-international-law/
  5. United Nations. (2008). SECURITY COUNCIL AUTHORIZES STATES TO USE LAND-BASED OPERATIONS IN SOMALIA, AS PART OF FIGHT AGAINST PIRACY OFF COAST, UNANIMOUSLY ADOPTING 1851 (2008). http://www.un.org/press/en/2008/sc9541.doc.htm
  6. United Nations. (2008). SECURITY COUNCIL CONDEMNS ACTS OF PIRACY, ARMED ROBBERY OFF SOMALIA’S COAST, AUTHORIZES FOR SIX MONTHS ‘ALL NECESSARY MEANS’ TO REPRESS SUCH ACTS. https://www.un.org/press/en/2008/sc9344.doc.htm
  7. . (2008). As Somali Pirates Get Bolder, Policing Them Gets Tougher. http://content.time.com/time/world/article/0,8599,1860404,00.html
  8. Seyle, C. (2015). How to End Piracy. https://www.foreignaffairs.com/articles/africa/2015-02-11/how-end-piracy
  9. Hirsch, A. (2008). Efforts to tackle epidemic hindered by lack of internationally agreed definition. https://www.theguardian.com/world/2008/nov/20/piracy-law-international-definition-commons
  10. The Guardian. (2011). Somali pirate: ‘We’re not murderers… we just attack ships’. https://www.theguardian.com/world/2011/may/24/a-pioneer-of-somali-piracy
  11. Rice, X. (2008). US wants to track down Somali pirates on land. https://www.theguardian.com/world/2008/dec/11/piracy-somalia
  12. HuffPost. (n.d.). Seeking Woodes Rogers: Piracy, Terrorism and International Law. http://www.huffingtonpost.com/richard-spilman/seeking-woodes-rogers-pir_b_151706.html
  13. HuffPost. (n.d.). Fighting Pirates With Paper: How the Law of the Sea Is Important in the Fight Against Piracy. http://www.huffingtonpost.com/mark-v-vlasic/law-of-the-sea_b_1307497.html
  14. Azubuike, L. (2009). International Law Regime Against Piracy. http://digitalcommons.law.ggu.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1127&context=annlsurvey
  15. Fiennes, G. (1918) Sea power and freedom; a historical study. https://archive.org/details/seapowerfreedomh00fien
  16. Hfw.com. (n.d.). Safety at sea – with particular reference to piracy. http://www.hfw.com/Safety-at-sea

Tagged under:

Η Όλγα Κουρελή είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει συμμετάσχει σε διπλωματικά συνέδρια και προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Model United Nations, Model European Union). Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα εντοπίζονται σε τομείς του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, των Διεθνών Σχέσεων και στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στόχος της είναι να εμβαθύνει τις σπουδές της στο αντικείμενο των διεθνών σχέσεων και να καταφέρει να συνεισφέρει στη διεθνή πολιτική ατζέντα.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest