Ισλαμικό Κράτος: Γέννηση, Διατήρηση, Επιβολή

Guest Post της Ήβης Καρρά, φοιτήτριας της Νομικής Σχολής Αθηνών. Τον τελευταίο χρόνο ξεκίνησε να ασχολείται πιο εντατικά με την μελέτη των διεθνών σχέσεων και τη διπλωματία μεταξύ των κρατών, μέσω της συμμετοχής της σε συνέδρια προσωμοίωσης διεθνών οργάνων και σε σχετικά σεμινάρια.

 

Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του ο Μωάμεθ πολεμούσε τις παγανιστικές φυλές της Μέκκα, και ήδη από το 610 ξεκίνησε το κήρυγμα ενός αβρααμικού μονοθεϊσμού. Ήταν το 630 όταν ο προφήτης και οι υποστηρικτές του κατέλαβαν την πόλη, κατέστρεψαν το τοπικό παγανιστικό ιερό και το μετέτρεψαν σε τόπο λατρείας του Αλλάχ. Περίπου 100.000 άνθρωποι ασπάστηκαν τα διδάγματα του Προφήτη και του Αλλάχ, ενώ οι παγανιστικές φυλές άρχισαν σταδιακά να διασπώνται. Το 632 μΧ. ο Μωάμεθ πεθαίνει, αφήνοντας κενή τη θέση της διαδοχής του. Σε μία ιστορική περίοδο, που το καθιερωμένο ήταν να αναλαμβάνει τη διαδοχή ο υιός του θανόντα, ποιος επρόκειτο να αναλάβει τα ηνία όταν μοναδικός απόγονος του μεγάλου προφήτη ήταν η μοναχοκόρη του; Στο κρίσιμο αυτό ζήτημα μία άμεση λύση θα φάνταζε ουτοπική. Ο θάνατος του Μωάμεθ σήμανε το κομβικό χρονικό σημείο διάσπασης των Ισλαμιστών σε δύο μερίδες.

Από την μία πλευρά τάχθηκαν όσοι θεωρούσαν ότι διάδοχος του Μωάμεθ έπρεπε να ορισθεί ο Abu Bakr, σύντροφος και πεθερός του προφήτη. Αυτοί ονομάστηκαν Σουνίτες και αποτελούν ως σήμερα την πλειοψηφία των πιστών. Από την άλλη πλευρά, υπήρξε μία μειοψηφία – γνωστή ως Σιίτες – που υποστήριζε ότι τον Μωάμεθ πρέπει να διαδεχθεί ο ανιψιός του Ali. Η αντίθεση μεταξύ των δύο θρησκευτικών ομάδων μετατράπηκε σύντομα σε επεισόδια βιαιοτήτων, με πρωταγωνιστές τους Σουνίτες που οδήγησαν στρατιωτικό άγημα εναντίον του Ali. Ο τελευταίος τελικά πεθαίνει και τον διαδέχεται ο υιός του Hussein. Έκτοτε η ρήξη στο Ισλάμ ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη, ενώ τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν – αν όχι τα αίτια – σίγουρα την αφορμή του επικείμενου εμφυλίου πολέμου.

the-origins-of-the-shia-sunni-split-by-mike-shuster

 

Μετά από τόσα χρόνια οι δύο αυτές ομάδες συνυπήρξαν ανά διαστήματα, άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε μέσα από διαταραχές. Εξωτερικοί παράγοντες όμως επρόκειτο να αμβλύνουν το μεταξύ τους χάσμα, ανάμεσα στους οποίους και η πολιτική πρακτική των δυτικών χωρών αναφορικά με την Μέση Ανατολή.

 

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου οι νικητήριες δυνάμεις συγκάλεσαν τη διεθνή Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η οποία ξεκίνησε στις 18 Ιανουαρίου του 1919 και ολοκληρώθηκε – κατόπιν διακοπών – στις 21 Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Μεταξύ άλλων, με απόφαση της Συνδιάσκεψης δημιουργήθηκε η Κοινωνία των Εθνών, υπό την οποία ολοκληρώθηκε η διανομή των κεκτημένων εδαφών της Μ. Ανατολής στους νικητές του πολέμου. Τα εδάφη αυτά οργανώθηκαν ως κράτη που διευθύνονταν από την «εντολοδόχο» χώρα, η οποία μάλιστα είχε το δικαίωμα να αποφασίζει για το χρόνο που αυτά θα αποκτούσαν ικανότητα για αυτοδιαχείριση. Έτσι, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ουσιαστικά δημιούργησαν αυτά τα μελλοντικά κράτη προκειμένου να διατηρήσουν τη δική τους κυριαρχία σε εκτάσεις που θεωρούσαν ότι κατείχαν σημαίνουσα οικονομική και στρατηγική δύναμη. Όμως οι εκτάσεις αυτές πάντα αποτελούνταν από μία μείξη θρησκευτικών και εθνικιστικών μειονοτήτων, τις τριβές των οποίων η παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων ενίσχυσε με γεωμετρική πρόοδο.

Στο Ιράκ, επί παραδείγματι, υπήρχαν οι Κούρδοι – Σουνίτες μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα – που κατοικούσαν στο Βόρειο τμήμα της χώρας. Αυτοί είχαν λάβει τις υποσχέσεις των Γάλλων για μια μελλοντική αυτονομία. Στο κεντρικό και δυτικό τμήμα της χώρας υπήρχε μεγάλη παρουσία Σουνιτών, ενώ τα ανατολικά εδάφη ήταν κατειλημμένα από σημαντικό αριθμό Σιιτών. Στο νεοσυσταθέν κράτος του Λιβάνου οι Γάλλοι ενισχύουν τους Χριστιανούς Μαρωνίτες (εθνοθρησκευτική κοινότητα του ανατολικού χριστιανικού δόγματος της Ρωμαιοκαθολική εκκλησίας), θέτοντάς τους στην ελίτ της χώρας, και τον Αύγουστο του 1920 διαιρούν τον Λίβανο σε τέσσερα αυτόνομα διοικητικά κρατίδια (Μεγάλος Λίβανος, Λατακία, Δαμασκός, Χαλέπι), κερδίζοντας έτσι μία σχετική πλειοψηφία έναντι των Σιιτών και Σουνιτών. Από την άλλη, στην σημερινή περιοχή της Συρίας, οι Γάλλοι αρχικά χώρισαν τους Αλαουίτες (από τους οποίους κατάγεται η οικογένεια Assad) και τους Δρούζους σε δικά τους κράτη. Με τον χωρισμό των αντίθετων θρησκευτικών ομάδων συντελείται μια προσπάθεια διάσπασης στο εσωτερικό της χώρας, με απώτερο σκοπό τον καλύτερο έλεγχό της από την γαλλική εντολή. Η Συρία θα πάρει την σημερινή της μορφή κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Από την αρχή αυτά τα νεοσυσταθέντα κράτη χαρακτηρίζονταν από αναταραχές, επαναστάσεις, ακόμα και από εμφυλίους πολέμους. Οι περισσότερες από τις αρχικές επαναστάσεις κατευθύνονταν έναντι των αποικιακών αρχών (λ.χ. οι διαδηλώσεις το 1922 στο Ιράκ με αίτημα τον τερματισμό της Βρετανικής εντολής και τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Ιράκ). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν τελικά τα κράτη αυτά κέρδισαν την ανεξαρτησία τους, τα διάφορα θρησκευτικά δόγματα και οι διάφορες εθνότητες μάχονταν μεταξύ τους για να επικρατήσουν στην εξουσία. Οι Κούρδοι, οι Σουνίτες και οι Σιίτες στο Ιράκ, οι Εβραίοι και οι Άραβες στην Παλαιστίνη (μετέπειτα Ισραηλίτες και Παλαιστίνιοι), οι Μαρωνίτες και οι Μουσουλμάνοι στον Λίβανο και οι Αλεβίτες και οι Σουνίτες στην Συρία. Καθίσταται εύλογα αντιληπτό ότι οι προκύπτουσες διαμάχες δεν ήταν τόσο προϊόν του αραβικού χαρακτήρα – ή του Ισλάμ – όσο της δυτικής ανάμειξης στην πολιτική της Μέσης Ανατολής, αλλά και των ευρύτερων γεωπολιτικών ανταγωνισμών πέρα από την έντονη παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου.

Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των ιστορικών αιτιών όμως, απαραίτητη κρίνεται και η αναφορά στην αμερικάνικη πολιτική όσον αφορά στην Μέση Ανατολή. Ξεκινώντας με χρονολογική σειρά, δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθεί κανείς στην αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003, η οποία δημιούργησε αναμφισβήτητα τις προϋποθέσεις δημιουργίας ακραίων ομάδων Σουνιτών, όπως το «Ισλαμικό κράτος». Ο γνωστός και ως «Πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» που ξεκίνησε στις 20 Μαρτίου 2003, υπό την προεδρεία του George Bush του νεότερου, είχε στόχο την ανατροπή του τότε ηγέτη του Ιράκ, Saddam Hussein. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Hussein, τη διοίκηση ανέλαβαν οι Σιίτες.

Με την Αμερικανική εισβολή, οι καταπιεσμένοι από τον Saddam Hussein Σιίτες του Ιράκ βρήκαν στο πρόσωπο των Αμερικανών την ευκαιρία να αλλάξουν το κατεστημένο και να βελτιώσουν τόσο την κοινωνική όσο και πολιτικοοικονομική τους θέση. Η Αμερικάνικη κατοχή προκάλεσε τεράστια ανεργία στις περιοχές των Σουνιτών απορρίπτοντας τον σοσιαλισμό, με την ελπίδα ότι ένα σύστημα ελεύθερης και ανοικτής αγοράς θα δημιουργούσε άνθηση σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους. Υπό την κυριαρχία του – υποστηριζόμενου από τους Αμερικάνους – σιιτικού καθεστώτος, η εργατική τάξη των Σουνίτων έχασε τεράστιες θέσεις εργασίας. Σταδιακά απώλεσαν τα προνόμια τους καθώς και την πολιτική τους δύναμη. Αντί της προώθησης μιας θρησκευτικής ενότητας, η αμερικάνικη πολιτική στο Ιράκ οδήγησε σε αιρετικές διαιρέσεις και δημιούργησε ένα πρόσφορο έδαφος, πάνω στο οποίο έμελλε να καλλιεργηθεί η δυσαρέσκεια των Σουνιτών· μια δυσαρέσκεια που δεν απέτρεψε την ενίσχυση εξτρεμιστικών ισλαμικών οργανώσεων, όπως αυτή της Αλ Κάιντα.

Ένα χρόνο αργότερα το 2004 ο Abu Musab al-Zarqawi, ένας τζιχαντιστής από την Ιορδανία, μετά από διαπραγματεύσεις με τον Bin Laden εκδήλωσε τη στήριξή του στην οργάνωση του τελευταίου, και δρώντας στην περιοχή του Ιράκ κατέστησε γνωστή την οργάνωσή του με το όνομα «Al Qaeda στο Ιράκ». Έκτοτε ο Zarqawi και οι ακόλουθοί του δρούσαν με απίστευτη βιαιότητα, οργανώνοντας επιθέσεις κατά των αποστατούντων Σουνιτών, αυτών δηλαδή που τρέπονταν σε συνεργασία με τους Σιίτες. Η συνεχιζόμενη ένταση οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2006 και έληξε τον Μάϊο του 2008. Στις 31 Αυγούστου 2010 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Barack Obama, κήρυξε το τέλος του πολέμου και διέταξε τους Αμερικάνους στρατιώτες να αποχωρήσουν από το Ιράκ, αφήνοντας ουσιαστικά την χώρα ευάλωτη μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο κατάληψής της από τις ακραίες ισλαμικές οργανώσεις που είχαν γεννηθεί.

Ήδη όμως τον Δεκέμβριο του 2010 είχε ξεσπάσει ένα δημοκρατικό ρεύμα εμφύλιας διαμάχης στον Αραβικό κόσμο, γνωστό ως «Αραβική Άνοιξη», που διήρκησε ως τα μέσα του 2012. Ένα ρεύμα που ο επαναστατικός του χαρακτήρας δημιούργησε το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη της τρομοκρατίας. Μεταξύ άλλων χωρών, όπως της Τυνησίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης και της Υεμένης, στις 23 Ιανουαρίου του 2012 – όχι πολύ μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου στη Συρία – ανακοινώνεται επισήμως η δημιουργία της οργάνωσης «Al Qaeda branch al Nusra Front».

Ο Zawahiri ωθεί τους Ιρακινούς τζιχαντιστές να πάρουν μέρος στον εμφύλιο, και ο Baghdadi στέλνει μαχητές στη Συρία για να δημιουργήσουν και εκεί θεμέλια για την διαιώνιση της οργάνωσης, πράγμα που τελικά καθίσταται δυνατό. Μέσα στο χάος που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στο εσωτερικό της Συρίας, οι Ιρακινοί τζιχαντιστές καταφέρνουν να εγκαθιδρύσουν σταθερές βάσεις, κερδίζοντας χρήματα και στρατολογώντας όλο και περισσότερα άτομα. Το 2013 αυτοαποκαλούνται ως «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας». Η επιτυχία τους να εγκαθιδρύσουν τόσο σταθερά το κίνημα τους στη Συρία, σε συνδυασμό με την διαφορετική πορεία δράσης των δύο ομάδων, οδήγησε στην αποστασιοποίησή τους από την Al Qaeda. Και αυτό γιατί εν αντιθέσει με την Al Qaeda, το ισλαμικό κράτος ακολουθούσε πολύ βίαιες τακτικές με σκοπό την εδραίωσή του, όπως εμπόριο λευκής σαρκός, αποκεφαλισμούς, εμπόριο οργάνων – τακτικές που και η ίδια η Al Qaeda χαρακτήριζε ακραίες. Έτσι τον Φεβρουάριο του 2014, ο Zawahiri δημοσίως ανακοίνωσε τον πλήρη και οριστικό διαχωρισμό από την ομάδα του Baghdadi.

Η ιστορία του αυτοαποκαλούμενου «Ισλαμικού Κράτους» ξεκίνησε να γράφεται αιώνες πριν, οι επιπόλαιες κινήσεις των εκάστοτε πολιτικών αρχηγών σε συνδυασμό με έντονες θρησκευτικές και εθνοτικές διαμάχες συνέβαλαν στην διαιώνισή της ανά τους αιώνες, για να φτάσουμε εν έτη 2015 να βιώσουμε γεγονότα πρωτοφανούς τρομοκρατίας. Πολλοί μιλούν για Γ’ Παγκόσμιο πόλεμο, άλλοι για απλή τρομοκρατία. Όταν όμως μιλάει η ιστορία, οι εκτιμήσεις καθίστανται περιττές, και εν προκειμένω η ιστορία ίσως κάνει την πιο δυνατή της ομιλία. Εμείς δεν έχουμε παρά να παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις και να τις αξιολογούμε σκεπτόμενοι κριτικά.

 

 

1 Comment

  1. Pingback: Ο εσκεμμένα «αφανής» ρόλος της Σαουδικής Αραβίας στην άνοδο των Τζιχαντιστών » Power Politics

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest