Θιβέτ: Η Στέγη του Κόσμου ως αντικείμενο κυριαρχικών αμφισβητήσεων

Αυτό το άρθρο είναι το ο μέρος από τα 5 με τίτλο: Διπλωματία και Πολιτική των Εδαφικών Διαφορών
Αρκετός χρόνος έχει περάσει από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλώ συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Η γεωπολιτική σημασία της «Στέγης του Κόσμου» τοποθετεί τις εξελίξεις στην περιοχή της ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της παγκόσμιας ιστορίας και στρατηγικής. Η διαμάχη σχετικά με την κυριαρχία στην ανωτέρω περιοχή αποτελεί ένα από τα συνήθη παραδείγματα των εθνοτικών διαμαχών, ανάμεσα σε ένα λαό που μάχεται για την ανεξαρτησία του, και του αντιπάλου που επιθυμεί να διατηρήσει την ιστορική του κυριαρχία στο έδαφος αυτό. Η επίλυση της εν λόγω σύγκρουσης φαντάζει ουτοπική, καθώς δεν υπάρχει ομόφωνη άποψη από τα εμπλεκόμενα κράτη σχετικά με την επικρατούσα -σε αυτές τις περιπτώσεις- αντίληψη αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κρατικής κυριαρχίας. Στην περίπτωση του Θιβέτ, και οι δύο πλευρές παρουσιάζουν ιστορικά στοιχεία για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Στην παρούσα έρευνα γίνεται μια ενδελεχής παρουσίαση του ιδιαίτερου χαρακτήρα της περιοχής του Θιβέτ και της ιστορικής του εξέλιξης, μαζί με τις αιτίες για την κυριαρχική διαμάχη στην περιοχή, τις κρίσεις και τα προβλήματα που προκλήθηκαν. Στόχος είναι η εξαγωγή ενός έγκυρου και ρεαλιστικού συμπεράσματος σχετικά με το μέλλον της περιοχής, κυρίως αναφορικά με την πιθανότητα ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσης.

Το Θιβέτ ανά τους αιώνες

Το Θιβέτ είναι μια περιοχή στο οροπέδιο του Θιβέτ στην Ασία. Είναι η παραδοσιακή πατρίδα των αυτοχθόνων Θιβετιανών, καθώς και ορισμένων άλλων εθνοτικών ομάδων, όπως οι λαοί Lhoba, ενώ κατοικείται από μεγάλο αριθμό Κινέζων Han και Hui. Είναι η υψηλότερη περιοχή στη Γη, με μέσο υψόμετρο 4900 μέτρα, και με υψηλότερη κορυφή το Έβερεστ, το υψηλότερο βουνό της Γης – γι’ αυτό αναφέρεται και ως «Στέγη του Κόσμου».

Η Θιβετιανή Αυτοκρατορία εμφανίστηκε κατά τον 7ο αιώνα, όταν πολλά μέρη της περιοχής εκείνης ενώθηκαν υπό τον βασιλιά Songtsän Gampo. Ωστόσο, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας του, η περιοχή χωρίστηκε σε μια πληθώρα εδαφών, με διαφορετικές πολιτικές δομές ανά περιοχή (Goldstein, 1994). Τα σημερινά σύνορα του Θιβέτ αποσαφηνίστηκαν τον 18ο αιώνα, παρόλες τις δυσκολίες, ενώ το 1913 πραγματοποιήθηκε η πρώτη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του, χωρίς, όμως, την συνεπακόλουθη αναγνώριση από την επόμενη Κινεζική δημοκρατική κυβέρνηση. Αργότερα, η Λάσα πήρε τον έλεγχο του δυτικού τμήματος και διατήρησε την αυτονομία της περιοχής μέχρι το 1951.

Το 1949-1950, μετά την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ο Mao Tse-tung διέταξε την απελευθέρωση του Θιβέτ από τον Απελευθερωτικό Στρατό του Λαού, γεγονός που προκάλεσε θύελλα συγκρούσεων αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις στη γη. Μετά τη μάχη στη Chamdo και την αποχώρηση του Δαλάι Λάμα από την Ινδία, το Θιβέτ ενσωματώθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, με κατάργηση της προηγούμενης κυβέρνησης του Θιβέτ το 1959 (BBC, 2011). Το γεγονός αυτό οδήγησε τον ίδιο τον Δαλάι Λάμα να εγκαταλείψει τα σχέδια για ανεξαρτησία, ενώ συνέχισε να ζητά γνήσια αυτονομία και σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Θιβέτ. Αυτή η ενσωμάτωση έχει δεχτεί αμφισβητήσεις σχετικά με το εάν συμβαδίζει με το Διεθνές Δίκαιο. Παρόλα αυτά, η Κίνα κυβερνά σήμερα το δυτικό και κεντρικό Θιβέτ, ενώ οι ανατολικές περιοχές είναι πλέον αυτόνομοι νομοί, και ένα μικρό μέρος της είναι υπό τον έλεγχο της Ινδίας. Η πρωτεύουσα της χώρας είναι η Λάσα, και οι κάτοικοί της ομιλούν τη θιβετιανή γλώσσα.

Γεωγραφικά, η UNESCO θεωρεί το Θιβέτ ως τμήμα της Κεντρικής Ασίας, ενώ διάφορες ακαδημίες στη Νότια Ασία το θεωρούν τμήμα της Νότιας Ασίας. Πολιτικά, υπάρχουν διάφορες εντάσεις στο Θιβέτ, με εξόριστες -πλην δραστήριες- ομάδες, αλλά και ακτιβιστές που έχουν συλληφθεί ή υφίστανται βασανιστήρια (BBC, 2014). Αναφορικά με την οικονομία, κυρίαρχος είναι ο γεωργικός τομέας, τον οποίο σιγά-σιγά συναγωνίζεται ο τουρισμός. Η κυρίαρχη θρησκεία στο Θιβέτ είναι ο θιβετιανός βουδισμός, ενώ υπάρχει επιπλέον και το Bon, το οποίο ομοιάζει του θιβετιανού βουδισμου. Τέλος, στην περιοχή κατοικούν Θιβετιανοί μουσουλμάνοι και κάποιες χριστιανικές μειονότητες (ReligionFacts, 2004).

Ο Ρόλος του Δαλάι Λάμα

Από τις αρχές του 17ου αιώνα έως και σήμερα, οι πνευματικοί ηγέτες της περιοχής, γνωστοί ως Δαλάι Λάμα, είναι αρχηγοί της κεντρικής θιβετιανής κυβέρνησης – τουλάχιστον ονομαστικά. Το 1751, η κυβέρνηση της Μαντζουρίας θεσμοθέτησε τον Δαλάι Λάμα ως πνευματικό ηγέτη του Θιβέτ, αλλά και ως αρχηγό της κυβέρνησης. Από τότε έως το 1959, ο Δαλάι Λάμα και οι αντιβασιλείς του ασκούσαν πολιτική εξουσία και είχαν τον πρώτο λόγο για τα θρησκευτικά και διοικητικά θέματα.

Ως θεσμός, έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην οικοδόμηση της ειρήνης μέσα στο Θιβέτ. Είναι, άλλωστε, και ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να καθησυχάσει την κινεζική κυβέρνηση, αλλά και την εξόριστη κοινότητα του Θιβέτ, κερδίζοντας τον παγκόσμιο θαυμασμό. Η πολιτική του θέση βασίζεται στο γεγονός ότι οι Θιβετιανοί που ζουν στο εσωτερικό του Θιβέτ ενδιαφέρονται περισσότερο για την καλύτερη διακυβέρνηση της περιοχής, και όχι τόσο για πλήρη ανεξαρτησία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να καθησυχάσει την κινεζική κυβέρνηση, και να την φέρει πιο κοντά στην ιδέα των διαπραγματεύσεων (Stokes, 2010).

Συζήτηση για την κυριαρχία του Θιβέτ

Το ζήτημα της κυριαρχίας του Θιβέτ έχει τις ρίζες του στις ακόλουθες δύο διαφωνίες. Η πρώτη σχετίζεται με τον διαχωρισμό των εδαφών εντός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που ανήκουν πολιτικά στο Θιβέτ, και τη δημιουργία ενός νέου ανεξάρτητου κράτους. Το δεύτερο ζήτημα εξετάζει αν το Θιβέτ ήταν ανεξάρτητο ή εξαρτώμενο από την Κίνα σε ορισμένα σημεία της πρόσφατης ιστορίας του. Ο πυρήνας της διαφοράς είναι το καθεστώς του Θιβέτ, με την Κίνα να υποστηρίζει ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, βασιζόμενη σε ιστορικά στοιχεία, και τους Θιβετιανούς να υποστηρίζουν ότι ήταν ανέκαθεν μια ανεξάρτητη χώρα (Sperling et al., 2000).

Η εξέλιξη του ζητήματος σημαδεύτηκε βαθύτατα από τις αποφάσεις των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, και όχι από εξωγενείς παράγοντες. Από τη μία, ο Δαλάι Λάμα και η εξόριστη κυβέρνηση φαίνεται πως αποδέχονται το Θιβέτ ως τμήμα της Κίνας. Ωστόσο, αυτό δεν έχει καταστεί σαφές στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η οποία τον έχει επιδεικτικά κατηγορήσει ως υποκριτή, μιας και στην ουσία είναι απρόθυμος να αναγνωρίσει το Θιβέτ ως αναπόσπαστο τμήμα της Κίνας εδώ και αιώνες. Παράλληλα, φοβούνται την επιρροή που ασκεί, με κίνδυνο την πιθανή αναταραχή στο εσωτερικό της Κινεζικής χώρας.

Εξαιτίας αυτής της αμφισβήτησης έχουν προκληθεί πολλές συγκρούσεις εντός της περιοχής του Θιβέτ, γεγονός που έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στους Κινέζους σχετικά με την ασφάλεια της περιοχής, αλλά και τη διατήρηση της κυριαρχίας τους σε αυτή. Οι Κινέζοι, εκούσια, παρουσιάζονται ως θύματα του ξένου ιμπεριαλισμού, και θεωρούν πως για την προστασία τους πρέπει να διατηρήσουν μια σκληρή στάση σε θέματα κυριαρχίας σε μέρη όπως το Θιβέτ, για να μην ξεκινήσουν παρόμοιες αμφισβητήσεις και σε άλλες σημαντικές περιοχές.

Παράλληλα, οι πολιτικές κινητοποιήσεις από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού δεν έχουν βοηθήσει μέχρι στιγμής την κατάσταση γιατί, ως επί το πλείστον, καθοδηγούν το Θιβέτ να ασκήσει πίεση για την ανεξαρτησία του. Συνεπώς, οι σχέσεις ανάμεσα σε Η.Π.Α και Κίνα έχουν ψυχρανθεί (Stokes, 2010).

Κινεζική διακυβέρνηση

Άλλη αιτία σύγκρουσης υπήρξε η συγκρότηση της κινεζικής διακυβέρνησης στην περιοχή – αν και είναι κοινώς αποδεκτό ότι, σε γενικά επίπεδα, βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο στο Θιβέτ. Σύμφωνα με κινεζικές πηγές, η Κίνα έχει επενδύσει πολλά χρήματα που βοήθησαν στην αύξηση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) της περιοχής. Ωστόσο, πολλοί Θιβετιανοί, τόσο εντός όσο και εκτός Θιβέτ, πιστεύουν ότι οι πολιτικές εκσυγχρονισμού της κινεζικής κυβέρνησης έχουν πλήξει την περιοχή. Ως απόδειξη παραθέτουν στοιχεία που δείχνουν ότι τα περισσότερα οφέλη ευνοούν μέλη της εθνοτικής κινεζικής ομάδας Han, που έχουν μεταναστεύσει στο Θίβετ λόγω φορολογικών κινήτρων κυρίως, ενώ το 85% των Θιβετιανών ζει στην απόλυτη φτώχεια.

Ταυτόχρονα σημειώνεται πως, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχει υπονομευθεί η πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική ελευθερία του Θιβέτ, με τους Θιβετιανούς να αισθάνονται όλο και περισσότερο απομακρυσμένοι από τα πολιτικά δικαιώματα στη γη τους. Ως απόδειξη δείχνουν τους περιορισμούς που τους έχουν επιβληθεί ακόμα και στις μεθόδους καλλιέργειας, γεγονός που οδήγησε, σύμφωνα με ορισμένους, στην εξαθλίωση του θιβετιανού λαού (Stokes, 2010).

Ο ρόλος της Ινδίας

Οι σχέσεις Ινδίας- Κίνας έχουν αναπόφευκτα σημαδευτεί από το ζήτημα του Θιβέτ. Για περισσότερο από μισό αιώνα, η Ινδία υπήρξε άλλοτε ευγενική και άλλοτε λιγότερο φιλόξενη στους δεκάδες χιλιάδες Θιβετιανούς που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, και τους επέτρεψε να χτίσουν μία μικρογραφία του Θιβέτ στα όρια του κράτους τους, δείχνοντας συμπόνια στην ανθρωπιστική κρίση με την οποία βρισκόταν αντιμέτωπο το Θιβέτ. Όμως, στάθηκε δύσκολο να διατηρήσει, παράλληλα, και στενή οικονομική σχέση με την Κίνα, γι’ αυτό και έπρεπε να διαχειριστεί το ζήτημα με μεγάλη λεπτότητα και προσοχή. Για να το καταφέρει αυτό, δεν επιτρέπει στους Θιβετιανούς να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που οργανώνονται μεν στην Ινδία, αλλά είναι αντίθετες με την κινεζική πολιτική. Γενικότερα, οι Θιβιετιανοί κλήθηκαν να τηρήσουν κάποιους περιορισμούς σχετικά με τις δραστηριότητές τους εντός της Ινδίας, αλλά παράλληλα τους δόθηκαν και σημαντικά δικαιώματα. Αναφορικά με τις σποραδικές εξεγέρσεις των Θιβετιανών, η Ινδία προσπαθεί να τις καταστείλει με αποτελεσματικά μέτρα, δράση που χαιρετίζει η κινεζική πλευρά. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει σταματήσει να βοηθά τους Θιβετιανούς (Timmons and Vyawahare, 2012).

Μεγάλες Κρίσεις

Το 1951 υπογράφηκε η ‘‘Συμφωνία της Κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας και της Τοπικής Κυβέρνησης του Θιβέτ για τα Μέτρα Ειρηνικής Απελευθέρωσης του Θιβέτ’’ ή διαφορετικά η ‘‘Συμφωνία των Δεκαεπτά Σημείων για την Ειρηνική Απελευθέρωση του Θιβέτ’’, ένα έγγραφο με το οποίο οι σύνεδροι του 14ου Δαλάι Λάμα κατέληξαν σε συμφωνία με την Κεντρική Λαϊκή Κυβέρνηση της -τότε νεοσύστατης- Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ώστε να επιβεβαιώσουν την κινεζική κυριαρχία στο Θιβέτ, και τη διατήρηση του δικαιώματος της τοπικής κυβέρνησης του Θιβέτ για τοπικές μεταρρυθμίσεις (Tibet justice center – legal materials on Tibet – china – Seventeen-Point plan for the peaceful liberation of Tibet (1951) [p.182], 1951). Ως έγγραφο, όμως, αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης, εφόσον η Κεντρική Διοίκηση του Θιβέτ θεώρησε ότι η συμφωνία είναι άκυρη, και έχει υπογραφεί υπό εξαναγκασμό, ενώ, παράλληλα, ο 14ος Δαλάι Λάμα έχει αποκηρύξει τη συμφωνία σε πολλές περιπτώσεις (Klein, 2014).

Στη συνέχεια, από το 1950 έως το 1996, ακολούθησε μια σειρά από πολιτικές και πολιτιστικές διαμαρτυρίες στο Θιβέτ, με δεκάδες συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις Θιβετιανών πολιτών, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την στέρηση του δικαιώματος ελεύθερης άσκησης της πολιτιστικής τους ταυτότητας μέσα στην ίδια τους την περιοχή (Department of Information and International Relations Central Tibetan Administration, 2010). Ενώ καταλυτική σημασία για το μέλλον του Θιβέτ έπαιξαν οι Θιβετιανές Εξεγέρσεις του 2008, μία σειρά από πορείες, διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στη Θιβετιανή πρωτεύουσα και εξαπλώθηκαν και σε άλλες περιοχές του Θιβέτ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 18 άμαχοι και να υπάρξουν 382 τραυματίες (The New York Times, 2008). Ξεκίνησε, αρχικά, ως η παρακολούθηση της ετήσιας Θιβετιανής Ημέρας Εξέγερσης, και εξελίχθηκε σε ένα μακελειό, με μοναχούς να οδηγούνται σε λεηλασίες και θανατώσεις Han και Hui Κινέζων αμάχων (The Economist, 2008). Οι κινεζικές αρχές έφτασαν να κατηγορήσουν μέχρι και τον Δαλάι Λάμα για την οργάνωση των επεισοδίων, αν και εκείνος το αρνήθηκε, δηλώνοντας πως έφταιγε η γενικότερη δυσφορία των Θιβετιανών έναντι της Κινεζικής κυριαρχίας. Ως γεγονός χαρακτηρίζεται ιστορικής σημασίας, πλήττοντας την Κίνα λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου – μια περίοδο που καλείτο να αποδείξει την εθνική αρμονία και οικονομική ευημερία του κράτους της. Οι Θιβετιανοί, μέσω αυτών των διαδηλώσεων, ενοποιήθηκαν και επέδειξαν αλληλεγγύη έναντι των προσπαθειών καταστολής και της σκληρής στάσης της κινεζικής πλευράς, ενώ η διεθνής πολιτική σκήνη ζητούσε από την Κίνα να αποκαταστήσει το status quo, επικαλούμενη τις αρχές της διαφάνειας και του διεθνούς δικαίου (Department of Information and International Relations Central Tibetan Administration, 2010).

Προσπάθειες Επίλυσης

Τα χρόνια μετά τη βασιλεία του Mao, υπήρξε μια περίοδος με νέες κινεζικές πρωτοβουλίες για την επίλυση των ζητημάτων κυριαρχίας του Θιβέτ. Έπειτα από κινεζική εντολή, ο Δαλάι Λάμα έστειλε τρεις διερευνητικές αντιπροσωπείες στο Θιβέτ το 1979-80, αλλά, σε αντίθεση με τις προσδοκίες των Κινέζων, οι επισκέψεις αυτές δεν ενίσχυσαν το συμβιβαστικό πνεύμα των Θιβετιανών, αλλά προκάλεσαν δυνατές εθνικιστικές τάσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι Κινέζοι δεν σταμάτησαν τις προσπάθειες για συνεργασία, με σκοπό τη δημιουργία μιας νέας συμφιλιωτικής πολιτικής εντός του Θιβέτ, η οποία θα ενίσχυε εθνοτικά την Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ (The center for research on Tibet, 1998).

Μετά την κατάρρευση όλων αυτών των διαπραγματεύσεων, ο Δαλάι Λάμα δρομολόγησε το 1987 μια διεθνή εκστρατεία για να εξασφαλίσει την πολιτική στήριξη των Η.Π.Α και της Ευρώπης στο εγχείρημα για την ανεξαρτητοποίηση του Θιβέτ, υποστηρίζοντας ότι ήταν παράνομα κατεχόμενο από την Κίνα, και ότι έπρεπε να γίνει μια αυτοδιοικούμενη δημοκρατική οντότητα, με δυτικού τύπου δημοκρατικά δικαιώματα. Η Κίνα θα παρέμενε υπεύθυνη για την εξωτερική πολιτική του Θιβέτ, και το ίδιο το Θιβέτ θα αποφάσιζε για την ανάπτυξη μη πολιτικών τομέων – όπως το εμπόριο και η εκπαίδευση.

Η κινεζική πλευρά, αρχικά, επέκρινε ανοιχτά τις εν λόγω δραστηριότητες, αλλά στη συνέχεια άλλαξε γραμμή πλεύσης για να μην ενισχύσει τη συσπείρωση εναντίον της, κατηγορώντας εν τέλει τα δικά της στελέχη στο Θιβέτ για ανεπάρκεια. Την ίδια στιγμή, οι Η.Π.Α., θέλοντας να δείξουν την υποστήριξή τους στις δυσκολίες του Θιβετιανού λαού, υπέγραψαν το Δεκέμβριου του 1987 μια τροποποίηση της ‘‘Άδειας Πράξης των Εξωτερικών Σχέσεων’’, τονίζοντας πως οι Κινέζοι πρέπει να σέβονται τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα των Θιβετιανών, και πως θα πρέπει να εκδώσουν όλους τους πολιτικούς κρατούμενους στο Θιβέτ. Ωστόσο, οι Θιβετιανοί, θεωρώντας πως έχουν πλέον την υποστήριξη των Αμερικανών, οδηγήθηκαν σε νέες εξεγέρσεις, με την κατάσταση να βγαίνει εκτός ελέγχου στη Λάσα το Μάρτιο του 1989, και το Πεκίνο να κηρύττει στρατιωτικό νόμο στο Θιβέτ (The center for research on Tibet, 1998). Αυτό σήμαινε ακόμη σκληρότερη πολιτική γραμμή, με πιο αποτελεσματικά μέτρα ασφαλείας και περαιτέρω περιορισμό της θρησκευτικής και πολιτιστικής απελευθέρωσης. Ταυτόχρονα, επιταχύνθηκε πρόγραμμα για ταχεία οικονομική ανάπτυξη, με μεγαλύτερη κινεζική επιρροή, και απώτερο σκοπό τη δημογραφική εξασθένιση του Θιβέτ λόγω των ξένων επιχειρηματικών εισροών (The center for research on Tibet, 1998).

Συμπεράσματα

Εξετάζοντας όλες τις πτυχές της διαμάχης στην περιοχή του Θιβέτ, ως πιθανό συμπέρασμα προκύπτει ότι μόνο ένας συμβιβασμός με αμοιβαίες υποχωρήσεις θα μπορούσε να δώσει κάποιου είδους λύση, και να προστατεύσει τον Θιβετιανό πληθυσμό, την κουλτούρα, τη θρησκεία και τη γλώσσα του. Η διατήρηση του ήδη υπάρχοντος πολιτικού σύστηματος κρίνεται εποικοδομητική, με στόχο την αφύπνιση και οικονομική αναδόμηση της περιοχής.

Βασικό εμπόδιο στην επίλυση των προβλημάτων αποτελεί το αίτημα των εξορίστων για την επαναδημιουργία του Μεγάλου Θιβέτ, κάτι που το Πεκίνο αρνείται κατηγορηματικά να δεχτεί. Ο μόνος τρόπος για να υπάρξει κάποια πρόοδος στις συζητήσεις πάνω στο ζήτημα αυτό θα ήταν η εξασφαλισμένη κυριαρχία της Κίνας στο Θιβέτ, ακόμη και μετά από ενδεχόμενες αλλαγές, με την στήριξη του Δαλάι Λάμα και των Η.Π.Α. (The center for research on Tibet, 1998).

Εν κατακλείδι, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τις προαναφερθείσες πληροφορίες επί του θέματος, εκτιμάται πως το Θιβέτ πιθανότατα θα παραμείνει υπό την κυριαρχία της Κίνας, αποκτώντας, όμως, περισσότερη πολιτική αυτονομία. Η ανέλιξη της Κίνας ως μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις παγκοσμίως θα δώσει μεγάλη ώθηση στο Θιβέτ, το οποίο θα αποκομίσει και τα ανάλογα κέρδη, εφόσον δεν πάψει να διεκδικεί τα δικαιώματά του. Με τις απαραίτητες ενέργειες για μια πιο διπλωματική διεκδίκηση των συμφερόντων του, θα υποστεί μικρότερες απώλειες, ενώ η προσπάθειά του θα συνεχίσει να αναγνωρίζεται διεθνώς ως άξια θαυμασμού για το θάρρος και το κουράγιο του λαού του.

Πηγές:

  1. Patranobis, S. (2012) ‘India behind Tibet problem’. Available at: http://www.hindustantimes.com/world/india-behind-tibet-problem/story-agt7XlEVnSeWspKqXJvw6O.html (Accessed: 22 January 2017).
  2. BBC (2011) Q&A: China and the Tibetans. Available at: http://www.bbc.com/news/world-asia-pacific-14533879 (Accessed: 18 January 2017).
  3. BBC (2014) Tibet profile – overview. Available at: http://www.bbc.com/news/world-asia-pacific-16689779 (Accessed: 18 January 2017).
  4. Department of Information and International Relations, Central Tibetan Administration (2010) 2008 uprising in Tibet: Chronology and analysis. Dharamsala: UN, EU & Human Rights Desk, Department of Information and International Relations, Central Tibetan Administration. Available at: http://www.tibetcorps.org/files/Resources/tibetprotest2008.pdf (Accessed: 20 January 2017).
  5. The Economist (2008) Fire on the roof of the world. Available at: http://www.economist.com/node/10870258 (Accessed: 22 January 2017).
  6. Goldstein, M. (1994) ‘Change, Conflict and Continuity among a Community of Nomadic Pastoralist: A Case Study from Western Tibet, 1950–1990’, in What is Tibet? – Fact and Fancy. pp. 76-87.
  7. Klein, E. (2014) Tibet’s status under international law. Available at: http://info-buddhism.com/Tibet_Status_Under_International_Law.html (Accessed: 20 January 2017).
  8. Religion Facts (2004) Bon. Available at: http://www.religionfacts.com/bon (Accessed: 22 January 2017).
  9. Sperling, E., Essays, O.S., Marshall, S., Harris, M., Watch, H.R., Schell, O. and Spiegel, M. (2000) Tibet since 1950: Silence, prison, or exile. New York: Aperture.
  10. Stokes, D. (2010) Conflict over Tibet: Core causes and possible solutions. Available at: http://www.beyondintractability.org/casestudy/stokes-tibet (Accessed: 20 January 2017).
  11. The center for research on Tibet (1998) Available at: https://case.edu/affil/tibet/staffPub/f_affairs.htm (Accessed: 20 January 2017).
  12. Tibet justice center – legal materials on Tibet – china – Seventeen-Point plan for the peaceful liberation of Tibet (1951) [p.182] (1951) Available at: http://www.tibetjustice.org/materials/china/china3.html (Accessed: 18 January 2017).
  13. The New York Times (2008) Tibetan riots spread outside region. Available at: http://www.nytimes.com/2008/03/16/world/asia/16iht-tibet.1.11134870.html (Accessed: 22 January 2017).
  14. Timmons, H. and Vyawahare, M. (2012) Between Tibet and china, India Plays delicate balancing act. Available at: https://india.blogs.nytimes.com/2012/04/03/between-tibet-and-china-india-plays-delicate-balancing-act/?_r=2 (Accessed: 18 January 2017).
Πλοήγηση στις σειρές

Tagged under:

Η Χριστίνα Σφίτσου είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Είναι Δόκιμη Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, στον τομέα των Ευρωατλαντικών Ερευνών και Δόκιμη Ερευνήτρια στο Εργαστήριο Μελέτης Κρατών BRICS, στην Ερευνητική Ομάδα της Ρωσίας, του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Συμμετέχει σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών και των Ευρωπαϊκών θεσμών και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα κάνει την πρακτική της άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών. [email protected]

Website: https://powerpoltics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest