Καρχηδόνα: το αντίπαλον δέος της Ρώμης

Για τη Ρώμη, η Καρχηδόνα αποτέλεσε το αντίπαλο δέος, και οι τρεις καρχηδονιακοί πόλεμοι που συνέβησαν μεταξύ 264 π.Χ. και 146 π.Χ. καταδεικνύουν τον μεγάλο ανταγωνισμό για την κυριαρχία στη λεκάνη της δυτικής Μεσογείου.

Η Καρχηδόνα βρισκόταν στη θέση της σημερινής Τύνιδας. Ιδρύθηκε από αποικία Φοινίκων στα τέλη του 9ου αι. π.Χ. και αποτέλεσε εξαιρετικής σημασίας εμπορικό κέντρο για την περιοχή. Οι έμποροι και οι ναυτικοί της, οι οποίοι ανέπτυξαν το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ των λαών της Μεσογείου, βοήθησαν την οικονομική της άνθηση. Καράβια με είδη πολυτελείας και άλλα αγαθά κατέφθαναν καθημερινά στο επιβλητικό λιμάνι της. Αν, όμως, κάτι υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για την ευημερία της, αλλά και βάση για τις φιλοδοξίες κυριαρχίας στη Μεσόγειο, ήταν η γεωστρατηγική της θέση· ευρισκόμενη στο μέσον της λεκάνης της Μεσογείου, δέσποζε στα δύο τμήματά της, ενώ βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τη Σικελία. Εδώ, εντοπίζουμε και μια διαφορά με την “αιώνια πόλη”: η Ρώμη βασίζει τη θαλάσσια δραστηριότητά της στο επίνειό της, την Όστια, άρα η ίδια δεν έχει άμεση επαφή. Αυτός, ίσως, να ήταν και ένας από τους λόγους που η Ρώμη δεν είχε αποκτήσει έως τότε ισχυρό ναυτικό, το οποίο, ως αυτόνομη υπηρεσία, λειτουργούσε μάλλον παραπληρωματικά στον ρωμαϊκό στρατό ξηράς. Άλλωστε, η Ρώμη κατασκεύασε το ναυτικό της για πρώτη φορά γι’ αυτόν τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο.

Οι Καρχηδόνιοι έβλεπαν στις ακτές της Μεσογείου πλούσιες πηγές τροφής και κοιτάσματα πολύτιμων υλικών. Τον 6ο αι. π.Χ. είχαν επιβάλλει την κυριαρχία τους στη Σαρδηνία, στη Βόρειο Αφρική, στις Βαλεαρίδες και σε άλλες περιοχές. Ένοπλες αποστολές φρουρούσαν τις κατεχόμενες αυτές περιοχές, ώστε να προστατεύονται τα εμπορικά τους συμφέροντα. Και οι Ρωμαίοι, όμως, μετά την επικράτησή τους στην ιταλική χερσόνησο επιζητούσαν την κυριαρχία στη θάλασσα.

Ο πρώτος καρχηδονιακός πόλεμος, δηλαδή, η πρώτη ένοπλη έκφραση του ανταγωνισμού μεταξύ Καρχηδόνας και Ρώμης ξεκίνησε το 264 και τελείωσε το 241, με ήττα των Καρχηδονίων. Αφορμή του πολέμου στάθηκε η κατάληψη της Σικελίας από τους Καρχηδονίους και οι προσπάθειές τους για περαιτέρω επέκταση στο νησί. Οι Ρωμαίοι δημιούργησαν για πρώτη φορά το ναυτικό τους, και στις ναυμαχίες του 260 και του 256 εξήλθαν νικητές. Με ξύλινες πλατφόρμες (corvus) που προσκολλούσαν στα εχθρικά πλοία, αποβίβαζαν λεγεωνάριους και μετέτρεπαν τη ναυμαχία σε εν πλω μάχη στήθος με στήθος: εξουδετέρωσαν, δηλαδή, το στρατηγικό πλεονέκτημα των Καρχηδονίων, ενός ναυτικού φοινικικού λαού, μεταφέροντας τον κατά θάλασσα σε κατά ξηρά πόλεμο. Κατάφεραν, μάλιστα, το 256 να αποβιβαστούν στα παράλια της Αφρικής και να απειλήσουν ευθέως την Καρχηδόνα. Η συνθηκολόγηση θα ήταν γεγονός, αν μια καταιγίδα δεν κατέστρεφε σχεδόν ολόκληρο το ρωμαϊκό στόλο που επέστρεφε στην πατρίδα. Οι Καρχηδόνιοι αντιλήφθηκαν την ευκαιρία, αρνήθηκαν την συνθηκολόγηση, και, μαζί με τη βοήθεια που έλαβαν από την Σπάρτη δια του στρατηγού Ξάνθιππου, κατάφεραν να εκδιώξουν τους Ρωμαίους από την Αφρική. Οι τελευταίοι προσπαθούσαν, τουλάχιστον, να εκκαθαρίσουν την Σικελία, πολιορκώντας ―εις μάτην― τις δύο ναυτικές τους βάσεις, το Λιλύβαιο και τα Δρέπανα. Το 243 οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν πάλι ναυτικό, ισχυρότερο αυτή τη φορά, και το 241, στις Αιγάτες Νήσους, ο καρχηδονιακός στόλος ηττήθηκε. Μην έχοντας οικονομική δύναμη για την επισκευή του στόλου, ο καρχηδόνιος στρατηγός (και πατέρας του Αννίβα) Αμίλκας Βάρκας εξουσιοδότησε τον υπασπιστή του στη Σικελία να προχωρήσει σε συνθηκολόγηση, που περιελάμβανε εγκατάλειψη της Σικελίας και καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων.

Οι Καρχηδόνιοι, προσπαθώντας να αναπληρώσουν τα χαμένα εδάφη από το 237 έως το 220, κυριάρχησαν με τον Αμίλκα σε όλη τη νότια Ιβηρική χερσόνησο, θέτοντας ως σύνορο τον ποταμό Έβρο. Με αφορμή τοπικές συγκρούσεις φιλορωμαϊκών και φιλοκαρχηδονιακών  παρατάξεων στο Σάγουντο, ξεκίνησε νέος πόλεμος όπου ο φιλόδοξος καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας έθεσε ως στόχο την καταστροφή της Ρώμης. Επειδή δεν υπερτερούσε σε ναυτικές δυνάμεις, πέρασε τα Πυρηναία και, διασχίζοντας την εχθρική Γαλατία, κατάφερε να περάσει και τις ως τότε ανυπέρβλητες Άλπεις. Παρότι είχε μεγάλες απώλειες νίκησε στην Ιταλία τους Ρωμαίους στον Τικίνο ποταμό και στον Τρεβία (218 π.Χ.) και το 217 π.Χ  κοντά στη λίμνη Τρανσιμένη και στις Κάννες. Βαδίζοντας κατά της Ρώμης, έφτασε το 212 π.Χ έξω από την πόλη. Όμως μην έχοντας έγκαιρα τις ενισχύσεις που ζήτησε αναγκάστηκε να υποχωρήσει βορειότερα. Το 208-7 π.Χ, ο αδελφός του Αννίβα Ασδρούβας Βάρκας, με νέο στρατό, απείλησε τη Ρώμη, αλλά, χωρίς τη βοήθεια του Αννίβα, η πολιορκία εγκαταλείφθηκε. Λίγο αργότερα, στον ποταμό Μέταυρο, ο Καρχηδονιακός στρατός εξοντώθηκε και ο Ασδρούβας σκοτώθηκε ενώ και ο άλλος αδελφός του Αννίβα ο Μάγων ηττήθηκε και πέθανε. Οι Ρωμαίοι με τον Σκιπίωνα το 204 π.Χ., με τεράστιο στόλο 400 πλοίων μεταφοράς και 40 πολεμικών για αντιπερισπασμό, αποβιβάστηκαν στην Αφρική, αναγκάζοντας την Καρχηδόνα να ανακαλέσει τον Αννίβα το 203 π.Χ., τον οποίο ο Σκιπίωνας νίκησε στη Ζάμα το 202 π.Χ. Έτσι η Καρχηδόνα υποχρεώθηκε να δεχτεί ταπεινωτική ειρήνη και να πληρώσει ―και πάλι― μεγάλη πολεμική αποζημίωση.

Ο τρίτος και τελευταίος καρχηδονιακός θα αργούσε πενήντα δύο χρόνια. Το 149 π.Χ. ο βασιλιάς των Νουμιδών Μασσανάσης, με ληστρικές επιδρομές, ανάγκασε τους Καρχηδόνιους να τον αντιμετωπίσουν στρατιωτικά, χωρίς όμως τη συγκατάθεση των Ρωμαίων. Με αφορμή αυτή την τυπική παραβίαση της συνθήκης ειρήνης του δεύτερου καρχηδονιακού πολέμου, η Ρώμη βρήκε την πολυπόθητη αφορμή για πόλεμο με σκοπό να συντρίψει ολοκληρωτικά την Καρχηδόνα. Ο ρωμαϊκός στρατός που στάλθηκε υπό τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό απαίτησε από τους Καρχηδόνιους να εγκαταλείψουν την πόλη τους, εκείνοι αρνήθηκαν και άρχισε πολιορκία δύο ετών. Κατά τον τρίτο χρόνο οι Ρωμαίοι πέτυχαν να διακόψουν τον θαλάσσιο ανεφοδιασμό της πόλης καταφέρνοντας τελικά το 146 π.Χ. να μπουν μέσα και να την κατεδαφίσουν ισοπεδώνοντάς τη κυριολεκτικά και μετατρέποντας, έτσι, την άλλοτε υπερδύναμη της Αφρικής σε ρωμαϊκή επαρχία.

Χωρίς την ολοκληρωτική καταστροφή της (ας θυμηθούμε την εμμονή του Κάτωνα: “Carthago delenda est”), η Καρχηδόνα θα μπορούσε να κατακτά περιοχές ανενόχλητη. Με την εξουδετέρωση, όμως, του μεγάλου αντιπάλου, η Ρώμη οδεύει προς την υπερεξάπλωση· μέσα σε πενήντα, περίπου, χρόνια από τη λήξη και του τελευταίου καρχηδονιακού πολέμου, έχει καθυποτάξει τον περισσότερο από τον ―τότε― γνωστό κόσμο. Θεωρεί την Ισπανία κτήμα της, επενδύει στις κατακτημένες περιοχές της (ορυχεία στην Ισπανία, μεγάλες εκτάσεις γης στην Σικελία), αλλά το κυριότερο: κατορθώνει να επιβάλει την εικόνα του ισχυρότερου της εποχής και να δημιουργήσει νέους συμμάχους (και νέους εχθρούς). Με τελειοποιημένο και ισχυροποιημένο το ναυτικό της, η Ρώμη δεν θα μπορούσε να “επαναπαυθεί στις δάφνες της” στην ιταλική χερσόνησο και ξεκίνησε την κατάκτηση νέων εδαφών, ενδυναμώνοντας τις εμπορικές της δυνατότητες και τροφοδοτώντας την με νέα αγαθά, τρόφιμα και, αντιστοίχως, μεταλαμπαδεύοντας το πνεύμα του ρωμαϊκού πολιτισμού στις νεοαποκτηθείσες περιοχές, αφού οι κατακτημένοι θεωρούνταν πλέον Ρωμαίοι πολίτες.

Βιβλιογραφία

Μαστραπάς, Αντώνιος, Ιστορία του Αρχαίου Κόσμου, (Αθήνα: ΟΕΔΒ, 2013) σσ. 165-167, 176-178.

Potter, David, The Roman Army and Navy, από Flower, Harriet I. (επιμ.), The Cambridge Companion to the Roman Republic. (Καίημπριτζ: Cambridge University Press, 2004) σσ. 66-68

Ιστογραφία

http://www.ancient.eu/carthage/

https://59steps.wordpress.com/2011/04/11/carthage-and-rome-an-early-clash-of-civilisations/

http://www.fsmitha.com/h1/rome09.htm

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών & Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, από 2014 και εξής. [email protected]

   Ροή άρθρων Συντάκτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

X

Pin It on Pinterest

X
Share This