Η Συνδιάσκεψη της Washington – Απόπειρες διατήρησης ισορροπίας στον Μεσοπόλεμο

Το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου» -που χαρακτηρίστηκε ως “the war to end all wars”- είχε δυσβάσταχτες συνέπειες για τους ηττημένους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν και τριβές μεταξύ των νικητών. Το σίγουρο ήταν πως όλοι πλέον αναγνώριζαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως τη νέα δύναμη που θα πρωταγωνιστήσει στη διεθνή πολιτική, και θα άλλαζε σε τεράστιο βαθμό τον διεθνή καταμερισμό ισχύος στο διακρατικό σύστημα της εποχής.

Ως περιφερειακός ηγεμόνας, οι ΗΠΑ δεν επιθυμούσαν την ανάδειξη της Γερμανίας του Γουλιέλμου σε ηγεμονική δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης, γι’αυτό -ως “offshore balancer”- ενεπλάκησαν στον πόλεμο για να βοηθήσουν και να υπερασπιστούν τις συμμάχους του. Όπως ήταν επόμενο, λόγω των συστημικών επιταγών, έκαναν το ίδιο δύο δεκαετίες μετά, σε δύο θέατρα επιχειρήσεων έναντι δύο ηγεμονιστικών, αυτή τη φορά, δυνάμεων – δηλαδή, της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, και της Ναζιστικής Γερμανίας στην Ευρώπη (Mearsheimer, 2006).

Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι νικητές του πολέμου προσπάθησαν να δημιουργήσουν τις απαιτούμενες συνθήκες ώστε να μην επαναληφθούν οι καταστροφές και οι εκατομμύρια ανθρώπινες απώλειες. Ο ιδεαλιστικός φιλελευθερισμός εμπότισε την διεθνή πολιτική, με την μετουσίωσή του στο αποτυχημένο κατά τα άλλα μόρφωμα της Κοινωνίας των Εθνών. Εντούτοις, η προσπάθεια των Αμερικανών να ανασχέσουν μια ενδεχόμενη μελλοντική αναθεωρητική προσπάθεια στην Ευρώπη, αλλά και στην Άπω Ανατολή, εκφράστηκε από τον Ρεπουμπλικανό Γερουσιαστή του Idaho William E. Borah, ο οποίος προώθησε εντός του Κονγκρέσου την ανάγκη διαπραγμάτευσης με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιαπωνία, για περιορισμούς σε εξοπλιστικά προγράμματα ναυτικής ισχύος.

Τον Αύγουστο του 1921 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Warren G. Harding, απηύθυνε πρόσκληση για διαπραγματεύσεις με άξονες δύο πολιτικούς στόχους. Αφενός, προσκλήθηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγάλη Βρετανία, Ιαπωνία, Γαλλία και Ιταλία), των οποίων η ναυτική ισχύς ήταν σημαντική, για διαπραγματεύσεις σχετικά με τους εξοπλιστικούς περιορισμούς και, αφετέρου, παρευρέθηκαν οι χώρες που διατηρούσαν ακόμα συγκεκριμένα εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα στην Άπω Ανατολή, με στόχο να γίνει συζήτηση για τις κτήσεις και τα εδάφη στην Ασία και τον Ειρηνικό.

Στο συνέδριο που εν τέλει πραγματοποιήθηκε, υπεγράφησαν τρεις συνθήκες, καθεμία με τη δική της σημασία και επιρροή στις πολιτικοστρατιωτικές ισορροπίες. Οι εργασίες της Συνδιάσκεψης της Washington (όπως ονομάστηκε) ξεκίνησαν στις 12 Νοεμβρίου του 1921 και ολοκληρώθηκαν στις 6 Φεβρουαρίου 1922.

Η Συνθήκη των Εννιά Δυνάμεων

Στη Συνθήκη των Εννιά Δυνάμεων, τα κράτη συμφώνησαν σε συγκεκριμένες αρχές αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα συνεργαζόντουσαν με την Κίνα, δεδομένου της «κλειστής πολιτικής» της τελευταίας. Η «κλειστή πολιτική» αυτή ήταν βασισμένη, αφενός, στις προηγούμενες εμπειρίες της από τον δυτικό ιμπεριαλισμό και, αφετέρου, στο ακανθώδες ζήτημα των σινοϊαπωνικών σχέσεων – και ειδικότερα των ειδικών διεκδικήσεων της Ιαπωνίας και την αναγνώριση των «ειδικών συμφερόντων» της σε Μαντζουρία και άλλες περιοχές της Κίνας. (Asada, 1961).

Τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και η Κίνα. Οι βασικότερες διατάξεις της Συνθήκης προέβλεπαν ότι τα παραπάνω συμβαλλόμενα μέρη :

  • Θα σέβονται την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική και διοικητική ακεραιότητα της Κίνας,
  •  Θα παρέχουν στο έπακρο και ανιδιοτελώς την ευκαιρία στην Κίνα να αναπτύξει και να διατηρήσει μια αποτελεσματική και σταθερή κυβέρνηση,
  •  Θα χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για την αποτελεσματική θέσπιση και διατήρηση της αρχής των ίσων ευκαιριών για το εμπόριο και τη βιομηχανία όλων των εθνών σε ολόκληρη την επικράτεια της Κίνας.

Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της Ιαπωνίας και της Κίνας διαπραγματεύτηκαν κάποια περίπλοκα ζητήματα και, εν τέλει, υπέγραψαν μια διμερή συμφωνία – τη συνθήκη Shangtung (Shandong). Βάσει αυτής επετράπη στην Κίνα ο έλεγχος της ομώνυμης επαρχίας και του σιδηροδρομικού δικτύου της, ενώ η Ιαπωνία θα απέσυρε τα στρατεύματά της έναντι οικονομικής αποζημίωσης (Craft, 1997).

Η Συμφωνία των Τεσσάρων Δυνάμεων

Η συνεχώς αυξανόμενη ισχύς της Γερμανία μετά την ενοποίησή της, τόσο στην ηπειρωτική Ευρώπη όσο και στη ναυτική ισχύ, προβλημάτιζε σε μεγάλο βαθμό τη Μεγάλη Βρετανία. Εκτός, μάλιστα, από τη γουλιελμική αυτοκρατορία στην περιοχή της, έβλεπε κι άλλες αναδυόμενες ηγεμονιστικές δυνάμεις (Ιαπωνία και ΗΠΑ) και στον Ειρηνικό – περιοχή όπου διακυβεύονταν σημαντικά συμφέροντά της. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης προχώρησε στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση μιας στρατηγικής εξισορρόπησης, έστω για να εξομαλύνει τη μία από τις δύο περιπτώσεις (Gilpin, 1981).

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής έχουμε, αφενός, τις βάσεις της συνεργασίας Βρετανών και Αμερικανών και, αφετέρου, την «Αγγλο-Ιαπωνική Συμμαχία» του 1902 ως στρατηγικό αντίβαρο στη Ρωσία (γι αυτόν το λόγο η Γαλλία, φοβούμενη ενδεχόμενη αντιπαράθεση με τους Βρετανούς, δεν υποστήριξε τη Ρωσία στον Ρωσοϊπωνικό Πόλεμο του 1904 – 1905, παρά τη γαλλορωσική συμμαχία του 1894).

Ποια η σημασία λοιπόν της συμμαχίας μεταξύ Βρετανών και Ιαπώνων;

Οι ΗΠΑ θεωρούσαν την Ιαπωνία ως την μεγαλύτερη απειλή, λόγω των αξιώσεών της σε περιοχές που ενέπιπταν των αμερικανικών, κι όχι μόνο, συμφερόντων στην Ασία. Οι αξιώσεις αυτές ήταν υπαρκτές λόγω του έντονου μιλιταρισμού της αυτοκρατορίας.

Σε περίπτωση σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιαπωνίας, η Μεγάλη Βρετανία θα υποχρεωνόταν -λόγω της νομικής δέσμευσής της (1902)- να επέμβει κατά των ΗΠΑ – κάτι το οποίο έπρεπε να εξαλειφθεί ως ενδεχόμενο.

Έτσι, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, κεντρικός στόχος των ΗΠΑ ήταν η κατάργηση αυτής της συμφωνίας.

Όπως είναι προφανές, οι Ιάπωνες δεν θα δέχονταν την κατάργησή της, και οι Βρετανοί επιθυμούσαν απλά την ενσωμάτωση των Αμερικανών στη συμμαχία, ώστε να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Ωστόσο, τόσο η αμερικάνικη Γερουσία όσο και η αμερικανική κοινή γνώμη ήταν αντίθετες με τις παραπάνω προτάσεις.

Ο Υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α Charles Evans Hughes

Η διπλωματική δεινότητα, όμως, του Υπουργού Εξωτερικών Charles Evans Hughes έλαμψε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, διότι μπόρεσε να βρει την τομή μεταξύ των αξιώσεων των μερών, με αποτέλεσμα να αποτρέψει οποιαδήποτε σύγκρουση ΗΠΑ – Μεγάλης Βρετανίας, καθώς επίσης να κατευνάσει τις επεκτατικές βλέψεις της Ιαπωνίας. (Vinson, 1953).

Καταληκτικά, με τη συμμετοχή και της Γαλλίας, συμφώνησαν να διατηρήσουν το status quo στον Ειρηνικό, σεβόμενα τις εκεχειρίες των μερών της νεοϋπογραφείσας συνθήκης, χωρίς παράλληλα να επιδιώκεται περαιτέρω εδαφική επέκταση. Προέβλεπε, επίσης, αμοιβαία διαβούλευση για διευθέτηση ζητημάτων στην περιοχή.

Η Συνθήκη των Πέντε Δυνάμεων

Η Συνθήκη των Πέντε Δυνάμεων επρόκειτο για τη συνθήκη χάρη στην οποία, κυρίως, έμεινε γνωστή η Συνδιάσκεψη της Washington. Υπεγράφη μεταξύ των ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Ιαπωνίας, Γαλλίας, Ιταλίας, και οι κύριες διατάξεις προέβλεπαν (Limitation of Naval Armament):

  •  άρθρο 4: το σύνολο της χωρητικότητας των «κύριων μονάδων κρούσης» (capital ships) των συμβαλλόμενων μερών δεν θα ξεπερνά για τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία τους 525.000 τόνους, για την Ιαπωνία τους 315.000 τόνους, και για τη Γαλλία και την Ιταλία τους 175.000 τόνους (γνωστό κι ως αναλογία 5 : 5 : 3 : 1,75 : 1,75). Δηλαδή, π.χ., αν οι ΗΠΑ κατασκευάσουν 250 πλοία, τότε το βάρος κάθε πλοίου -για να του «επιτραπεί» ο απόπλους- δεν θα πρέπει να ξεπερνά τους 2.100 τόνους (525.000/250=2.100)
  •  άρθρο 5 και 6: καμία «κύρια μονάδα κρούσης» των συμβαλλόμενων μερών δεν θα ξεπερνά σε εκτόπισμα τους 35.000 τόνους, και δεν θα φέρει οπλισμό με διαμέτρημα άνω των 16 ιντσών.
  •  άρθρο 11 και 12: κανένα πολεμικό πλοίο, εκτός των «κύριων μονάδων κρούσης», δεν επιτρέπεται να ξεπερνά το όριο των 10.000 τόνων εκτόπισμα, και να φέρει οπλισμό με διαμέτρημα άνω των 8 ιντσών.
  •  άρθρο 19: Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Ιαπωνία συμφωνούν στο status quo ναυτικών βάσεων στην περιοχή του Ειρηνικού κατά την υπογραφή της παρούσας Συνθήκης.

Ενδεικτικός πίνακας που δείχνει την προσωρινή, έστω, αποτελεσματικότητα κι επίδραση της Συνθήκης

Λόγω των περιορισμών που επέβαλε η συγκεκριμένη συνθήκη από τα άρθρα 11 και 12, το πλαφόν των 10.000 τόνων έγινε ο κανόνας, κι έτσι οι Μεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν στην κατασκευή καταδρομικών με τις μέγιστες δυνατές προδιαγραφές (Andrade, 1984).

Έτσι, βάσει των νέων συσχετισμών ισχύος που καθόριζε η Συμφωνία των Πέντε Δυνάμεων, η Ιαπωνία είχε συγκριτική υπεροχή έναντι των ΗΠΑ, διότι είχε μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος στην περιοχή του Ειρηνικού, ενώ οι Αμερικανοί με τους Βρετανούς έπρεπε να επιχειρούν σε δύο ωκεανούς (και γι’αυτό είχαν και το μεγαλύτερο ποσοστό). Η Ιταλία και η Γαλλία, τέλος, είχαν ισάριθμες αναλογίες λόγω της κοινής περιοχής δράσης και επιχειρήσεων (Μεσόγειος).

Συμπερασματικά

Η Συνδιάσκεψη κατόρθωσε τελικά να ενισχύσει αυτό που ήθελε να περιορίσει – δηλαδή, το δίλημμα ασφαλείας μεσοπολεμικά. Ο μη περιορισμός των καταδρομικών και των υποβρυχίων εξέθεσε τον ίδιο το σκοπό της Συνθήκης των Πέντε Δυνάμεων αφού, ως «παραθυράκι», έδωσε κίνητρο στις δυνάμεις να στρέψουν τη βιομηχανική τους παραγωγή στο πεδίο των αμυντικών εξοπλισμών. Επιπλέον, δεν κατάφερε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στις ιμπεριαλιστικές πρωτοβουλίες της Ιαπωνίας, όπως εκφράστηκαν στη Μαντζουρία.

Στις 6 Φεβρουαρίου του 1922 ολοκληρώνεται η Συνδιάσκεψη, και στις 16 Απριλίου του 1924 οι επικυρώσεις των συνθηκών καταγράφονται στην Κοινωνία των Εθνών. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα, φάνηκε ότι η κούρσα των εξοπλισμών -ειδικά των καταδρομικών- θα δημιουργούσε πρόβλημα. Στο Λονδίνο, τόσο το 1930 όσο και το 1936, δεν επετεύχθη συναίνεση ή συμβιβασμός, αφού η Ιταλία και η Ιαπωνία δεν επιθυμούσαν περαιτέρω περιορισμούς, προϊδεάζοντας έτσι τις προθέσεις τους που, εν τέλει, θα προετοίμαζαν το έδαφος για την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πηγές:

  1. Andrade, E. J. (1984). The Cruiser Controversy in Naval Limitations Negotiations, 1922-1936. Military Affairs. 48(3). p. 113.
  2. Asada, S. (1961). Japan’s “Special Interests” and the Washington Conference. The American Historical Review. 67(1). pp. 68-69.
  3. Craft, S. (1997). John Bassett Moore, Robert Lansing, and the Shandong Question. Pacific Historical Review. 66(2). p. 248.
  4. Gilpin, R. (1981). War and Change in World Politics. New York: Cambridge University Press.
  5. Mearsheimer, J. (2006). Η τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα-W.W Norton & Company.
  6. Vinson, C. (1953). The Drafting of the Four-Power Treaty of the Washington Conference. Journal of Modern History. 25(1). p. 47.
  7. Library of Congress. (1922). Limitation of Naval Armament (Five-Power Treaty or Washington Treaty). www.loc.gov/law/help/us-treaties/bevans/m-ust000002-0351.pdf

 

Έχει περάσει αρκετός χρόνος (10 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Μεταπτυχιακός φοιτητής στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές του τμήματος ΔΕΠΣ του Παντείου Πανεπιστημίου. Ερευνητής στις Ομάδες Στρατιωτική Ιστορία , Στρατηγική Κουλτούρα και Cybersecurity του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Για λεπτομέρειες μπορείς να τον βρεις Εφημερίδα ATH όταν θα παίζει ο Eversor.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest