Καληνύχτα Σαϊγκόν: ΗΠΑ και Βιετνάμ ή πώς οι δημοκρατίες χάνουν τον πόλεμο

Το Μάιο του 1780 ο John Adams -δεύτερος κατά σειρά πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής- απευθύνει στη γυναίκα του, Abigail, μία επιστολή στην οποία -εκτός άλλων- αναφέρει: «Αγαπητή μου, πρέπει να μελετήσω σε βάθος την πολιτική ανάλυση και την τέχνη του πολέμου, ώστε αύριο τα παιδιά μου να είναι ελεύθερα να μελετήσουν Μαθηματικά και Φιλοσοφία, και τα δικά τους παιδιά να είναι ελεύθερα να μελετήσουν τις ελευθέριες τέχνες της μουσικής, της ποίησης και της ζωγραφικής.» Ετούτη η πικρή επιστολή, και ιδιαίτερα το συγκεκριμένο απόσπασμα, αποτελεί -περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- το όραμα ενός πολιτικού που θέλει να δει τη χώρα του ελεύθερη από το σκοτεινό πέπλο των πολιτικοοικονομικών και στρατιωτικών συρράξεων που την κάλυπτε μέχρι τότε. Δυστυχώς, σχεδόν δύο αιώνες μετά την συγγραφή των προαναφερθέντων λόγων, τα παιδιά του John Adams δεν μελετούσαν ελευθέριες τέχνες, αλλά έβραζαν κάτω από τoν αφόρητο καύσωνα μέσα στα τροπικά δάση του Νότιου Βιετνάμ, εγκλωβισμένα σε έναν πόλεμο που δεν μπορούσαν να νικήσουν.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην εμπλοκή των ΗΠΑ στη σύρραξη που είχε ξεσπάσει μεταξύ του -ασπαζόμενου τον Κομμουνισμό- Βορείου Τμήματος του Βιετνάμ με το Νότιο, βρίσκουν έρεισμα -κατά κύριο λόγο- στις αντικομουνιστικές αντιλήψεις που είχαν αναπτυχθεί στην πρώτη, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’40. Είναι γεγονός ότι το όραμα του Marx δεν ήταν ιδιαιτέρως προσφιλές στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γηραιά Ήπειρο, τα χρόνια όμως που ακολούθησαν τους δύο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους που σημάδεψαν την Ιστορία, η απλή δυσαρέσκεια έδωσε τη θέση της στο φόβο και την ανασφάλεια που είχε υπογείως καλλιεργηθεί από την πολιτική και δημοσιογραφική κάστα της εποχής. Στα μάτια του μέσου Αμερικανού, ο Κομμουνισμός δεν ήταν μία ιδέα ή μία διαφοροποιημένη μορφή οργάνωσης των πολιτειακών θεσφάτων, αλλά μία αρρώστια που, σαν την πανούκλα, εξαπλωνόταν σε πολλές χώρες του πλανήτη, απειλώντας τις ΗΠΑ με ήττα στον Ψυχρό Πόλεμο – η έκβαση του οποίου, συχνά, προβλεπόταν να είναι το φλεγόμενο τοίχος μίας ολοκληρωτικής πυρηνικής καταστροφής.  Όταν λοιπόν το Νότιο Βιετνάμ -το οποίο, ήδη από τον Οκτώβρη του 1955, βρισκόταν υπό την φερέγγυα οικονομική και στρατιωτική κάλυψη των Ηνωμένων Πολιτειών- βρέθηκε σε οπλική αντιπαράθεση με το κομμουνιστικό βόρειο τμήμα, δεν ήταν δυνατόν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή να μην ενισχυθεί. Κι αν μέχρι και εκείνο το σημείο η σύγκρουση εκδηλωνόταν μονάχα σε εντοπισμένα μέτωπα μάχης, το 1965, μετά τον πολλαπλασιασμό των φονικών εφόδων των ανταρτών του Βιετκόνγκ, ο αριθμός των οποίων είχε επικίνδυνα αυξηθεί, η σύρραξη ξεπέρασε τη νοητή γραμμή του 17ου παραλλήλου, με τις αιματηρές εκατόμβες των αμάχων και των στρατιωτικών δυνάμεων των δύο πλευρών να πληθαίνουν ολοένα.

Φυσικά, σε πείσμα όσων θεωρούσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εμπλακεί σε έναν πόλεμων «άλλων», πολλοί διεθνείς αναλυτές διέκριναν στο Βιετνάμ τη σύγκρουση δύο κόσμων. Τα δίπολα που συγκρούονταν ήταν τόσα που δεν άργησαν να οδηγήσουν σε ένα μανιχαϊστικό κρεσέντο: Πολεμούσε η Αμερική με την Ασία, ο ανώτερος σκοπός της εθνικής ενοποίησης με τον παραλογισμό μίας αόρατης απειλής, ένα δημοκρατικό καθεστώς ενάντια σε ένα μοναρχικό. Ειδικά η διαφορά των καθεστώτων -εκπροσωπώντας εξόφθαλμα το ιδεολογικό χάσμα των δύο πλευρών- θεωρήθηκε, δικαίως, ότι θα αποτελούσε τελικά τη λυδία λίθο της έκβασης του πολέμου. Ο Dan Reiter, πολιτικός αναλυτής και καθηγητής πανεπιστημίου, στο συγγραφικό του πόνημα Democracies at War μαζί με τον Allan C. Stam, υποστηρίζει ότι υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο οι δημοκρατίες στατιστικώς κερδίζουν κατά κράτος κάθε πόλεμο στον οποίο εμπλέκονται ενάντια σε μη ομοειδή πολιτεύματα – που δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι η εξουσία είναι δέσμια της λαϊκής εντολής: Λόγω της ιδιαίτερης ανατομικής του κατασκευής, το δημοκρατικό πολίτευμα θέτει τον νομίμως εκλεγμένο πολιτικό αρχηγό υπόλογο στο σώμα των εκλεκτόρων του, που του εμπιστεύτηκε τη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων της χώρας του. Συνεπώς, οι κυβερνήσεις πρέπει να συμβαδίζουν με τη λαϊκή βούληση και, εξαιτίας του εγγενούς φόβου τους ότι θα εκτεθούν, ενστικτωδώς αναλαμβάνουν μόνο πονήματα που μπορούν να φέρουν σε πέρας, και εμπλέκονται μόνο σε πολέμους που μπορούν να νικήσουν. Πράγματι, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον πόλεμο του Βιετνάμ, όλες οι συνθήκες μίας ταχείας απεμπλοκής από αυτόν φαίνονταν ευοίωνες.

H στρατηγική των ΗΠΑ επικεντρώθηκε στις μάχες εδάφους στις προσχωματικές πεδιάδες κοντά στα ποτάμια του Νότιου Βιετνάμ, και στους βομβαρδισμούς από τα πολεμικά ελικόπτερα στο Βόρειο Βιετνάμ, το οποίο άλλωστε επιζητούσαν να πλήξουν το περισσότερο δυνατό. Ετούτος ο σκοπός έμεινε γνωστός ως στρατηγική της φθοράς, η στρατηγική δηλαδή που θα επέφερε ποσοτική ζημία στο στρατό του Βιετκόνγκ και του Βορείου Βιετνάμ, τέτοιου μεγέθους ώστε οι τελευταίοι να μην έχουν κανένα εχέγγυο για να συνεχίσουν τον πόλεμο. Εκτός των άλλων, ναρκοθετήθηκαν τα καίρια σημεία επικοινωνίας του Βορείου Βιετνάμ με τον έξω κόσμο, όπως οι λιμένες και οι σιδηροδρομικές γραμμές, ώστε να μην υπάρχει καμία δίοδος παροχής βοήθειας από την Κίνα ή τη Σοβιετική Ένωση στις εχθρικές δυνάμεις. Ο αμερικανικός στρατός μπήκε στον πόλεμο ετούτο με ηθικό ακμαίο, και μεγάλο ποσοστό της στρατιωτικής δύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών κατατάχθηκε εθελοντικά πάνω σε μία πρωτοφανή έξαρση ανδρείας και πατριωτισμού. Όλα ετούτα μέχρις ότου να καταστεί σαφές ότι ο πόλεμος που είχε αρχίσει με τις καλύτερες προοπτικές θα κρατούσε περισσότερο από ό,τι είχαν -μέχρι πρότινος- στο νου τους οι εμπνευστές του.

Οι Χίπις από την άλλη πλευρά (που, ως κίνημα, έμεινε στο συλλογικό υποσυνείδητο ως κοινωνικά και σεξουαλικά επαναστατημένες ομάδες νέων που άκουγαν ακραία ροκ μουσική, και έρεπαν στη χρήση καταπραϋντικών ναρκωτικών ουσιών όπως η μαριχουάνα) είχαν ξεκινήσει το δικό τους αγώνα πίσω στην πατρίδα τους. Τα «παιδιά των λουλουδιών» άρχισαν να συρρέουν κατά χιλιάδες στις μεγάλες λεωφόρους της Ουάσιγκτον και της Νέας Υόρκης διαμαρτυρόμενα για τις εχθροπραξίες, και προβάλλοντας την αξία της ζωής ενάντια στον παραλογισμό του πολέμου. Αποπροσανατολισμένοι, πολλοί βετεράνοι του πολέμου, ευρισκόμενοι σε τέλμα υπαρξιακό σχετικά με τους πραγματικούς αλλά θολούς στόχους του πολέμου, και τους επί ματαίω θανάτους και ακρωτηριασμούς συμπολεμιστών τους, ακολουθούν. Γεννώνται αντιπολεμικά τραγούδια, καθιερώνεται το -πασίγνωστο στην ποπ κουλτούρα- αίτημα “Make love not war”. Ο Nixon, πλέον, κινούσε τα νήματα ενός διπλού πολέμου: Το πρώτο μέτωπο ήταν εκείνο των εναέριων βομβαρδισμών που είχε εξαπολύσει ενάντια σε μεγάλες πόλεις του Βορείου Βιετνάμ, και το δεύτερο είχε ξεσπάσει στο εσωτερικό της ίδιας του της χώρας, όπου χιλιάδες ανθρώπων διαδήλωναν στις εκκενωμένες λεωφόρους της αστικής Αμερικής. Αντανακλαστική του κίνηση ήταν να αποκαλέσει τους διαμαρτυρόμενους μία μειοψηφία επικίνδυνη που φωνασκεί ματαίως και σε βάρος της σιωπηλής πλειοψηφίας που αποδέχεται τον πόλεμο ως απαραίτητο για το γενικό καλό του Έθνους. Όλες, παρά ταύτα, οι ενδείξεις συνέκλιναν στο ότι η λαϊκή εμπιστοσύνη είχε καμφθεί, και ότι οι Αμερικανοί πολίτες απέσυραν -αργά αλλά σταθερά- τη συναίνεσή τους για τις βιαιοπραγίες που εξελίσσονταν στην Νοτιοανατολική Ασία.

Έτσι ο χρόνος, που μέχρι τότε αποτελούσε την κατά Αϊνστάιν τέταρτη διάσταση, αποτέλεσε τελικά την κατά Βιετνάμ φθοροποιό διάσταση ενάντια στον πόλεμο. Υπό το πρίσμα της θέσης «Η δημοκρατία δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα σε έναν επταετή πόλεμο» του στρατάρχη George C. Marshall, ο Αμερικανικός λαός αποδείχθηκε μη ανεκτικός στην επιμήκυνση των εχθροπραξιών στην Ασία, οδηγώντας στην άρνηση του προέδρου Johnson να επανεκλεγεί, και στην αλλαγή στάσης του διαδόχου του Nixon. Με μονάχα το 30% των πολιτών να υποστηρίζει ακόμη την τρέχουσα κατάσταση, σε αντίθεση με το προγενέστερο 75%, οι φωνές ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ αποδείχθηκε -τελικώς- ότι ήταν οι επικρατούσες. Η Αμερική λύγισε στο βάρος των πολύχρονων απωλειών στο ανατολικό μέτωπο, οδηγώντας στη στρατηγική της «Βιετναμοποίησης» που θα διευκόλυνε την έξοδο των αμερικανικών στρατευμάτων από την εμπόλεμη ζώνη. Φυσικά, ο απόηχος του πολέμου δεν ήταν άλλος από μία μελανή σελίδα στην Ιστορία των ΗΠΑ, η οποία δίχασε όσο λίγες στη μακρόχρονη ιστορία της. Το 1975 ο τελευταίος Αμερικανός στρατιώτης αποχαιρετά τη νυχτερινή Σαϊγκόν, αποδεικνύοντας ότι ο φόβος της δημοτικότητας είναι καθοριστικός για τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εν καιρώ πολέμου. Η δημοκρατία είχε χάσει έναν μεγάλο πόλεμο. Ως αντιστάθμισμα, βεβαίως, είχε κερδίσει ένα μεγάλο στοίχημα.

Πηγές:

  1. The Massachusetts Historical Society (1973) Letter from John Adams to Abigail Adams, post 12 may 1780. Available at: https://www.masshist.org/digitaladams/archive/doc?id=L17800512jasecond (Accessed: 16 January 2017).
  2. Nash, T. (2012) Why did the US enter the Vietnam war. Available at: http://www.thefinertimes.com/Vietnam-War/why-did-the-us-enter-the-vietnam-war.html (Accessed: 16 January 2017).
  3. History.com (2010) Vietnam war protests. Available at: http://www.history.com/topics/vietnam-war/vietnam-war-protests (Accessed: 16 January 2017).
  4. Trueman, C. (2016) Protests against the Vietnam war. Available at: http://www.historylearningsite.co.uk/vietnam-war/protests-against-the-vietnam-war/ (Accessed: 16 January 2017).
  5. Bacevich, A.J. (2010) Endless war, a recipe for four-star arrogance. Available at: http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2010/06/25/AR2010062502160.html (Accessed: 16 January 2017).
  6. Reiter, D. and Stam, A. (no date) Democracies at War. Available at: http://www.nyu.edu/gsas/dept/politics/seminars/stam.pdf (Accessed: 16 January 2017).
  7. Marlantes, K. (2017) Vietnam war. Available at: http://www.historynet.com/vietnam-war (Accessed: 16 January 2017).
  8. Boggs, C. (2003) The Vietnam ground war: U.S. Military strategy & policy. Available at: http://study.com/academy/lesson/the-vietnam-ground-war-us-military-strategy-policy.html (Accessed: 16 January 2017).

Tagged under:

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Αυγούστου του 1995. Σπουδάζει νομικά. Στη διάρκεια των μαθητικών και φοιτητικών του χρόνων, συμμετείχε σε πλειάδα διεθνών συνεδρίων (ΜUN, UNESCO) τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα πανεπιστήμια Yeditepe, Frederick και Οξφόρδης του εξωτερικού. Έχει λάβει σημαντικό αριθμό βραβείων και διακρίσεων τόσο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, όσο και από τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς των Αρσακείων Σχολείων. Είναι συγγραφέας τριών βιβλίων ποιητικού-δοκιμιακού περιεχομένου. Το 2010 η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών τον καλεί σε τιμητική εκδήλωση και του αποδίδει το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο Λογοτεχνίας.

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest