Η Ρωσική ενεργειακή πολιτική και η τέχνη της γεωοικονομίας

Αυτό το άρθρο είναι το 4ο μέρος από τα 4 με τίτλο: Ανάλυση της Ρωσικής Ισχύος

Η τέχνη της Γεωοικονομίας

Στο πρόσφατο βιβλίο τους με τίτλο «War by other means: Geoeconomics and Statecraft», οι Robert D.Blackwill και Jennifer M. Harris ορίζουν τη γεωοικονομία ως τη «χρήση οικονομικών μέσων με σκοπό την προώθηση και την υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος, και την απόκτηση ευεργετικών γεωπολιτικών αποτελεσμάτων». Επίσης, η γεωοικονομία «περιλαμβάνει, αντίστοιχα, και τον αντίκτυπο των οικονομικών πράξεων άλλων κρατών στους γεωπολιτικούς στόχους μιας χώρας».  Η ενέργεια, όντας ένα αγαθό ζωτικής σημασίας, θεωρείται ως ένα κατεξοχήν όργανο προβολής γεωοικονομικής ισχύος. Για τους συγγραφείς, η χώρα που πρωταγωνιστεί στην ενεργειακή γεωπολιτική σκακιέρα καλύτερα από τον οποιονδήποτε (Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Νορβηγία κλπ), είναι η Ρωσία.

Ο ενεργειακός τομέας αποτελεί βασική πτυχή της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, και είναι σημαντικός πυλώνας για τη στρατηγική της απέναντι στην Ευρώπη. Για τον Vladimir Putin, ο ρόλος της Ρωσίας στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη γεωπολιτική της επιρροή, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Με την άνοδο του Putin στην εξουσία, στις αρχές της χιλιετίας, η ρωσική ενεργειακή επιρροή έφτασε σε νέα πρωτόγνωρα και θεόρατα επίπεδα. Αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, συγκυριακούς αλλά και σχεδιασμένους:

  • Πρώτον, ευνοήθηκε από τις υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου την περίοδο 2000-08.
  • Δεύτερον, ανέλαβε η ίδια η κυβέρνηση Putin τον έλεγχο του ρωσικού ενεργειακού τομέα. Στις αρχές της χιλιετίας, ο Putin, αναλαμβάνοντας τα ηνία μιας αποδυναμωμένης και κατακερματισμένης Ρωσίας, προχώρησε σε μια κίνηση «roi-mat», επαναθέτοντας τον ενεργειακό τομέα υπό κρατικό έλεγχο, μετά από μια δεκαετία άκρατων ιδιωτικοποιήσεων. Οι κρατικές εταιρίες-κολοσσοί Gazprom, Rosneft και Transneft λειτούργησαν και λειτουργούν ως βραχίονες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, επαναδιαπραγματευόμενες ενεργειακές συμφωνίες υπό σκληρότερους όρους, σε πλήρη συνεννόηση-συντονισμό με την κεντρική ρωσική κυβέρνηση και τις στρατηγικές της επιταγές. Μετατρέποντας το «παλαιό σύστημα ολιγαρχών» της δεκαετίας του 1990 σε ένα δίκτυο  διαχειριστών «πιστών» προς τον ίδιο, κατόρθωσε να αναγάγει τον ενεργειακό τομέα σε μοχλό διατήρησης της πολιτικής του ισχύος.
  • Τρίτον, κινήθηκε επιθετικότερα στο εξωτερικό, φιλοδοξώντας να αποκτήσει έλεγχο και λόγο επί των ενεργειακών projects, με σημαντικότερων αυτών των αγωγών που μεταφέρουν τα ενεργειακά της αποθέματα. Είναι εμφανής μια προσπάθεια εκ μέρους της Ρωσίας να συγκεράσει ασφάλεια και ενέργεια, εκμεταλλευόμενη και το γεγονός ότι η γεωγραφική εγγύτητά της με ορισμένες χώρες – και ιδιαίτερα όσον αφορά νεοπαγή μέλη της Ε.Ε. – τις κάνει να εξαρτώνται ενεργειακά σε βαθμό σχεδόν αποκλειστικό.

Όντας πρώτη και δεύτερη χώρα σε αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου αντίστοιχα, η ενεργειακή πολιτική αποτελεί για τη Ρωσία βασικό πυλώνα της εξωτερικής της πολιτικής. Χαρακτηριστικά, τα ετήσια έσοδα από τον ενεργειακό τομέα καλύπτουν περίπου το 50% των συνολικών κρατικών εσόδων. Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι, η ενέργεια συνεισφέρει ουσιωδώς και στην εσωτερική πολιτική σταθερότητας της χώρας, καθώς χρησιμοποιείται ως μέσο εξασφάλισης της πολιτικής αποδοχής των Ρώσων πολιτών, τους οποίους η κυβέρνηση φροντίζει να προμηθεύει σε χαμηλές τιμές. Τα έσοδα από την εξαγωγή ενέργειας, αλλά και τη φορολόγησή της, τροφοδοτούν επίσης τα δύο ρωσικά κρατικά ταμεία: Το Αποθεματικό ταμείο («Τhe Reserve Fund») και το Εθνικό Ταμείο Πλούτου («National Wealth Fund»).

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες ενέργειας έχουν αναπτύξει αυτόνομη -σε ένα βαθμό- δράση, μειώνοντας το ρόλο του κράτους, σε αντίθεση με τη ρωσική περίπτωση, όπου η Gazprom μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και ως ένας βραχίονας της ρωσικής πολιτικής.

Ο ρόλος του κράτους ασφαλώς και παραμένει κεντρικός στις χώρες της Δύσης, ωστόσο όχι στο βαθμό που ισχύει στην περίπτωση της Ρωσίας. Εκμεταλλευόμενο αυτή την ειδοποιό διαφορά, το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί ως άλλο ένα όπλο του την προσφορά ελκυστικών μεριδίων συνεργασίας σε ξένες εταιρείες για ενεργειακά projects (βλ. ENI, BP κλπ). Προωθεί κοινοπραξίες μεταξύ ξένων κολοσσών ενέργειας, χρησιμοποιώντας την πλεονεκτική του θέση προκειμένου να επωφεληθεί, μεταξύ άλλων, και από διάχυση τεχνογνωσίας. Τα οικονομικά συμφέροντα τιθασεύονται από το στενό έλεγχο του κράτους, αποκτώντας στενά γεωπολιτικό περιεχόμενο. Πρόκειται για μια δυνατότητα την οποία στερούνται οι ΗΠΑ, οι χώρες της Ε.Ε. και η Ιαπωνία.

Η Ε.Ε, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης και ο μετα-σοβιετικός χώρος

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία ανέκαθεν χρησιμοποιείται από το Κρεμλίνο ως διαπραγματευτικό όπλο, και ως μοχλός πίεσης προς εξυπηρέτηση γεωπολιτικών στόχων. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, η αναζήτηση καθαρότερων πηγών ενέργειας έχει αυξήσει τη σημασία του φυσικού αερίου. Τα κοιτάσματα υδρογονάνθρακα εντός της Ευρώπης δεν επαρκούν για την κάλυψη της τεράστιας ζήτησης στο εσωτερικό της. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Ρωσία αποτελεί το μεγαλύτερο παραγωγό φυσικού αερίου, και τον τρίτο μεγαλύτερο σε πετρέλαιο παγκοσμίως, είναι λογικό το ενεργειακό κομμάτι να συνδέεται έντονα με όλο το φάσμα των εξωτερικών της σχέσεων, με ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ε.Ε. Εξάλλου, κατά καιρούς, πολλοί μελετητές και Αμερικάνοι αναλυτές πολιτικής, ασπαζόμενοι μια ψυχροπολεμική θεώρηση, έχουν κινδυνολογήσει, θεωρώντας την ενέργεια ως το μέσο της Ρωσίας για τη διάσπαση της Ευρω-Ατλαντικής ενότητας που θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε απαγκίστρωση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ.

Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι η εξάρτηση αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό αμφίδρομη, εφόσον η ευρωπαϊκή αγορά αποτελεί τη σημαντικότερη διέξοδο για το ρωσικό αέριο και πετρέλαιο. Τυχόν απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς από το ρωσικό ενεργειακό πελατολόγιο θα συνεπαγόταν οδυνηρές απώλειες και χρεωκοπία του ρωσικού δημοσίου. Επομένως, δεν πρόκειται τόσο για μια σχέση εξάρτησης, αλλά περισσότερο μια σχέση αλληλεξάρτησης. Για αυτό και η Ρωσία επεδίωξε, με τη σειρά της, να διαφοροποιήσει το πελατολόγιό της, στρεφόμενη και προς Ανατολάς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Κίνα – μια κίνηση που θα αναλυθεί παρακάτω.

Παρόλα αυτά, η αγορά της Ευρώπης παραμένει, για την ώρα, ζωτικής σημασίας για τη Ρωσία, ως ο μεγαλύτερος αποδέκτης των εξαγωγών της. Η Ρωσία συνολικά καλύπτει  το 1/3 της ευρωπαϊκής ζήτησης για φυσικό αέριο, ωστόσο περίπου το μισό μεταφέρεται μέσω Ουκρανίας.

gas-dependence-1

Γράφημα που απεικονίζει την εξάρτηση (σε ποσοστό %) Ευρωπαϊκών κρατών από Φυσικό Αέριο που παρέχει η Ρωσία. (Πηγή Eurogas Statistical Report, Deutsche Bank Research)

Την ίδια ώρα που η Βόρεια Αμερική μεγιστοποιεί το βαθμό της ενεργειακής της αυτάρκειας, και τα ενεργειακά projects στην Κίνα και την Άπω Ανατολή γενικότερα κωλυσιεργούν λόγω διαφοράς στο επίπεδο των τιμών, η Ρωσία στηρίζεται για ακόμη μια φορά στο ενεργειακό μονοπώλιο που διαθέτει στην Ευρωπαϊκή αγορά.

Τα τελευταία χρόνια, ο μονοπωλιακός έλεγχος της αγοράς της Βόρειας Ευρώπης έχει πλήρως εδραιωθεί, όπως άλλωστε καταδεικνύει η δυναμική του σχεδιαζόμενου αγωγού Nord Stream 2, αγωγού που αποσκοπεί στην παράκαμψη της Ουκρανίας ως διαμετακομιστικού διόδου. Ωστόσο, όσον αφορά τη Νότια Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η ρωσική ενεργειακή πρωτοκαθεδρία, δεν είναι διόλου εξασφαλισμένη. Η πολιτική της Ουάσινγκτον συνεπάγεται την ανάσχεση ρωσικών ενεργειακών σχεδίων, και την προώθηση ελκυστικών εναλλακτικών, με κύριο προμηθευτή το φιλοδυτικό Αζερμπαϊτζάν και χώρα-κόμβο τη συμμαχική Τουρκία. Η Ρωσία καλείται να «αντιμετωπίσει’» και να «προλάβει» ανταγωνιστικά σχέδια, όπως για παράδειγμα τον αγωγό ΤAP. Αυτό το σκεπτικό βρισκόταν πίσω από τα σχέδια για τους Turkish και South Stream.

Ωστόσο, η ρωσική ενεργειακή στρατηγική δεν τελειώνει εδώ. Δεν αρκείται στην επέκταση και θεμελίωσή της ως βασικό προμηθευτή της Ε.Ε, αλλά, επιπρόσθετα, φροντίζει να εμποδίσει την εξεύρεση εναλλακτικών, στο βαθμό που δύναται και της το επιτρέπει η γεωπολιτικής της θέσης και ισχύς. Ως εκ τούτου, η Ρωσία έχει χρησιμοποιήσει τη θέση της ως εγγυητής ασφαλείας αυτών, για να εμποδίσει τις χώρες της κεντρικής Ασίας -όπως, για παράδειγμα, το Καζακστάν- να τροφοδοτήσουν την Ευρώπη με δικό τους φυσικό αέριο.

turkish-stream-southern-energy-corridor

Για να διατηρήσει την επιρροή της στις γειτονικές χώρες του μετά-σοβιετικού χώρου, η Ρωσία έχει κατά καιρούς επιδοθεί σε μια σειρά μέσων πίεσης με κεντρικό γνώμονα την ενεργειακή της πολιτική, είτε μέσω του ελέγχου της περιφερειακής ενεργειακής παραγωγής -όπως στην περίπτωση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Αζερμπαϊτζάν και του Καζακστάν-, είτε παρέχοντας αέριο και πετρέλαιο, σε φθηνές τιμές, σε χώρες που διάκεινται φιλικά προς τη Μόσχα, είτε, τέλος, με το ρωσικό έλεγχο επί των ενεργειακών υποδομών.

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί η Ρωσία το πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην εξωτερική της πολιτική, θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την τακτική του «καρότου και του μαστιγίου». Από τη μία πλευρά, το πετρέλαιο και το αέριο χρησιμοποιούνται από το Κρεμλίνο για την προσέλκυση συμμάχων, είτε εντός της Ε.Ε. («καρότο») είτε σε περιοχές ευαίσθητες του μετα-σοβιετικού χώρου. Από την άλλη, χρησιμοποιούνται, επίσης, για την τιμωρία κρατών που εναντιώνονται στη Ρωσία, με την απειλή παγώματος της τροφοδοσίας ή μέσω ακριβότερων τιμών στις επιμέρους ενεργειακές συμφωνίες («μαστίγιο»).

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί αυτό της Ουκρανίας. Κατά καιρούς, η Ρωσία έχει «εκβιαστικά» διακόψει τη ροή ενέργειας προς την Ουκρανία κατά τη χειμερινή περίοδο, προκειμένου να φέρει εγγύτερα το Κίεβο προς τη ρωσική σφαίρα επιρροής, διατηρώντας, έτσι, την πρωτοκαθεδρία επί του ζωτικού της χώρου. Αντίστοιχα, το Κρεμλίνο προσφέρει, από το 2014 και έπειτα, σημαντική οικονομική βοήθεια στην αποσχισμένη Κριμαία.

Στροφή προς Ανατολάς

Κατά αντιστοιχία με τις προσπάθειες της Ε.Ε. για διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθευτών της, η Ρωσία διερευνά τις δυνατότητες διαφοροποίησης των πελατών της, στρεφόμενη, κατά συνέπεια, προς Ανατολάς. Η ακμάζουσα αγορά της Ανατολικής Ασίας προβάλει νέες ευκαιρίες. Υπό αυτό το πρίσμα υπεγράφη μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, το περασμένο έτος, συμφωνία 30ετούς διάρκειας για την κατασκευή του αγωγού «Power of Siberia», συνολικού κόστους 400 δισεκατομμυρίων ευρώ. Υπολογίζεται να μεταφέρει περίπου 100 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Μακροπρόθεσμα, τυχόν επέκταση του ρωσικού «pivot» προς Ασία θα διευκόλυνε τη Ρωσία να μετατρέψει την ενεργειακή σχέση αλληλεξάρτησης με Ε.Ε. σε ασύμμετρη, ανατρέποντας τα δεδομένα. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, η αγορά της Ε.Ε. θα παραμείνει ζωτικής σημασίας για τη Ρωσία.

power-of-siberia

Βέβαια οι χώρες της Άπω Ανατολής, αντιστοίχως, έχοντας δει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται πολιτικά το ρόλο του προμηθευτή το Κρεμλίνο, αναμένεται να αποφύγουν την εκτεταμένη ενεργειακή εξάρτηση, ιδιαίτερα μετά την ανάδυση του Ιράν ως δυνητική πηγή.

Η χαοτικά εκτενής ανατολική πλευρά της Ρωσίας παρέχει θαλάσσια πρόσβαση στον Ειρηνικό, όπως επίσης και εδαφικές διόδους προς την Κίνα και την κορεάτικη Χερσόνησο. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αυτήν τη σχέση το πάνω χέρι διαθέτει το Πεκίνο αντί της Μόσχας, καθώς αναμένεται να την εξαναγκάσει σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις, εκμεταλλευόμενο τη ρωσική ανάγκη διαφοροποίησης των προμηθευτών.

Η εισαγωγή του «Ανατολικού Οικονομικού Φόρουμ» έδωσε στη Ρωσία μια αξιόπιστη πλατφόρμα διερεύνησης οικονομικών ευκαιριών στην περιοχή. Αναμφίβολα, η ενεργειακή σφαίρα αποτελεί τη ζωτικότερη πτυχή αυτών των ευκαιριών, και ιδιαίτερα στις τρεις πιο δυναμικές ασιατικές αγορές: αυτήν της Ινδονησίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας – χώρες που βρίσκονται εγγύτερα στην πλούσια σε υδρογονάνθρακες ανατολική Σιβηρία, απ’ ό,τι η ίδια η Μόσχα. Μάλιστα, το άνοιγμα στην Ιαπωνία, που τυγχάνει να αποτελεί και τον τέταρτο μεγαλύτερο αγοραστή πετρελαίου παγκοσμίως, επιχειρεί να μετριάσει τη σημασία της Κίνας ως αγοραστή, εξοπλίζοντας το Κρεμλίνο με ακόμη μια αξιόπιστη εναλλακτική.

Ενδεικτικό της αμοιβαίας διάθεσης για εταιρική εμβάθυνση αποτελεί το γεγονός ότι, ακόμη και στην ανοικτή 70ετή διμερή διαμάχη για τους νήσους Kuril, φαίνεται να βρισκόμαστε εγγύτερα από ποτέ προς μια επίλυση. Άλλωστε, η Ιαπωνία αποτελεί μια βιομηχανική μεν χώρα, με ελάχιστα έως ανύπαρκτα, όμως, κοιτάσματα πρώτων υλών, για την κάλυψη των υψηλών αναγκών της 3ης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη. Το πυρηνικό ατύχημα στο εργοστάσιο της Fukoshima, που έλαβε χώρα το 2011, αναπόφευκτα οδήγησε τους Ιάπωνες ιθύνοντες προς αναζήτηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας, με επικρατέστερη -προς το παρόν- τη λύση του φυσικού αερίου. Για αυτό και σήμερα έχει ήδη επικρατήσει ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας φυσικού αερίου, ξεπερνώντας ακόμα και τη Γερμανία.

Ως επί το πλείστον, το Τόκιο εισάγει υγροποιημένο αέριο (LNG). H Ρωσία, προς το παρόν, αποτελεί μόλις τον 5ο μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG στη χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου, ακολουθώντας τη Μαλαισία (19%), την Αυστραλία (18%), το Κατάρ (15%) και την Ινδονησία (12%).»Τρέχοντας», λοιπόν, να προλάβει τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα του Υγροποιημένου Αερίου (LNG), ολοκλήρωσε πέρσι σχετική συμφωνία με τη Σιγκαπούρη, ενώ στο κομμάτι της πυρηνικής ενέργειας ξεχωρίζει η επίσης περσινή συμφωνία μεταξύ της ρωσικής Rosatom και της κυβέρνησης της Ινδονησίας, για την κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η Μόσχα φροντίζει να επενδύει και στην πυρηνική ενέργεια, με ιδιαίτερη έμφαση στη Μέση Ανατολή, έχοντας ήδη διεκπεραιώσει συμφωνίες με την Αίγυπτο, την Ιορδανία, την Αλγερία, αλλά και τη Σαουδική Αραβία. Αντίστοιχα, σχεδιάζεται και ο πρώτος πυρηνικός αντιδραστήρας στην Τουρκία, σχέδιο με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα, παρά το γεγονός ότι έμεινε προσωρινά πίσω, στον απόηχο του επεισοδίου του περασμένου Νοεμβρίου.

Προκλήσεις και στοιχήματα

Δυο κύρια -και μάλλον αναπάντεχα- γεγονότα έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της ρωσικής ενεργειακής επιρροής: Η αμερικάνικη επανάσταση σχιστολιθικού αερίου, το 2011, και η ξαφνική πτώση των τιμών του πετρελαίου, το 2014. Επιπλέον, διαχρονικά ζητήματα, όπως η σταδιακή μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας και οι εσωτερικές παθογένειες του ρωσικού κρατικού ολιγοπωλίου, επιτείνουν την ανασφάλεια.

Η πρώτη αναμένεται να μεταμορφώσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας, αναδιαμορφώνοντας έτσι και το γεωπολιτικό τοπίο. Καθιστώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ενεργειακά αυτάρκεις, μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να τις μετατρέψει σε εξαγωγό ενέργειας, εφοδιάζοντας την Ευρώπη με μια αξιόπιστη εναλλακτική. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα δεν αναμένεται να πλήξει το ρωσικό μονοπώλιο, με την απειλή εκ Κασπίας να φαντάζει μεγαλύτερη. Θα μπορούσε, όμως, να πετύχει ένα καίριο πλήγμα σε επίπεδο τιμών.

Αποτελεί, εξάλλου, εγγενή αδυναμία της ρωσικής γεωοικονομικής ισχύος, ο βολονταρισμός που χαρακτηρίζει τον ενεργειακό τομέα σε επίπεδο τιμών – όπως άλλωστε έχει αποδειχθεί τα τελευταία χρόνια, όπου οι τιμές του πετρελαίου έχουν φτάσει σε επίπεδα άνευ προηγουμένου.

Όσον αφορά την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τυχόν οικοδόμηση ενιαίας ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, σε συνέχεια του »Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου», θα συνιστούσε ένα δυνατό πολιτικό παίχτη, αποστερώντας τη Μόσχα από την τακτική του »διαίρει και βασίλευε» που, προς το παρόν, εφαρμόζει εντός της Ένωσης.

Ακόμη, παρά τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει ο κρατικός έλεγχος του ενεργειακού κλάδου, εμπεριέχει και ορισμένες διόλου αμελητέες αδυναμίες: Καταρχάς, ο κολοσσός φυσικού αερίου Gazprom έχει απολέσει τα τελευταία χρόνια το συγκριτικό της πλεονέκτημα σε τεχνογνωσία, ενώ παράλληλα αδυνατεί να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Αντίστοιχα, η Rosneft χρήζει επίσης εκσυγχρονισμού. Επιπλέον, η διαφθορά αποτελεί εγγενές στοιχείο εντός αυτών των εταιρειών, πρόβλημα που είχε επί έτη καλυφθεί από την επικερδή αγορά ενέργειας. Με την πτώση, όμως, των τιμών, το πρόβλημα αποκαλύφθηκε έκδηλα και, πλέον, απειλεί τη βιωσιμότητά τους.

Τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, σε μια εποχή όπου η διεθνής κοινότητα καλεί εντατικοποίηση της χρήσης εναλλακτικών πηγών ενέργειας, και μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας -με γνώμονα την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής και τη συμφωνία του Παρισιού-, η Ρωσία οφείλει να επενδύσει περισσότερο σε αυτές τις μορφές ενέργειας, διαφοροποιώντας, παράλληλα την εξαρτημένη από το πετρέλαιο και το αέριο οικονομία της.

Πηγές:

  1. Gusev, A. (2015) Russian Energy Policies Revisited. Edited by Kirsten Westphal. Berlin: Stiftung Wissenschaft und Politik German Institute for International and Security Affairs.Available at: https://www.swp-berlin.org/fileadmin/contents/products/research_papers/2015RP08_gsv_wep.pdf (Accessed: 7 December 2016).
  2. Keohane R. και Nye J. S., 2011, Power and Interdependence, 4th Ed., NY, Longman. Pp.25-26
  3. Mark Leonard & Nicu Popescu, A Power Audit of EU-Russia Relations, European Council on Foreign Relations, 2007, p.23
  4. Rapoza, K. (2015) Russia, china get energy deals under way. Available at: http://www.forbes.com/sites/kenrapoza/2015/06/03/russia-china-get-energy-deals-under-way/#bef5880477ad (Accessed: 7 December 2016).
  5. TASS (2015) China expects Russia to supply 100 bcm gas annually — CNPC. Available at: http://tass.com/economy/824749 (Accessed: 7 December 2016).
  6. liberal.gr (2016) Ρωσικό ρουά ματ στην Ανατολική Μεσόγειο! Available at: http://www.liberal.gr/arthro/88169/amyna–diplomatia/2016/rosiko-roua-mat-stin-anatoliki-mesogeio.html (Accessed: 7 December 2016).
  7. Krickovic A., 2015, When Interdependence Produces Conflict:EU–Russia Energy Relations as a Security Dilemma, στο Contemporary Security Policy issue 1, vol. 36, p.16,18
  8. In Russia, a new strategy for a new pipeline (2015) Available at: https://www.stratfor.com/analysis/russia-new-strategy-new-pipeline (Accessed: 7 December 2016).
  9. Randall Newnham Oil, carrots, and sticks: Russia’s energy resources as a foreign policy tool, Journal of Eurasian Studies,  2011, pp.137-138
  10. GM&TS sign LNG supply agreement with pavilion gas (2015) Available at: http://www.gazprom.com/press/news/2015/october/article250038/ (Accessed: 7 December 2016).
  11. Sputnik (2015) Russia, Indonesia sign memorandum on building high-power, floating NPPs. Available at: https://sputniknews.com/business/201509171027132036/ (Accessed: 7 December 2016).
  12. The Paris Agreement (2012) Available at: http://unfccc.int/paris_agreement/items/9485.php (Accessed: 7 December 2016).
  13. Indeo, F. (2014) The Impact of the ‘Shale Gas Revolution’ on Russian Energy Strategy. Available at: http://nautilus.org/napsnet/napsnet-special-reports/the-impact-of-the-shale-gas-revolution-on-russian-energy-strategy/ (Accessed: 8 December 2016).
  14. Brown, D. and Diplomat, T. (2015) Energy and trade in Russia’s far east realignment. Available at: http://thediplomat.com/2015/12/energy-and-trade-in-russias-far-east-realignment/ (Accessed: 8 December 2016).
  15. Robert D. Blackwill, Jennifer M. Harris, «War by OthER Means:GEOPOLITICS AND STATECRAFT.», Belknap Press, 2016, p.20
Πλοήγηση στις σειρές<< Ρωσικό Θαλάσσιο Δόγμα: Ενισχύοντας τη Ρωσική Θαλάσσια Ισχύ

Tagged under:

Τελειόφοιτος φοιτητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με κατεύθυνση τις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στο Κέντρο Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιο-ανατολικής Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ). Επίσης έχει ολοκληρώσει πρακτικές στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ) και στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest