Κεϋνσιανή θεωρία και Ελληνική Οικονομική Πολιτική

Tα τελευταία χρόνια, μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης -η οποία εξελίχθηκε σε κρίση του Ευρώ-, επικρατεί ευρέως το επιχείρημα πως οι οικονομίες βρίσκονται σε ύφεση, λόγω της ύπαρξης εμποδίων στην ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. Όσον αφορά την Ελλάδα, υποστηρίζεται πως τα εμπόδια προήλθαν κυρίως από το κράτος των κεϋνσιανών οπαδών, του παρεμβατισμού και των επεκτατικών πολιτικών που παραμορφώνουν τα στοιχεία της αγοράς. Άραγε ευσταθεί η άποψη πως σχεδόν σε όλη την μεταπολεμική Ελλάδα κυριάρχησε η κεϋνσιανή αντίληψη, κατά την άσκηση της οικονομικής πολιτικής;

Το περιεχόμενο της θεωρίας

Μοιάζει κάπως παράδοξο να θέτει κανείς, τόσα χρόνια μετά τη δημοσίευση της θεωρίας του σπουδαίου αστού οικονομολόγου, το ερώτημα σχετικά με το ακριβές περιεχόμενο της θεωρίας του. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η άκριτη χρήση του επιθέτου «κεϋνσιανός», για πολλά μέτρα οικονομικής πολιτικής, έχει παραμορφώσει το πραγματικό περιεχόμενο των κεϋνσιανών προτάσεων, είναι σημαντικό τα συμπεράσματα για αυτές να εξάγονται βάσει των αυτούσιων έργων του.

Η ορθόδοξη Κεϋνσιανή θεωρία

Τα κύρια θεωρητικά συγγράμματα του Keynes είναι δύο: «Η πραγματεία περί χρήματος» και «Η γενική θεωρία της απασχόλησης του τόκου και του χρήματος», τα οποία αποτελούν το θεμέλιο λίθο των σύγχρονων μακροοικονομικών. Στα έργα του αυτά, ο Keynes απορρίπτει το νόμο του Say και τις αρχές της κλασσικής θεωρίας περί εκούσιας ανεργίας -σύμφωνα με τις οποίες η συνολική προσφορά είναι αυτή που προσδιορίζει το εθνικό εισόδημα- ενώ, παράλληλα, υπογραμμίζει το ρόλο της συνολικής ζήτησης στον προσδιορισμό της συνολικής παραγωγής. Ο Keynes θεωρεί πως η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής (κρατικές δαπάνες) σε περίοδο ύφεσης μπορεί να τονώσει τη ζήτηση, και να ωθήσει την οικονομία προς την ανάκαμψη. Γι’ αυτόν το λόγο, στην ανάλυση χρησιμοποιείται ο κεϋνσιανός σταυρός.

Σχήμα 1

Σύμφωνα με αυτόν, η σχεδιασμένη δαπάνη (Ε) εξαρτάται από την κατανάλωση (C), την επένδυση (I) και τις δημόσιες δαπάνες (G). Στο σημείο ισορροπίας Α, η συνάρτηση της σχεδιασμένης δαπάνης και αυτή της πραγματικής δαπάνης (γραμμή 45 μοιρών-Ε=Υ) τέμνονται. Επομένως, βάσει του κεϋνσιανού σταυρού, καταδεικνύεται πως το εισόδημα ισορροπίας (Υ*) καθορίζεται από τις μεταβλητές αυτές (Σχήμα 1).

Σχήμα 2

Μια αύξηση του G θα έχει ως αποτέλεσμα την παράλληλη μετατόπιση της καμπύλης E προς τα πάνω, κατά ΔG. Νέο σημείο ισορροπίας θα είναι πλέον το Β και νέο εισόδημα ισορροπίας το Y1 (Σχήμα 2).

Η αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών αυξάνει τη σχεδιασμένη δαπάνη, και μετακινεί το εισόδημα ισορροπίας από την θέση Υ* στη θέση Υ1. Άμεσο, επομένως, αποτέλεσμα της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής -σε βραχυχρόνιο επίπεδο- είναι η αύξηση του εισοδήματος – άρα της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, της συνολικής ζήτησης που προκαλεί αναθέρμανση στην οικονομία. Ο Keynes, με αυτόν τον τρόπο, τάσσεται ευνοϊκά υπέρ της διεξαγωγής δημοσίων έργων, υιοθετώντας ένα ριζοσπαστικό τρόπο κρατικής παρέμβασης για την επίλυση των οξέων κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, που εμφανίζονται σε περιόδους ύφεσης (αντικυκλική οικονομική πολική).

Η υποδοχή των κεϋνσιανών ιδεών στην Ελλάδα

Παρόλο που είναι γνωστό ότι η λεγόμενη «κεϋνσιανή επανάσταση» είναι ένα φαινόμενο του οποίου η αρχή τοποθετείται στη δεκαετία του ’50, οι κεϋνσιανές απόψεις είναι ήδη γνωστές από την εποχή του μεσοπολέμου στην Ελλάδα. Ίσως, να μπορεί να πει κανείς πως τα νομισματικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας του μεσοπολέμου υποχρέωσαν τους Έλληνες οικονομολόγους να διαβάσουν τα έργα του Keynes, ωστόσο -ακόμα και αν αληθεύει η εν λόγω παραδοχή- η εγχώρια οικονομική σκέψη χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο φιλελευθερισμό, που αντιλαμβάνεται τις απόψεις του «αιρετικού οικονομολόγου» ως συνηγορίες κατά των πολιτικών μιας αντιπληθωριστικής πολιτικής, η οποία θεωρείται αναγκαία. Χαρακτηριστικό της ψυχρής υποδοχής του κεϋνσιανού έργου είναι η τοποθέτηση του τότε καθηγητή, Ξ. Ζολώτα, έναντι της νέας θεωρίας. Όπως ο ίδιος αναφέρει, η αποσύνδεση της πράξης της επένδυσης από αυτήν της αποταμίευσης -όπως παρουσιάζεται στο έργο του Keynes- οδηγεί σε επικίνδυνες προτάσεις οικονομικής πολιτικής, οι οποίες τείνουν στην τόνωση της κατανάλωσης σε βάρος της αποταμίευσης, διότι -σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη- οι επιχειρηματικές αποταμιεύσεις είναι αυτές που καθορίζουν την οικονομική πρόοδο. Μολαταύτα, και από την πλευρά των παρεμβατιστών οικονομολόγων, η κεϋνσιανή θεωρία δεν συναντά μεγαλύτερη επιδοκιμασία, αφού η πλευρά αυτή πρόσκειται θετικά στην ιδέα ενός κεντρικού προγραμματισμού της οικονομίας – ξένου, όμως, προς τον κεϋνσιανού τύπου παρεμβατισμό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κεϋνσιανές ιδέες δεν μελετώνται στο σύνολό τους, ούτε αναγνωρίζονται ως ευμενείς, ίσως και λόγω εθνικών πολιτικών ιδιομορφιών -όπως του κρατικού παρεμβατισμού επί δικτατορίας Ι. Μεταξά- ενώ, παράλληλα, η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε στη χώρα μας επιβεβαιώνει την παραπάνω παραδοχή.

Η οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα

Η περίοδος ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας -όπως προέκυψε από την κατοχή και τον εμφύλιο-, με κατεστραμμένη την παραγωγική της βάση, εξαρθρωμένο νόμισμα και υπερπληθωρισμό, αποτέλεσε μια δύσκολη περίοδο, κατά την οποία η εφαρμοζόμενη πολιτική άλλαξε αρκετές φορές, λόγω των συχνών πολιτικών εξελίξεων.

Περίοδος 1951-1980

Οι πρώτες προσπάθειες έτειναν, αρχικά, στον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού, και την ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών – στόχοι που ήταν αδύνατοι, δίχως ξένη οικονομική βοήθεια για χρηματοδότηση των ελλειμμάτων. Όταν, όμως, διαφάνηκε η μετάθεση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ στον πόλεμο της Κορέας, και μειώθηκε ο ρυθμός οικονομικής βοήθειας από μέρους τους, παρατηρήθηκε μια στροφή στα οικονομικά σχέδια, με κύριους άξονες την αντιπληθωριστική πολιτική, και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, χωρίς να διευρυνθεί η φορολογική βάση – με άλλα λόγια, χωρίς να επέλθει μείωση των δημοσίων δαπανών. Η ίδια πολιτική ακολουθήθηκε μέχρι το 1967, με συχνές αναφορές των κυβερνώντων στο λεγόμενο «ελληνικό οικονομικό πρόβλημα» που δημιουργούνταν, λόγω της ανελαστικής προσφοράς αγαθών σε επίπεδα ανεξάρτητα – δηλαδή, ακόμα και πριν την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, όταν οι παραγωγικοί συντελεστές και το κεφάλαιο είναι λιγότεροι από το εργατικό δυναμικό. Το πρόβλημα αυτό θα εξομαλυνόταν μέσω αύξησης της αποταμίευσης που θα επέτρεπε επενδύσεις – μια πολιτική αντίθετη στην κεϋνσιανή θεωρία.

Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, το 1967, έφερε στο προσκήνιο μια πολιτική γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης, με στόχο τη νομιμοποίηση της αφαίρεσης των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ελληνικού λαού. Αντιμέτωποι με την ύφεση του ’67, οι συνταγματάρχες προχώρησαν σε ένα ευρύ πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, στην ενίσχυση του οικοδομικού τομέα, στην πιστωτική επέκταση και στην καθήλωση μισθών και ημερομισθίων σε χαμηλά επίπεδα. Ο τρόπος διαχείρισης της οικονομίας -στα γνωστά από τη δεκαετία του ’50 μονοπάτια- έφερε την οικονομία στα όριά της, και οδήγησε σε εκτίναξη του πληθωρισμού, παρά την οικονομική ανάπτυξη που επετεύχθη σε βάρος του μεριδίου των μισθών.

Περίοδος 1981-1984

Η απουσία προσέγγισης των οικονομικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας με όρους που δεν έλκουν την καταγωγή τους από την κεϋνσιανή θεωρία συνεχίστηκε, όταν, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέλαβε την εξουσία. Ο ίδιος τασσόταν υπέρ της προγραμματισμένης διαρθρωτικής αλλαγής, ενώ πίστευε πως η κεϋνσιανή πολιτική είναι μια διορθωτική πολιτική των ατελειών του καπιταλιστικού συστήματος, με κύριο μέλημά της τον περιορισμό της τάσης της συνολικής ζήτησης να μειώνεται. Έτσι, στόχευσε το πρόγραμμά του σε δύο άξονες: την αναδιανομή του εισοδήματος, και την εισαγωγή του «επιστημονικού προγραμματισμού» για την ταχεία ανάπτυξη. Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής, λοιπόν, το 1981, η αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων, η χορήγηση διορθωτικών ποσών στους χαμηλοσυνταξιούχους, η θεσμοποίηση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, και παρόμοια μέτρα βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων ήταν το αντίτιμο εξόφλησης του «συμβολαίου με το λαό», και όχι η εφαρμογή κάποιων κεϋνσιανών ιδεών στην πράξη – πράγμα που επιβεβαιώνεται από την απότομη διεύρυνση του ελλείμματος την περίοδο αυτή.

Περίοδος 1985-1990

Το 1985, η επεκτατική πολιτική των ετών 1983-1984 άγγιξε τα όριά της, λόγω αύξησης του κόστους, και μείωσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων (προστατευτισμός και επιδοτήσεις στη γεωργία και στη βιομηχανία). Υπό αυτές τις συνθήκες, μετά το 1985, παρατηρήθηκε μια στροφή στην οικονομική πραγματικότητα, μέσω μια περιοριστικής δημοσιονομικής, νομισματικής και εισοδηματικής πολιτικής- κάθε άλλο παρά κεϋνσιανής έμπνευσης-, που επεδίωξε τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η εν λόγω πολιτική συνεχίστηκε, με την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον Απρίλιο του 1990.

Ο μύθος περί της εφαρμογής της Κεϋνσιανής θεωρίας

Η έλλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένη οικονομική θεωρία, για την καθοδήγηση της πολιτικής τα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, οδήγησε σε μια δεκαπενταετία υψηλών ποσοστών πληθωρισμού, και διόγκωσης του εξωτερικού ελλείμματος του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε συνδυασμό με τη σχετική στασιμότητα της εγχώριας παραγωγής. Αργότερα, στη μάχη της πειθούς και της πολιτικής ζύμωσης, δεν δίστασαν φιλελεύθεροι κύκλοι να καταδικάσουν ως υπεύθυνο για τα αδιέξοδα της οικονομίας τον κεϋνσιανισμό, και να αντιπαραθέσουν την απελευθέρωση των αγορών και την άκρατη ιδιωτικοποίηση των πάντων ως πανάκεια. Μελετώντας, όμως, τα κείμενα οικονομικής θεωρίας του Keynes, και γνωρίζοντας τις βασικές προτάσεις οικονομικής πολιτικής που προκύπτουν από αυτά, συμπεραίνουμε πως ο κρατισμός στον οποίο αναφέρονται οι πολιτικοί της εποχής δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά καρικατούρα της κεϋνσιανής θεωρίας, και ουδεμία σχέση έχει με την ενεργό ζήτηση, την κατανάλωση και την επένδυση του κεϋνσιανού υποδείγματος.

Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, η οικονομική πολιτική στη χώρα μας επιβάλλεται και ασκείται ad-hoc, δίχως να λαμβάνεται υπόψιν η επιστημονική ανάλυση και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της χώρας. Δεδομένης, λοιπόν, της -ίσως ηθελημένης- αδυναμίας των «οικονομικών συνταγών» για διαχείριση της παρακμάζουσας ελληνικής οικονομίας που μας προτείνονται, η σοβαρή μελέτη για τη διαμόρφωση στοχευμένης οικονομικής πολιτικής στην παθούσα Ελλάδα του 2017 επιβάλλεται να ξεκινήσει άμεσα.

Πηγές:

  1. Keynes, J. (1935). The General Theory of Employment, Interest and Money. [online] Available at: http://cas2.umkc.edu/economics/people/facultypages/kregel/courses/econ645/winter2011/generaltheory.pdf [Accessed 11 Jul. 2017].
  2. Ψαλιδόπουλου, Μ. (2005). Το επιστημονικό έργο του καθηγητή Ζολώτα 1926-1955. [online] Bankofgreece.gr. Available at: http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/News/Speeches/DispItem.aspx?Item_ID=54&List_ID=b2e9402e-db05-4166-9f09-e1b26a1c6f1b [Accessed 11 Jul. 2017].
  3. Ψαλιδόπουλου, Μ. (1988). Η Κρίση Του 1929 Και Οι Ελληνες Οικονομολόγοι: Συμβολή Στην Ιστορία Της Οικονομικής Σκέψης Στην Ελλάδα Του Μεσοπολέμου.. [online] Available at: https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/0821 [Accessed 11 Jul. 2017].
  4. Keynes, J. (1925). «Am I a Liberal?». [online] Hetwebsite.net. Available at: http://www.hetwebsite.net/het/texts/keynes/keynes1925liberal.htm [Accessed 11 Jul. 2017].
  5. Παπανδρέου, Α. (1981). Διακήρυξη Οικονομικής Πολιτικής-Συμβόλαιο με τον λαό. [online] Available at: http://documents.scribd.com.s3.amazonaws.com/docs/wmrkt4741dxwed.pdf [Accessed 11 Jul. 2017].
  6. Πανουσάκης, Μ. (2013). Η εξέλιξη του Δημόσιου Χρέους. [online] Nestor.teipel.gr. Available at: http://nestor.teipel.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/16836/SDO_XRHMEL_00807_Medium.pdf?sequence=1 [Accessed 11 Jul. 2017].
  7. Σιούτα, Β. (2010). Ελληνική Οικονομία και Ανάπτυξη 1950-2010-«Από την περιφέρεια στο Κέντρο. [online] Available at: http://www.ekdd.gr/ekdda/files/ergasies_esdd/20/2/1467.pdf [Accessed 11 Jul. 2017].
  8. Καλλιπότου, Α. (2013). Η Εξέλιξη του Δημόσιου Ελλείμματος Και Χρέους Στην Ελλάδα. Συγκρίσεις με την Ευρωπαϊκή Εμπειρία. [online] Available at: http://pandemos.panteion.gr:8080/fedora/objects/iid:6296/datastreams/PDF1/content [Accessed 11 Jul. 2017].
  9. Φραγκιάδης, Α. (2007). Ελληνική οικονομία 19ος-20ός αιώνας. Νεφέλη.

Στατιστικά στοιχεία:

Tagged under:

Προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της ομάδας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων(ΔΟΣ). Παροδικός συντάκτης στον Όμιλο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεμάτων για θέματα Διεθνούς, Ευρωπαϊκής και Εγχώριας Οικονομίας. [email protected]

Website: https://powerpolitics.eu

   Ροή άρθρων Συντάκτη

2 Comments

  1. Κάτια Δημητράτου Reply

    Είναι πολύ ελπιδοφόρο, οι νέοι άνθρωποι να καταπιάνονται με τέτοια θέματα!
    Πραγματικά αξιόλογη ανάλυση!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest