Θάλασσα: Μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας

Ελληνική Βιομηχανία παραγωγής ενέργειας μέσω εναλλακτικών πηγών

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους νησιωτικής χώρας, καθώς στην εδαφική της επικράτεια περιλαμβάνονται περισσότερα από 2,500 νησιά, εκ των οποίων μονάχα 165 κατοικούνται. Τα τελευταία χρόνια οι ενεργειακές ανάγκες του πληθυσμού της χώρας είναι διαρκώς αυξανόμενες και, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερες, με αποτέλεσμα να αναζητούνται συνεχώς νέες πηγές ενέργειας. Αυτές οι νέες πηγές ενέργειας οφείλουν, όμως, να είναι φιλικές στο περιβάλλον, διατηρώντας το ενεργειακό αποτύπωμα της χώρας (Energy Footprint) σε χαμηλά επίπεδα, καθώς και εντός των προδιαγραφών που επιβάλει η Ε.Ε.

Η πιο διαδεδομένη εναλλακτική πηγή ενέργειας, η οποία αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αφορά στην ηλιακή ενέργεια μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων, τα οποία αναπτύσσονται συνεχώς στον ελλαδικό χώρο – ιδιαίτερα στην επαρχία, όπου αρκετές εκτάσεις μετατρέπονται από καλλιέργειες αγροτικών προϊόντων σε μονάδες παραγωγής ηλιακής ενέργειας μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων, ως μια επικερδέστερη πηγή εσόδων. Αυτή η νέα τάση έχει διττό χαρακτήρα, διότι παράγονται αξιόλογες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, με «φιλικό» προς το περιβάλλον τρόπο, οι οποίες, όμως, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον κύριο πυλώνα παραγωγής ενέργειας για την Ελλάδα, καθώς αποτελούν μονάχα το 2,1% της κατανάλωσης για το 2014. Μία ακόμη φιλόδοξη πηγή ενέργειας είναι η αιολική, η οποία παράγεται από τα αιολικά πάρκα, τα οποία αποτελούν αξιόλογες μονάδες για την παραγωγή ενέργειας με εναλλακτικά μέσα. Δυστυχώς, όμως, και πάλι, η παραγωγή με εναλλακτικά μέσα είναι περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες της χώρας, και αγγίζει μόνο το 1,3% της ετήσιας κατανάλωσης για το ίδιο έτος.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας έχει δύο άκρως σημαντικά χαρακτηριστικά για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στον τομέα της παραγωγής ενέργειας με εναλλακτικές πηγές. Αρχικά, η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του Ήλιου, καθώς το κλίμα της χώρας είναι τέτοιο, όπου υπάρχει ηλιοφάνεια σχεδόν 12 μήνες το χρόνο. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει στην επικράτειά της τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις, διάσπαρτες με νησιά. Έτσι, η εκμετάλλευσή της για την παραγωγή ενέργειας προερχόμενη από την θάλασσα κρίνεται ιδανική για τη χώρα. Σε πλήρη αντίθεση με τις προοπτικές που υπάρχουν στην Ελλάδα, ο τομέας αυτός παραμένει υπανάπτυκτος και σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό. Η φιλικότητα του περιβάλλοντος αναδεικνύεται από τους εξής λόγους: πρώτον οι θαλάσσιες περιοχές της χώρας είναι μεσογειακές – κάτι το οποίο σημαίνει ότι είναι αρκετά ήρεμες και φιλικές για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων σε αυτές, δεύτερον υπάρχουν πάρα πολλά νησιά, μικρού και μεγάλου μεγέθους, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως βάσεις ή και έδρες των δράσεων αυτών, και τρίτον η Ελλάδα αποτελεί κύριο στρατηγικό παίκτη της ευρύτερης ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, καθώς αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκή Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή. Η ιδιότητα του κράτους μέλους της Ένωσης, μάλιστα, ενισχύει τις προοπτικές για την ανάπτυξη τέτοιου είδους οικονομικών δραστηριοτήτων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το πλεονέκτημα έχει διασφαλισθεί από όταν η χώρα τέθηκε υπό την οικονομική εποπτεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαδικασίες για νέες επιχειρηματικές δράσεις είναι φιλικότερες από το παρελθόν, και τα χρηματοδοτικά πακέτα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύουν τις προοπτικές για τέτοιου είδους δραστηριότητες. Επίσης, η ύπαρξη των εξωτερικών θεσμών στην ελληνική πραγματικότητα επιφέρει (ως αναγκαίο καλό) μία σειρά από εγγυήσεις για την σταθερότητα της οικονομίας. Το σημαντικότερο προτέρημα, όμως, για την ανάπτυξη αυτού του τύπου παραγωγής ενέργειας, είναι το ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει στη χώρα, το οποίο έχει τις κατάλληλες γνώσεις για την εργασία στον τομέα αυτόν, καθώς και την εξέλιξη των τεχνικών εκμετάλλευσης της θαλάσσιας ενέργειας. Σύμφωνα με το επαγγελματικό επιμελητήριο Αθηνών, από το 2008 μέχρι τα τέλη του 2016, περίπου μισό εκατομμύριο νέοι επιστήμονες έχουν φύγει από την Ελλάδα. Στην πλειονότητά τους είναι μηχανικοί, πολλοί μάλιστα εξειδικευμένοι στον τομέα των εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Τρόποι συλλογής Ενέργειας από την Θάλασσα

Θαλάσσια Ενέργεια

Οι θαλάσσιες μάζες καλύπτουν το 75% της επιφάνειας του πλανήτη, και μπορούν να θεωρηθούν ως μια παγκόσμια ενεργειακή αποθήκη. Τα ποσά ενέργειας που υπάρχουν στην θάλασσα είναι τεράστια και συνεχώς ανανεώνονται. Η πρώτη προσπάθεια για την ενεργειακή εκμετάλλευση της θάλασσας χρονολογείται το 1799, όπου ο Monsieur Girard, ένας Γάλλος επιστήμονας, και ο γιος του ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που χρησιμοποίησαν τα κύματα για την παραγωγή ενέργειας. Από τότε, μέχρι το 1970, έγιναν πολλές μεμονωμένες προσπάθειες για την εκμετάλλευση της ενέργειας από τη θάλασσα. Το 1970, όμως, μετά την πετρελαϊκή κρίση, η ανάγκη για ανακάλυψη νέων πηγών ενέργειας ήταν πλέον επιτακτική. Περίπου τέσσερις δεκαετίες μετά, οι καρποί αυτών των προσπαθειών άρχισαν να αποδίδουν. Πλέον η θαλάσσια ενέργεια δεν αποτελεί μια ενιαία έννοια, αλλά χωρίζεται σε έξι βασικές κατηγορίες: την ηλιακή ενέργεια (Solar Energy) η οποία προκύπτει από τις ηλιακές ακτίνες που απορροφά η επιφάνεια της θάλασσας, την αιολική ενέργεια (Wind Energy) η οποία προκύπτει σε μορφή ρευμάτων ή κυμάτων (Wave Energy), το φαινόμενο της παλίρροιας (Tidal Energy), το θερμικό δυναμικό θερμότερων και ψυχρότερων θαλάσσιων στρωμάτων (Ocean Thermal Energy) και τις μεταβολές πυκνότητας μεταξύ θαλάσσιων στρωμάτων διαφορετικής αλατότητας (Salinity Energy). Βασικό προτέρημα της θαλάσσιας ενέργειας είναι η ιδιαίτερα υψηλή ενεργειακή πυκνότητα, σε σχέση με τις άλλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η τεχνολογία, πλέον, παρέχει την απαραίτητη τεχνογνωσία για να μπορεί η θαλάσσια ενέργεια να αποτελέσει τον κύριο φορέα παραγωγής ενέργειας, πετυχαίνοντας τέτοιους ρυθμούς παραγωγής όπου μπορεί να είναι πιθανή και μια εξωστρέφεια, πουλώντας πλεονάζουσα ενέργεια σε άλλες χώρες.

Το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη της παραγωγής «γαλάζιας» ενέργειας μέσω εναλλακτικών πηγών είναι η παραγόμενη ποσότητα να καλύπτει το 20% των αναγκών της χώρας. Σύμφωνα με το εθνικό σχέδιο δράσης, μέχρι το 2020 πρέπει να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μονάδες υπεράκτιων αιολικών πάρκων, συνολικής ισχύος 300 MW. Τα αιολικά αυτά πάρκα θα επικουρούν την παραγωγή των αιολικών πάρκων της ηπειρωτικής χώρας, η οποία θα αγγίζει τις 7,500 MW. Βέβαια, στην Ελλάδα δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς οι υπόλοιπες μέθοδοι παραγωγής ενέργειας, όπως η παραγωγή από θαλάσσια ρεύματα (Tidal), μια τεχνική η οποία θα μπορούσε να παράγει αξιόλογες ενεργειακές ποσότητες σε περιοχές όπως η Νότια Εύβοια και η ανατολική Στερεά Ελλάδα, από το ρεύμα του Ευρίπου. Αυτή η τεχνολογία έχει χρησιμοποιηθεί στην Βόρειο Ιρλανδία στο Strangford Lough. Η μονάδα αυτή ονομάζεται Seagen, και έχει δυνατότητα παραγωγής 1.2 MW. Από αυτά τα νούμερα γίνεται κατανοητό πόσο συμφέρουσα θα μπορούσε να ήταν μια τέτοια επένδυση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πιο αποδοτική μέθοδος άντλησης ενέργειας από τη θάλασσα είναι η κυματική ενέργεια (Wave Energy), διότι παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μεθόδους. Σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις, το 1% της ενέργειας που υπάρχει στον κυματισμό θα μπορούσε να καλύψει το τετραπλάσιο των ενεργειακών αναγκών της ανθρωπότητας. Ένα παράδειγμα είναι η ενέργεια που μπορεί να συλλεχθεί από έναν κυματισμό ύψους μόλις ενός μέτρου για ένα μέτρο μιας παραλλήλου της Γης, μπορεί να αγγίξει τις ενεργειακές ανάγκες μίας τετραμελούς οικογένειας, δηλαδή 10 Kwh, και να περισσέψουν περίπου 5-10 Kwh. Μεταξύ 30ου και 60ου παραλλήλου της Γης παρατηρείται ο εντονότερος κυματισμός και στα δύο ημισφαίρια. Μάλιστα, υπολογίζεται ότι σε αυτές τις περιοχές μπορεί η παραγόμενη ενέργεια να αγγίξει τις 70 Kwh ανά μέτρο της παραλλήλου. Aν αθροίσουμε αυτήν τη δυναμική, γίνεται αντιληπτή η δυνητική αειφόρα ισχύς της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, στην περιοχή του Αιγαίου έχει υπολογιστεί ότι η δυνητική παραγωγή αγγίζει 15 Kwh ανά μέτρο.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε ότι η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης σε αυτόν τον τομέα, οι οποίες, με τους κατάλληλους χειρισμούς, μπορούν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός ολόκληρου, καινούργιου και αειφόρου οικονομικού και ενεργειακού πυλώνα για την χώρα. Πάνω σε αυτόν τον πυλώνα μπορεί το ελληνικό κράτος να στηριχτεί, και έτσι να αποκτήσει η ελληνική οικονομία μια πραγματικά ισχυρή βιομηχανία.

Πηγές:

  1. CORDIS (2003) ‘Results from the work of the European Thematic Network on Wave Energy’. Available at: http://cordis.europa.eu/documents/documentlibrary/66682851EN6.pdf (Accessed: 5 February 2017).
  2. Eurostat (2016) Renewable energy statistics. Available at: http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Renewable_energy_statistics#Database (Accessed: 5 February 2017).
  3. Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών (2016) Brain drain: Η Ελλάδα έχασε 427.000 νέους επιστήμονες λόγω κρίσης. Available at: http://www.eea.gr/gr/el/articles/brain-drain-i-ellada-exase-427000-neoys-epistimones-logo-krisis (Accessed: 5 February 2017).

Tagged under:

Ο Ιάσονας Μπαρμπόπουλος είναι τελειόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Καπποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθνών.Συμμετέχει σε ποικίλες δράσεις με θέμα την περιβαντολογική προστασία.Έχει διατελέσει ερευνητής του Πανεπιστημίου Αθηνών ,στα πλαίσια ερευνών EU-Silc .

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest