Τα θεμέλια της Σοβιετικής Οικονομίας

Ο κύριος στόχος της Ρωσικής Επανάστασης ήταν η ανατροπή του Τσάρου, και η εγκαθίδρυση ενός οικονομικού συστήματος το οποίο θα βασιζόταν στις αρχές της Μαρξικής θεωρίας. Μετά την επιτυχία της τον Νοέμβριο του 1917, οι επικεφαλής αντιλήφθηκαν άμεσα ότι το δυσκολότερο διακύβευμα δεν ήταν η επικράτηση έναντι του Τσάρου, αλλά το τί θα επακολουθούσε – δηλαδή, η μετατροπή μίας οικονομίας με φεουδαρχικά χαρακτηριστικά σε σοσιαλιστική. Το παρόν άρθρο έχει σκοπό να ρίξει φως σε ορισμένες από αυτές τις αθέατες πλευρές της Σοβιετικής Οικονομίας.

Η μετάβαση στην Κεντρικά Σχεδιασμένη Οικονομία

Η μετάβαση της ρωσικής οικονομίας αποδείχθηκε μία διαδικασία χαοτική, που συνάντησε ποικίλα εμπόδια. Τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν από την επανάσταση ήταν η αναδιανομή της εθνικοποιημένης γης στους αγρότες, και η εθνικοποίηση ορισμένων βασικών βιομηχανιών – των λεγόμενων “υψηλών εντολέων”, δηλαδή των βιομηχανιών που προμήθευαν σε μεγάλο μέρος όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις. Περαιτέρω, ο Lenin είχε διαπιστώσει πως η Τσαρική Ρωσία ήταν πίσω -σε σχέση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης- σε όρους τεχνολογικής εξέλιξης και εκβιομηχάνισης. Επομένως, ένας από τους βασικότερους στόχους του ήταν η εγκαθίδρυση του κομμουνισμού μέσω της εκβιομηχάνισης της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτό συνετάχθη το πλάνο GOELRO, που στόχευε στον εξηλεκτρισμό της Ρωσίας σε χρονικό ορίζοντα δεκαετίας. Οι εντατικές προσπάθειες για αυτήν τη μετάβαση ξεκίνησαν το 1919, όταν ξεκίνησε η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που απασχολούσαν περισσότερα από 5 άτομα, και η σταδιακή κατάργηση των εγχρήματων συναλλαγών. Συγκεκριμένα, οι κρατικές επιχειρήσεις αντάλλασσαν προϊόντα χωρίς τη χρήση χρήματος, οι δημόσιες μεταφορές και υπηρεσίες ήταν δωρεάν, και οι μισθοί πληρώνονταν σε είδος. Επιπρόσθετα, ξεκίνησε η υλοποίηση του προγράμματος αναγκαστικής παράδοσης τροφίμων (Προντραζβερστκα) με την κατάσχεση των τροφίμων που κατείχαν τα αγροτικά νοικοκυριά.

Ωστόσο, λόγω της βίαιης προσαρμογής και της αβεβαιότητας που επικρατούσε, η ρωσική οικονομία περιήλθε σε σοβαρή κρίση. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε στο 1/3 του επιπέδου του 1913, και η αγροτική παραγωγή κατά 40%. Η υπονόμευση της οικονομίας συνεχίστηκε μέχρι το 1921, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν εξεγέρσεις σε διάφορες πόλεις. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος αναγνώρισε το γεγονός ότι οι υλικές συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για την εφαρμογή του σχεδίου. Ειδικότερα, θα έπρεπε να συσσωρευθεί περισσότερο κεφάλαιο στον βιομηχανικό τομέα προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εκβιομηχάνισης.

Για τον λόγο αυτό ο Lenin αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει του αρχικού πλάνου, και να εισάγει το 1921 τη λεγόμενη Νέα Οικονομική Πολιτική, σύμφωνα με την οποία ένα μέρος των λειτουργιών της ελεύθερης αγορά θα επαναφέρονταν. Μεταξύ των μέτρων προβλεπόταν η τήρηση χαμηλών τιμών στα αγροτικά αγαθά και υψηλών τιμών στα βιομηχανικά αγαθά, με σκοπό να υπάρξει αναδιανομή κεφαλαίου από τον αγροτικό τομέα στον βιομηχανικό. Η Νέα Οικονομική Πολιτική πέτυχε εκπληκτικά αποτελέσματα για την οικονομία. Χαρακτηριστικά, μέχρι το 1925 η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε κατά 10% το προπολεμικό επίπεδο.

Εφόσον, πλέον, είχαν δημιουργηθεί ευνοϊκές συνθήκες στη ρωσική οικονομία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, υπό την ηγεσία του Stalin πλέον, άρχισε να λαμβάνει αποφασιστικά μέτρα για την οριστική εγκαθίδρυση του Κομμουνισμού. Μέσω της καταναγκαστικής εκβιομηχάνισης και του κεντρικού σχεδιασμού, ο Stalin πέτυχε υψηλή συσσώρευση κεφαλαίου, κάτι το οποίο είναι δύσκολο να συμβεί σε μία φτωχή αγροτική οικονομία. Μετά το πρώτο πενταετές πλάνο, η Σοβιετική Ένωση πέτυχε αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος κατά 61% (8% η αντίστοιχη αύξηση στη Δ. Ευρώπη) και διπλασιασμό του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού (Berend, 2006).

Βασικά Χαρακτηριστικά της Σοβιετικής οικονομίας

Αν παραλληλιζόταν η Σοβιετική οικονομία με μία μαριονέτα, ο παίκτης θα ήταν το κράτος, ενώ τα σχοινιά θα ήταν τα πενταετή πλάνα. Μερικά από τα ζητήματα που διευθετούσε ένα πενταετές πλάνο είναι η παραγωγή αγαθών ανά κλάδο και ανά επιχείρηση, οι εισροές που θα λάβει κάθε επιχείρηση, καθώς και οι πελάτες των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις ήταν υποχρεωμένες να παραδίδουν το σύνολο του παραγόμενου προϊόντος σε κρατικό φορέα αρμόδιο για τη διανομή των προϊόντων σε όλη τη χώρα. Ο ιδιωτικός τομέας περιοριζόταν μόνο στο 3-4% της οικονομίας, ενώ το ιδιωτικό εμπόριο ήταν παράνομο ως πράξη κερδοσκοπίας. Το κράτος είχε το μονοπώλιο τόσο του εσωτερικού, όσο και του εξωτερικού εμπορίου.

Ο αγροτικός τομέας κολεκτιβοποιήθηκε πλήρως, όντας οργανωμένος στα λεγόμενα κολχόζ. Τα κολχόζ αποτελούσαν αγροτικές κολεκτίβες, οι οποίες περιελάμβαναν μία έκταση ίση με αυτή ενός χωριού, συμπεριλαμβανομένης της καλλιεργήσιμης γης του. Θεωρητικά διοικούνταν από έναν εκλεγμένο επικεφαλής – ωστόσο στην πράξη ο επικεφαλής διοριζόταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τα κολχόζ ήταν υποχρεωμένα να ακολουθούν τις οδηγίες και τα πρότυπα του κράτους. Οι εργαζόμενοι σε αυτά πληρώνονταν σε μονάδες εργάσιμης ημέρας, οι οποίες ονομάζονταν Τρουντόντιν. Συν τοις άλλοις, τα κολχόζ ήταν υποχρεωμένα να πωλούν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους στο κράτος. Λόγω της υποχρεωτικής φύσης της πώλησης, το κράτος είχε τη δυνατότητα να καθορίζει εκείνο την τιμή στην οποία θα αγόραζε τα αγροτικά αγαθά από τις κολεκτίβες. Ενδιαφέρον, επίσης, είναι το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν οι κολεκτίβες να κατέχουν γεωργικά μηχανήματα και τρακτέρ. Οποιαδήποτε γεωργική εργασία απαιτούσε μηχανήματα έπρεπε να εκτελεστεί μέσω εργολαβίας από τον Οργανισμό Μηχανοτρακτερικών Σταθμών, τον οποίον πλήρωναν σε είδος.

Θεωρείται ότι τα δύο ανωτέρω γεγονότα εξυπηρετούσαν στην υποβάθμιση του αγροτικού τομέα, με σκοπό την ανάδειξη του βιομηχανικού. Σε μία ελεύθερη αγορά οι τιμές καθορίζονται βάσει τις προσφοράς και της ζήτησης. Στη Σοβιετική οικονομία, αντιθέτως, οι τιμές ορίζονταν από το κράτος, και χρησιμοποιούνταν κυρίως για λογιστικούς λόγους στις ανταλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων, καθώς και για τη μέτρηση των πενταετών στόχων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι καταναλωτές απολάμβαναν χαμηλές τιμές -συχνά χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής- σε αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα, η ένδυση και η στέγαση (Berend, 2006).

Εν κατακλείδι

Θα μπορούσε να υπάρξει μία τέτοια οικονομία στις μέρες μας; Ένα τέτοιο εγχείρημα θα έφερνε ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία από αυτή που αντιμετώπισε η Επανάσταση, λόγω του γεγονότος ότι οι σύγχρονες οικονομίες είναι σαφώς πιο πολύπλοκες σε σύγκριση με το 1917. Όμως, ακόμα και αν δεν αναλογιστούμε την πολυπλοκότητα των σημερινών οικονομιών, το σοβαρότερο πρόβλημα το οποίο συνετέλεσε στην κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. είναι η αναποτελεσματικότητα του εν λόγω οικονομικού συστήματος. Ο κεντρικός σχεδιασμός δημιούργησε σημαντικές στρεβλώσεις στον μηχανισμό της οικονομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι αρκετοί αγρότες δεν είχαν κίνητρο να εργαστούν, καθώς σε κάθε περίπτωση θα λάμβαναν τον μισθό τους (Nove, 1992). Λόγω της αναποτελεσματικότητας και της αντιπαραγωγικότητας προέκυψε η ανάγκη μεταρρύθμισης κατά τη δεκαετία του 1980, η οποία τελικά οδήγησε στη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. (Goldman, 1992). Επομένως, η λύση για μία οικονομία είναι η πλήρης φιλελευθεροποίησή της; Όχι απαραίτητα. Υπάρχουν σημαντικά προβλήματα, όπως η ανισοκατανομή του εισοδήματος και οι εξωτερικότητες, τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς την παρέμβαση του κράτους. Συμπερασματικά, το γεγονός ότι το σύστημα της κεντρικά ελεγχόμενης οικονομίας δεν λειτούργησε, δεν καταργεί συλλήβδην τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το κράτος σε μία οικονομία.

Πηγές:

  1. Goldman, M. (1992). Perestroika. http://www.econlib.org/library/Enc/Perestroika.html?highlight=%5B%22perestroika%22%5D
  2. Berend, I. (2006). Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου αιώνα. Gutenberg
  3. Nove, A. (1992). An economic history of the USSR 1917-1991. Penguin Books

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest