Η σημασία του πολιτισμικού υποβάθρου στην Οικονομική Ανάπτυξη

Η επικράτηση των νεοκλασικών οικονομικών επέβαλε επί χρόνια μία μηχανική προσέγγιση του φαινομένου της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η αδυναμία της ακριβούς αποτύπωσης της πραγματικότητας μέσω αυτών των οικονομικών μοντέλων οδηγεί τους οικονομολόγους στην ενσωμάτωση και λήψη υπόψιν νέων παραμέτρων. Μία από τις παραμέτρους που κερδίζει έδαφος, τα τελευταία χρόνια, είναι η κουλτούρα. Πράγματι, κατά τη δεκαετία του ’90 πολλοί οικονομολόγοι ξεκίνησαν τη μελέτη των επιπτώσεων που έχουν οι πολιτισμικές αξίες στη μεγέθυνση της οικονομίας, δημιουργώντας, έτσι, το ρεύμα της Πολιτισμικής Οικονομικής.

Περί πολιτισμικού επιπέδου

Η οριοθέτηση της έννοιας «κουλτούρα» αποτελεί υποκειμενικό ζήτημα. Ένας ορισμός που έχει χρησιμοποιηθεί από οικονομολόγους είναι ο εξής: «Κουλτούρα είναι το σύνολο των αξιών και των πεποιθήσεων που οι εθνικές, θρησκευτικές και κοινωνικές ομάδες διαδίδουν απαράλλακτες από γενιά σε γενιά» (Guiso et al., 2006). Γιατί, όμως, πρέπει να γίνει ειδική μνεία στο πολιτισμικό επίπεδο μίας κοινωνίας; Οι αξίες και οι πεποιθήσεις καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, τη συμπεριφορά και τις συνήθειες των οικονομικά δρώντων. Η προτίμηση, παραδείγματος χάριν, ενός ατόμου για κατανάλωση έναντι της αποταμίευσης σχετίζεται άμεσα με τις αξίες του, και έχει οικονομικό αντίκτυπο.

Παρά τον υποκειμενικό χαρακτήρα που μπορεί να λάβει η μελέτη της κουλτούρας, υπάρχει σύγκλιση απόψεων για κάποιες συγκεκριμένες πολιτισμικές αξίες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη μίας οικονομίας. Μία τέτοια αξία είναι η εμπιστοσύνη. Οι κοινωνίες με υψηλή αίσθηση συλλογικότητας επιτυγχάνουν μεγαλύτερα επίπεδα εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους συναλλαγών στην οικονομία (Maridal, 2013). Σημειώνεται ότι ως κόστος συναλλαγών ορίζεται το κόστος εφαρμογής μίας συμφωνίας (πχ σύμβαση εργασίας) που βαραίνει τα συμβαλλόμενα μέρη. Παραδείγματος χάριν, σε μία σύμβαση εργασίας, κόστος συναλλαγής αποτελεί το κόστος επίβλεψης των εργαζομένων. Σε μία κοινωνία όπου η εμπιστοσύνη αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της, ο εργοδότης μπορεί να είναι περισσότερο σίγουρος για το ότι οι εργαζόμενοί του δεν τον εξαπατούν – γεγονός που μειώνει την ανάγκη επίβλεψής τους.

Ειδική μνεία γίνεται και στην αξία της ανεξαρτησίας. Η τελευταία εμφανίζεται περισσότερο σε ατομικιστικές κοινωνίες, και τα άτομα που διακατέχονται από αυτή είναι πιθανότερο να αμφισβητήσουν κατεστημένες ιδέες και να στραφούν στην καινοτομία. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον Schumpeter, η ανεξαρτησία είναι ένα από τα τέσσερα σημαντικότερα χαρακτηριστικά ενός επιχειρηματία.

Υπάρχουν, βέβαια, και αξίες οι οποίες εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη. Μία τέτοια είναι ο οικογενειακός αμοραλισμός που συνίσταται στη μεγιστοποίηση -με κάθε τρόπο- των βραχυχρόνιων, υλικών συμφερόντων της πυρηνικής οικογένειας – υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι υπόλοιπες οικογένειες προβαίνουν σε παρόμοιες ενέργειες. Η εν λόγω νοοτροπία οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης και συνεργασίας στην κοινωνία (Maridal, 2013).

Ο ρόλος της θρησκείας

Από την ανάλυση της κουλτούρας δεν θα μπορούσε να εκπίπτει η θρησκεία. Η επικρατούσα θρησκεία σε μία κοινωνία καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, το αξιακό υπόβαθρο και τη συμπεριφορά των μελών της. Ένα από τα θρησκευτικά δόγματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της επιστημονικής μελέτης είναι ο προτεσταντισμός. Σε προτεσταντικές κοινωνίες, οι πιστοί ενθαρρύνονται να εργάζονται με ζήλο, προκειμένου να φτάσουν στην αριστεία. Προωθείται, επίσης, ο σεβασμός απέναντι σε όλους τους ανθρώπους, επιτρέποντας έτσι τις εμπορικές συναλλαγές με αλλόθρησκους ή με ανθρώπους που, κατά τη θρησκεία, διαπράττουν αμαρτίες. Ταυτόχρονα, ο προτεσταντισμός επιτρέπει την απόκτηση πλούτου μέσω της σκληρής εργασίας -καθώς θεωρείται σημάδι αναγνώρισης από τον Θεό-, αλλά θεωρεί αμαρτία την τρυφηλή ζωή. Επομένως, η μόνη διέξοδος για τον πλούτο που αποκτάται είναι οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις, προωθώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την οικονομική ανάπτυξη (Maridal, 2013). Ενδεικτικό είναι ότι οι γονείς που ασπάζονται τον προτεσταντισμό είναι 2,7% πιο πιθανό να διδάξουν την αξία της λιτής ζωής στα παιδιά τους, σε σχέση με γονείς που δεν ασπάζονται καμία θρησκεία (Guiso et al.,2006). Ο κομφουκιανισμός αποτελεί άλλη μία θρησκεία, η οποία παρουσιάζει στοιχεία που προωθούν την οικονομική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ανελιχθούν σε υψηλότερες θέσεις στην κοινωνία, προωθώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον ανταγωνισμό (Cerna, 2016).

Η περίπτωση της Ελλάδας

Υπάρχουν οικονομικά φαινόμενα στην Ελλάδα, τα οποία μπορούν να ερμηνευτούν υπό την σκοπιά του πολιτισμικού υποβάθρου. Ένα τέτοιο φαινόμενο είναι η χαμηλή μέριμνα των ανθρώπων για το μέλλον. Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από πεσιμισμό σε σχέση με τη μελλοντική οικονομική κατάσταση της χώρας, ακόμα και σε περιόδους ανάπτυξης. Χαρακτηριστική είναι η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου το φθινόπωρο του 2006, σύμφωνα με την οποία το 53% των Ελλήνων ανέμενε χειρότερες οικονομικές εξελίξεις μέσα στο επόμενο 12μηνο, ενώ το 31% ανέμενε στασιμότητα. Όπως είναι φυσικό, σήμερα το εν λόγω ποσοστό έχει αυξηθεί, με το 70% των Ελλήνων να δηλώνουν σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου για το 2017 ότι αναμένουν επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Έτσι, οι πολίτες αποφεύγουν να επενδύσουν σε ένα οικονομικό περιβάλλον το οποίο θεωρούν ότι θα χειροτερεύσει, ενώ προτιμούν να απολαμβάνουν υψηλή κατανάλωση στο παρόν (Petrakis, 2011). Σημαντικό ρόλο παίζουν, επίσης, και οι αξίες του ορθόδοξου χριστιανισμού. Παραδείγματος χάριν, η ιδέα ότι τα αγαθά είναι ελεύθερα και προέρχονται από το Θεό δεν προωθεί την υψηλή προσπάθεια για την απόκτησή τους. Επίσης, οι ορθόδοξοι έχουν αρνητική προδιάθεση απέναντι στην ιδέα της ιδιοκτησίας και της μεγιστοποίησης των κερδών – γεγονός που δεν ευνοεί την ανάπτυξη, αλλά και την κοινωνική αναγνώριση της επιχειρηματικότητας (Πετράκης, 2011). Τέλος, σημαντικό στίγμα στους Έλληνες έχει αφήσει και η έντονη αβεβαιότητα που επικρατούσε από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους μέχρι τη μεταπολίτευση. Οι Έλληνες αποστρέφονται την αβεβαιότητα και το ρίσκο, με αποτέλεσμα να μην επιχειρούν. Αντιθέτως, αναζητούν ασφαλέστερες διεξόδους για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην – όπως την απασχόληση στο δημόσιο τομέα. Επίσης, η διαχρονική προτίμηση των Ελλήνων για επενδύσεις στην αγορά κατοικίας μπορεί να αποδοθεί στην αβεβαιότητα. Το περιβάλλον αστάθειας ωθεί τους Έλληνες στην εξασφάλιση τουλάχιστον της στέγασής τους, σε περίπτωση αρνητικής συγκυρίας (Petrakis, 2011). Τέλος, ενδεικτικό της αποστροφής της αβεβαιότητας είναι και το φαινόμενο της απόσυρσης των καταθέσεων από τις τράπεζες, όταν δημιουργούνται δυσμενείς προσδοκίες για την οικονομία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι οι καταθέσεις την περίοδο πριν από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης μειώθηκαν περίπου κατά €2 δις (Τράπεζα της Ελλάδος, 2017).

Εν κατακλείδι

Η χρησιμότητα και η εγκυρότητα της μελέτης της σχέσης ανάμεσα σε κουλτούρα και οικονομική ανάπτυξη μπορούν εύκολα να αμφισβητηθούν. Αφενός δεν υπάρχει κοινωνία η οποία χαρακτηρίζεται εξ ολοκλήρου από συγκεκριμένες αξίες, αφετέρου οι επικρατούσες αξίες μίας κοινωνίας είναι δύσκολα μετρήσιμες. Ωστόσο, η επιρροή που ασκεί το πολιτισμικό υπόβαθρο στη συμπεριφορά των ανθρώπων αποτελεί άλλη μία απόδειξη του γεγονότος ότι ο άνθρωπος -παρά τις υποθέσεις των οικονομολόγων- δεν είναι ένα ορθολογικό ον, καθώς οι διαφορετικές κουλτούρες δημιουργούν διαφορετικούς «ορθολογισμούς». Επομένως, κάθε προσπάθεια ένταξης τέτοιων παραγόντων -παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες- στην οικονομική ανάλυση αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς μία πιο ρεαλιστική ερμηνεία του φαινομένου της οικονομικής ανάπτυξης. Άλλωστε, οι πολιτισμικές αξίες είναι μόνο ένας από τους εκατοντάδες παράγοντες που επηρεάζουν μία οικονομία. Για τον λόγο αυτό, το γεγονός ότι μία κοινωνία χαρακτηρίζεται από αξίες οι οποίες, ενδεχομένως, υποσκάπτουν την οικονομική μεγέθυνση, δεν την καταδικάζει απαραίτητα σε χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Πηγές:

  1. Cerna, M. (2016). Culture at the Center of Economic Development, Stability and Growth. International Business Research. vol. 9. pp. 1-16.
  2. European Commission. (2006). Standard Eurobarometer no.66. http://ec.europa.eu/commfrontoffice/publicopinion/archives/eb/eb66/eb66_el_nat.pdf
  3. European Commission. (2017). Standard Eurobarometer no.87. http://ec.europa.eu/commfrontoffice/publicopinion/index.cfm/ResultDoc/download/DocumentKy/79565
  4. Guiso, L et al. (2009). Does Culture Affect Economic Outcomes? Journal of Economic Perspectives. vol. 20. pp. 23-48.
  5. Maridal, J. (2013). Cultural impact on national economic growth. Journal of Socio-Economics, vol. 47, pp. 136-146.
  6. Petrakis, P. (2011). Cultural Background and Economic Development Indicators: European South Vs European North. Modern Economy. vol. 2. pp. 324-334.
  7. Τράπεζα της Ελλάδος. (2017). Καταθέσεις και ρέπος των μη ΝΧΙ στα ΝΧΙ στην Ελλάδα. http://www.bankofgreece.gr/BoGDocuments/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1.xls

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest