Η Ρωσική Επανάσταση: η πτώση της αυτοκρατορίας και η γέννηση της Σοβιετικής Ένωσης (1917-1922)

Πρόλογος

Όταν αναβιώνουμε το ματωμένο ιστορικό του προηγούμενου αιώνα και τις συνεχείς πολεμικές συρράξεις, γίνεται αντιληπτό πως ο «πόλεμος για να τελειώσει όλους τους πολέμους«, δηλαδή ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, διατηρεί μια περίτρανη θέση ως το διεθνές έναυσμα αυτής της αιματοχυσίας. Περισσότερα από 100 χρόνια αργότερα, μνημονεύεται για τις αμέτρητες συνέπειές του: τις υλικές καταστροφές, τις απώλειες ανθρώπινων ζωών, την πτώση τεσσάρων αυτοκρατοριών, την ευρωπαϊκή κρίση, αλλά και τη δημιουργία ενός -για τα δεδομένα της εποχής- καινοτόμου και ελπιδοφόρου θεσμού – δηλαδή, της Κοινωνίας των Εθνών. Αρκετοί, ωστόσο, επιλέγουν να τον θυμηθούν για την Οκτωβριανή Επανάσταση και τον εμφύλιο στον οποίο οδήγησε τη ρωσική αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με άλλους εσωτερικούς παράγοντες.

Παρά τις επιδράσεις του διεθνούς συστήματος στην εσωτερική πολιτική σκηνή της τέως Σοβιετικής Ένωσης, οι εσωτερικές διαμάχες και τα πολιτικά δρώμενα που διαδραματίστηκαν στη ρωσική αυτοκρατορία αποδεικνύουν τη σημασία της δεύτερης εικόνας του Kenneth Waltz για τη διευκρίνιση της συμπεριφοράς των κρατών. Συγκεκριμένα, ο Kenneth Waltz πρόσφερε μια θεωρία τριών εικόνων στη διεθνή κοινότητα, με σκοπό να εξηγήσει τα αίτια του πολέμου: την πρώτη εικόνα του ανθρώπου, τη δεύτερη εικόνα του κράτους, και την τρίτη εικόνα του διεθνούς συστήματος, στην οποία και κατέληξε για να προσδιορίσει τα αίτια που οδηγούν τα κράτη σε πόλεμο. Όμως, τα παραδείγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης και του ρωσικού εμφυλίου πολέμου αναδεικνύουν την ιδέα ότι τόσο το εξωτερικό, όσο και το εσωτερικό περιβάλλον ενός κράτους επηρεάζουν την κρατική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν κύκλο κρατικών και διεθνών αλληλεπιδράσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα την κρατική συμπεριφορά όπως την ξέρουμε μέσα από το ιστορικό πλαίσιο.

Το προοίμιο της Επανάστασης

Η ρωσική επανάσταση του 1917 ουσιαστικά διαχωρίστηκε σε δύο μέρη, στη Φεβρουαριανή και στην Οκτωβριανή, καθεμία από τις οποίες αφορούσε σε αρκετά διαφορετικές πτυχές της ρωσικής πολιτικής σκηνής. Η επανάσταση αυτή αποτέλεσε το φυσικό επακόλουθο μιας συνεχούς πορείας αναταραχών, δραστικών γεγονότων και ιδεών εντός και εκτός της ρωσικής αυτοκρατορίας. Παραδείγματα του εσωτερικού χώρου ήταν οι ιδέες της Αικατερίνης Β’ (1729-1796) για επικράτηση της δημόσιας τάξης, η δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου Β’ (1881) από τρομοκρατικό χτύπημα, καθώς και η φύση του απολυταρχικού τσαρικού καθεστώτος. Από την άλλη πλευρά, παραδείγματα του εξωτερικού χώρου αποτέλεσαν η βιομηχανική και η γαλλική επανάσταση, οι καπιταλιστικές ιδέες που επικράτησαν, και η κυριαρχία του υλισμού σε όλο τον δυτικό κόσμο και στις αποικίες του.

Ο Fyodor Dostoyevsky (1821-1881) επέμεινε στην κυριαρχία του υλισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, στην ανάγκη της Ρωσίας να σταματήσει αυτό το είδος ειδωλολατρικού υλισμού, και στον επικείμενο διεθνή πόλεμο. Προοίμιο της Επανάστασης του 1917 αποτέλεσε η Επανάσταση του 1905. Η τελευταία ξεκίνησε στις 9 Ιανουαρίου, και συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, έχοντας ως απότοκο τoν θάνατο πολλών Ρώσων, την οργάνωση των εργατών σε soviet και τη θέσπιση νομοθετικών συνελεύσεων (Duma), οι οποίες υπέδειξαν επανειλημμένα την απολυταρχική φύση του τσαρικού καθεστώτος.

Ως soviet αποκαλούνταν συμβούλια τα οποία διαχωριζόντουσαν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το αν συγκαλούνταν από εργάτες, στρατιώτες ή αγρότες. Μετά το πραξικόπημα των Μπολσεβίκων (coup d’etat), τα soviet συσπειρώθηκαν σε κοινό όργανο. Οι περίφημοι Μπολσεβίκοι, με ιδρυτή τον Lenin και αρχηγό τον Trotsky, ήταν η ηγετική ομάδα των εργατών και των στρατιωτών του επαναστατικού ρεύματος της Ρωσίας, και η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου. Αργότερα, αποτέλεσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 οδήγησε στο τέλος του απολυταρχισμού και της τσαρικής μοναρχίας στη Ρωσία, όπου -μετά από τεράστιες απεργίες, δυναμικές διαδηλώσεις και αίτημα για παραίτηση του Τσάρου από την τέταρτη Duma και την Εκτελεστική Επιτροπή του soviet της Πετρούπολης- ο Νικόλαος Β’ (1868-1918) υποχώρησε, αφήνοντας πίσω του τον πρίγκιπα Lvov (1861-1925) ως Πρωθυπουργό της Προσωρινής Κυβέρνησης. Ο τελευταίος ήταν αντιπρόσωπος της αστικής τάξης και υποστηρικτής της συνέχισης του πολέμου, μέχρι τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της Ρωσίας επί των Κεντρικών Δυνάμεων. Όμως, η συμμετοχή της Ρωσίας -με βάση τα δεδομένα της τότε ανάπτυξής της- στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ένα στρατηγικό λάθος.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση και το soviet του Petrograd (Πετρούπολης) αποτελούσαν τη Δυαδική Εξουσία της Ρωσίας, παρά το γεγονός ότι το δεύτερο είχε μεγαλύτερη επιρροή από την πρώτη. Ο συγχρονισμός της μετατροπής της προλεταριακής επανάστασης σε κοινή συνείδηση, και της επιστροφής του Lenin και της ενίσχυσης των Μπολσεβίκων, ήταν αυτό που χρειαζόταν ο ρωσικός λαός για την παύση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την εναντίωση στην καπιταλιστική κυβέρνηση.

Από τη Φεβρουαριανή στην Οκτωβριανή Επανάσταση

Είναι γνωστό ότι το έργο της επανάστασης έχει δύο πράξεις: την καταστροφή του παλιού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση νέου. Ο στόχος της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν το πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη πράξη. Συγκεκριμένα, μέρος των επαναστατών πίστευαν ότι η πρώτη πράξη έπρεπε να συνεχιστεί, γιατί είχε μείνει ανολοκλήρωτη λόγω των συνεχών διώξεων από την κυβέρνηση. Από την άλλη, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές στόχευαν στη Συντακτική Συνέλευση του Δεκεμβρίου για διόρθωση της κατάστασης. Το κόμμα των Μπολσεβίκων, όμως, μοιραζόταν το λαϊκό αίσθημα ότι η εν λόγω Συνέλευση αναβαλλόταν συνεχώς, και ότι οι στόχοι για ειρήνη, γη και έλεγχο της βιομηχανίας από τους εργάτες, καθώς και εγκαθίδρυση κυβέρνησης της εργατικής τάξης, δεν θα επιτυγχάνονταν μέσω αυτής. Μάλιστα, η Συνέλευση αυτή χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να μην συγκληθεί το Γενικό Ρωσικό Κογκρέσο του Σεπτεμβρίου από την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή του Πανρωσικού Soviet (Tsay-ee-kah), παραβιάζοντας έτσι το Σύνταγμα των εργατικών και στρατιωτικών soviet.

Μέσα σε αυτή τη διαμάχη, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές έφτιαξαν μια κυβέρνηση συνασπισμού με την προνομιούχα αστική τάξη, χάνοντας για πάντα την εμπιστοσύνη του λαού, και σφραγίζοντας την επικείμενη ήττα τους. Αμέσως μετά, στράφηκαν εναντίον των επαναστατών, προσπαθώντας να αφοπλίσουν το στρατιωτικό τους όργανο, την Κόκκινη Φρουρά, και να συλλάβουν όσους περισσότερους Μπολσεβίκους μπορούσαν να εντοπίσουν. Χαρακτηριστική ήταν η φράση ότι «προτιμούσαν τους Γερμανούς από τους επαναστάτες συμπατριώτες τους«. Οι πράξεις αυτές ωθούσαν όλο και περισσότερους πολίτες, που μέχρι τότε ήταν υποστηρικτές της κυβέρνησης του Kerensky (1881-1970), προς την αριστερή πτέρυγα, ενισχύοντας τις δυνάμεις των Μπολσεβίκων.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση

Η αποτυχημένη πρωτοβουλία του Στρατηγού Kornilov (1870-1918) για επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας μετά από την κατάληψη του soviet του Petrograd, και η υποψία ανάμειξης του Kerensky σε αυτό, έριξαν περισσότερα καυσόξυλα στη φωτιά. Συγκεκριμένα, οδήγησαν στη σύλληψη του Kornilov από τον Kerensky και στη συσπείρωση όλων των σοσιαλιστικών ομάδων, σε μια προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας κυβέρνησης, υπό τη ρήτρα της αυτοάμυνας από τα ριζοσπαστικά επαναστατικά στοιχεία. Στο Δημοκρατικό Συνέδριο, που συγκλήθηκε από την Tsay-ee-kah, τέθηκαν διαφορετικές προτάσεις. Ενώ, δηλαδή, οι κεντρικοί Μενσεβίκοι -πολιτική φράξια αντίπαλη των Μπολσεβίκων- και οι κεντρικοί και αριστεροί Σοσιαλιστές επιθυμούσαν μια καθαρά Σοσιαλιστική Κυβέρνηση, τα δεξιά τμήματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλιστών ζητούσαν τη συμμετοχή των προνομιούχων τάξεων στην εξουσία. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν ξανά σύγκληση του Γενικού Ρωσικού Κογκρέσου για να πάρουν την εξουσία, και κέρδισαν την πλειοψηφία στα soviet της Πετρούπολης, της Μόσχας και άλλων πόλεων, αναδεικνύοντας μια αλήθεια: οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλιστές έπρεπε να φοβούνται τον Lenin πιο πολύ από ότι έναν νέο Kornilov. Τότε ξεκίνησε και το σύνθημα των Μπολσεβίκων για συγκέντρωση όλης της εξουσίας από το soviet.

Όμως, η Tsay-ee-kah δεν αντιπροσώπευε πια το σύνολο των soviet, και παράνομα αρνήθηκε τη διεκπεραίωση του Κογκρέσου τους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση αφοσιώθηκε στη διάλυση αυτών των «ανεύθυνων οργανισμών», δηλαδή των soviet. Οι Μπολσεβίκοι απάντησαν με την αποχώρησή τους από το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας, αποκαλώντας τό «Συμβούλιο Προδοσίας του Λαού«, και καλώντας όλα τα ρωσικά soviet στην Πετρούπολη στις 2 Νοεμβρίου, για να πάρουν τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η ένταση κορυφώθηκε όταν προέκυψε το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής με το Συνέδριο των Συμμάχων στο Παρίσι, για τη συναπόφαση του τρόπου διεξαγωγής του πολέμου. Έγινε τότε φανερή η επιθυμία της ρωσικής κοινής γνώμης να πολεμήσει για το ιδεώδες της Επανάστασης, και όχι εναντίον των Γερμανών στο εξωτερικό, υπό την πίεση της τιμωρίας από την καπιταλιστική κυβέρνηση. Το αίτιο για τη συνέχιση του πολέμου είχε εσωτερικές και όχι εξωτερικές ρίζες, δεν οφειλόταν στο διεθνές σύστημα, αλλά ήταν ένας ξεκάθαρα εσωτερικός κρατικός αγώνας, βασισμένος σε στόχους αλλαγής της κρατικής κυβέρνησης.

Οι συνεχείς επιθέσεις, διώξεις και φυλακίσεις από την Προσωρινή Κυβέρνηση εναντίον των Μπολσεβίκων οδήγησε τους τελευταίους στο να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους για επικράτηση της δημοκρατίας μέσω του Κογκρέσου, υπό τη σφαίρα της εργατικής παραγωγής. Τελικά, οι Μπολσεβίκοι, σε συνεργασία με το soviet του Petrograd, στράφηκαν ολοκληρωτικά εναντίον της Προσωρινής Κυβέρνησης στις 7 Νοεμβρίου (25 Οκτωβρίου, με το παλιό ημερολόγιο) του 1917.

Αφού αντιμετώπισαν τις επιθέσεις των τεθωρακισμένων, οι Κόκκινοι Φρουροί και οι επαναστάτες κατέλαβαν την Κρατική Τράπεζα, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τους δρόμους και το κρατικό τηλεγραφείο. Μετά την πολιορκία των ανακτόρων, τη σύλληψη των περισσότερων μελών της κυβέρνησης, όπως των Junkers, και τη φυγή του Kerensky, η Επανάσταση είχε ολοκληρωθεί. Την επόμενη μέρα ο Lenin, μαζί με τους Μπολσεβίκους, προώθησε τη θέσπιση του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, στο οποίο συμμετείχαν -μεταξύ άλλων- ο Leon Trotsky και ο Joseph Stalin (1878-1953), μέσω του δεύτερου Κογκρέσου των soviet. Η Επανάσταση εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη χώρα και, στις 2 Νοεμβρίου (με το παλιό ημερολόγιο), επικράτησε και στη Μόσχα. Έπειτα, το Κογκρέσο έκρινε τις επαναστατικές δυνάμεις ως ικανές να προστατέψουν την τάξη μέχρι την εγκαθίδρυση μιας νέας κυβέρνησης, γεγονός που επιτεύχθηκε με το τέλος του ρωσικού εμφυλίου πόλεμου και τη δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο απότοκος της Επανάστασης

Η απώλεια των προνομίων των γαιοκτημόνων, η υποχρεωτική συνθήκη Brest-Litovsk για παραχώρηση εδαφών από τη Ρωσία, καθώς και η νέα φύση της κυβέρνησης οδήγησαν πολλές τάξεις που δεν ήταν ικανοποιημένες με την υπάρχουσα κατάσταση σε ανοιχτή σύγκρουση με το καθεστώς των Μπολσεβίκων. Η δημοκρατία, όμως, που προσπάθησαν να προωθήσουν δεν είχε αρχικά τα αναμενόμενα αποτελέσματα, γιατί ενίσχυε το σοσιαλιστικό και το δημοκρατικό κόμμα μέσω της Συντακτικής Συνέλευσης. Οι Μπολσεβίκοι απάντησαν μετατρέποντας το δημοκρατικό κόμμα σε παράνομο και τους φορείς της τότε Συντακτικής Συνέλευσης -η οποία ήταν και η τελευταία- σε φορείς του καπιταλιστικού δυτικού συστήματος, και μεταφέροντας τη θέση εξουσίας τους από την Πετρούπολη στη Μόσχα. Ουσιαστικά, στράφηκαν από τη δημοκρατία στην περίφημη δικτατορία του προλεταριάτου, γεγονός που ισχυροποίησαν με το Τρίτο Κογκρέσο των soviet, όπου και αφαίρεσαν το χαρακτηρισμό της προσωρινής από την κυβέρνησή τους.

Επιπλέον, για να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην εξουσία, οι Μπολσεβίκοι στρατολόγησαν 35.000 Λετονούς στρατιώτες, άρτια εκπαιδευμένους και σύμμαχους των ιδίων, για να ελέγχουν πιθανές αναταράξεις στο εσωτερικό της χώρας. Αυτοί οι στρατιώτες αποτέλεσαν και τον πυρήνα της νεοσύστατης δύναμης του Κόκκινου Στρατού. Επίσης, εγκαθίδρυσαν τη μυστική αστυνομία Cheka για έλεγχο των αντί-επαναστατικών φρονημάτων, η οποία κατέληξε να ευθύνεται για το θάνατο χιλιάδων Ρώσων. Τελικά, η διάσπαση σε τρία μέτωπα, τους κόκκινους -που ήταν η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων-, τους λευκούς -που ήταν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι των κόκκινων- και τους πράσινους -που ήταν αναρχικοί που εναντιώνονταν και στα δύο στρατόπεδα-, οδήγησε στον εμφύλιο που κορυφώθηκε με την απόπειρα δολοφονίας του Lenin. Το αποτέλεσμα; Ο Κόκκινος Τρόμος, που είναι αντάξιος του ονόματός του, λόγω της πρόκλησης του θανάτου χιλιάδων αντιφρονούντων της κυβέρνησης.

Κόκκινος Επίλογος

Εν τέλει, αποδείχτηκε ότι το να κερδίσει κανείς την εξουσία και το να τη διατηρήσει είναι δύο πολύ διαφορετικά ζητήματα. Οι Μπολσεβίκοι βασίστηκαν στη βία για να διατηρήσουν τη θέση τους στην εξουσία, χωρίς ουσιαστικό μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, και με πολλούς εχθρούς εντός της χώρας. Ο μικρός αριθμός της εργατικής τάξης, το κόστος της εξόδου από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ακόμα μεγαλύτερο κόστος του εμφυλίου πολέμου, και η τάση κολεκτιβοποίησης του Stalin όταν ανέλαβε την εξουσία, ήταν μερικές από τις αρνητικές επιπτώσεις της Επανάστασης. Όμως, σε μακροπρόθεσμο στάδιο, αυτή έθεσε τις βάσεις για την εγκαθίδρυση μιας εκ των ισχυρότερων δυνάμεων του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, και ενός εκ των δύο πόλων του ψυχροπολεμικού συστήματος.

Εν κατακλείδι, είναι γεγονός ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κρατών στο διεθνές σύστημα επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους, και μπορούν να τα οδηγήσουν σε πόλεμο. Όμως, τα δρώμενα στο εσωτερικό των κρατών διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο, καθώς είναι ικανά να ωθήσουν ή να απομακρύνουν ένα κράτος από την πολεμική πρωτοβουλία. Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους είναι άρρητα συνδεδεμένη με την εσωτερική πολιτική του. Τελικά, η σκέψη της επίδρασης του Μεγάλου Πόλεμου σε κράτη όπως η Ρωσία πρέπει συνοδεύεται και από τη σκέψη των συνεπειών της ανόδου των Σοβιετικών στο διεθνές σύστημα.

Πηγές:

  1. Waltz, K. (2001). Man, the state and war: a theoretical analysis. 1st ed. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα
  2. Mearsheimer, J. (2011). The tragedy of Great Power politics. 1st ed. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
  3. Reed, J. (2014). Ten Days That Shook the World. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This