Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ): Θεωρία ή Πράξη

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) δημιούργησε -αργά μεν, αλλά σταθερά- ένα οικονομικό περιβάλλον, χάρις στο οποίο υπάρχουν και υφίστανται σήμερα οι έννοιες της εσωτερικής αγοράς και της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Στη βάση αυτών των εννοιών δομήθηκε και εμπλουτίστηκε το ίδιο ευρωπαϊκό εγχείρημα – η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Όμως, παρά την άνθηση των υπόλοιπων κοινών πολιτικών -οι οποίες αναπτύχθηκαν σταδιακά, και λειτουργούν στη βάση της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ-, η χάραξη κοινής εξωτερικής πολιτικής και, κατ’ επέκταση, κοινής πολιτικής ασφαλείας απαιτούσε διαφορετική προσέγγιση ως προς τον τρόπο λειτουργίας.

Ο λόγος; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η απαρχή

Πρωταρχικό μέλημα της ΕΕ δεν ήταν να καταστεί παγκόσμια δύναμη. Όταν ιδρύθηκε, τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, απέβλεπε στη συνένωση των κρατών και λαών της Ευρώπης. Όσο, όμως, διευρυνόταν και αυξάνονταν οι αρμοδιότητές της, ήταν φυσικό και επόμενο να φανεί η ανάγκη του καθορισμού των σχέσεων της Ένωσης με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη. Με τον ίδιο τρόπο που έχτισε και διαμόρφωσε τις ενδοευρωπαικές συνδέσεις της, προωθώντας την ειρηνική συνεργασία, την υγιή ανάπτυξη και το εμπόριο, έτσι όφειλε να αναβαθμίσει τις σχέσεις της και σε διεθνές επίπεδο, επιχειρώντας να χαράξει μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – πολιτική που θα της επέτρεπε να δρα εκτός συνόρων με σταθερότητα, συνεργασία και κατανόηση.

Πράγματι, η υπόθεση ότι η οικονομία και η πολιτική αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία επαληθεύεται από την άποψη πως, για να καταστεί μία χώρα ισχυρή πολιτικά και στρατιωτικά, προϋποθέτει και την ανάλογη οικονομική δύναμη-διάχυση από την οικονομική στην πολιτική ισχύ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν εξαρχής μια δύναμη οικονομικής και εμπορικής φύσεως, με αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις και πρακτικές, η οποία, όμως, αδυνατεί εκ των πραγμάτων να σταθεί χωρίς τη συμβολή του πολιτικού παράγοντα. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα υστερούσε -και ίσως εξακολουθεί να υστερεί- στα μέσα και τις διαδικασίες που επιτρέπουν στην ΕΕ να επεμβαίνει αποτελεσματικά, εάν αναλογιστεί κανείς τις αποτυχημένες προσπάθειες μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την υιοθέτηση ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας με το σχέδιο Pleven (1950) και τα δύο σχέδια Fouchet (1960).

Ύστερα από τη δημιουργία του προδρόμου της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας με την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ), ανεπίσημα το 1970, και επίσημα με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) το 1987, συντελεστές της ανάπτυξης της ΚΕΠΠΑ αποτέλεσαν, από τη μία, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση -ή, αλλιώς, Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992)-, η οποία δημιούργησε τον Τίτλο V, και, από την άλλη, η Συνθήκη του Άμστερνταμ, όπου κατέστη επιτακτική η ενίσχυση των μέσων και διαδικασιών για λήψη αποφάσεων, ύστερα από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον αντίκτυπο που είχε στον ευρωπαϊκό χώρο. Έτσι, το 1993, με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία αντικαταστάθηκε με έναν διακυβερνητικό πυλώνα (2ος πυλώνας ΕΕ), στόχος του οποίου τέθηκε:

  • η διαφύλαξη των κοινών αξιών και των θεμελιωδών συμφερόντων της Ένωσης
  • η ενίσχυση της ασφάλειας της Ένωσης
  • η διατήρηση και η ενίσχυση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας
  • η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας και
  • η ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Τα κοινά σημεία μεταξύ ΕΠΣ και ΚΕΠΠΑ ήταν τόσο ο διακυβερνητικός χαρακτήρας τους, όσο και ο προσδιορισμός του ΝΑΤΟ ως κυρίαρχου μηχανισμού, υπεύθυνου για τη συλλογική ασφάλεια των Ευρωπαίων.

Λίγα χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1999, τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία έφερε σημαντικές αλλαγές στο χαρακτήρα της ΚΕΠΠΑ, εισάγοντας για πρώτη φορά την έννοια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας – ΕΠΑΑ (European Security and Defence Policy – ESDP), γνωστή σήμερα ως Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας – ΚΠΑΑ. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009, ενίσχυσε τον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, και συνέβαλε στη διαμόρφωση της ΚΕΠΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ)

Η Κοινή Πολιτική Ασφαλείας και Άμυνας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, εξασφαλίζοντας στην ΕΕ επιχειρησιακή ικανότητα, βασισμένη σε στρατιωτικά και μη μέσα, τα οποία, όμως, δύναται να αξιοποιήσει σε αποστολές εκτός της Ένωσης.

Η ΚΠΑΑ βασίζεται σε ad hoc δυνάμεις τις οποίες διαθέτουν τα κράτη-μέλη για:

  • κοινές επιχειρήσεις αφοπλισμού
  • ανθρωπιστικές αποστολές και επιχειρήσεις διάσωσης
  • στρατιωτικές συμβουλές και βοήθεια
  • πρόληψη συγκρούσεων, και διατήρηση της ειρήνης
  • διαχείριση κρίσεων (π.χ. διατήρηση της ειρήνης), και σταθεροποίηση μετά από συγκρούσεις.

Ωστόσο, για τα κράτη-μέλη που “λογοδοτούν” και στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ), ισχύει το απαράβατο του σεβασμού των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Σύμφωνο – γεγονός που σημαίνει πως οι δράσεις και οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της στρατιωτικής διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ είναι πάντα σύμφωνες με όλες τις υποχρεώσεις που υπέχουν ως σύμμαχοι του ΝΑΤΟ. Η αλήθεια είναι πως, στο επιχειρησιακό επίπεδο, η ΚΠΑΑ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ΝΑΤΟ, με αποτέλεσμα να επιτρέπει στη Συμμαχία να εμπλέκεται σε υπερβολικό βαθμό στα ευρωπαϊκά ζητήματα, περιορίζοντας τις δυνατότητές της να αναλάβει αυτόνομη δράση.

Η πρόκληση

Η θεωρία του ρεαλισμού έχει αποδείξει, ουκ ολίγες φορές, ότι το εθνικό συμφέρον ήταν και θα είναι πάντα το βασικό προτέρημα ενός κράτους. Ειδικότερα, στην εξωτερική πολιτική, και πόσω μάλλον στην αμυντική πολιτική, τομείς στους οποίους διακυβεύονται κρίσιμα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και εθνικού συμφέροντος, τα κράτη φάνηκαν να προτιμούν είτε διακυβερνητικούς οργανισμούς, όπως τη Δυτικοευρωπαική Ένωση (ΔΕΕ), είτε το ΝΑΤΟ, ή -ορισμένες φορές ακόμα- την πλήρη απουσία, επιβεβαιώνοντας τη ρεαλιστική άποψη περί επιβίωσης, καχυποψίας και αυτοβοήθειας. Δεδομένου ότι η εξωτερική πολιτική και η άμυνα είναι αναπόσπαστα στοιχεία της κρατικής κυριαρχίας, η επίτευξη συμβιβασμών απεδείχθη πολύ πιο περίπλοκο εγχείρημα για τους Ευρωπαίους ηγέτες, εάν ληφθεί υπόψη η δυσαρέσκεια των κυβερνήσεων να παραχωρούν μέρος της κυριαρχίας τους στα υπερεθνικά όργανα της ΕΕ.

Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να συμπεριληφθεί και η “κυκλοθυμική” -αν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι- σχέση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σε ό,τι αφορά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Πριν καν ακόμη θεσμοθετηθεί η ΚΕΠΠΑ, το στρατόπεδο ήταν χωρισμένο σε δύο μέτωπα, με τον μεν de Gaulle να υποστηρίζει πως “η Ευρώπη είχε εκχωρήσει την άμυνά της σε ένα αμερικανικό ΝΑΤΟ, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυλώνα στα αμυντικά θέματα” (Αρβανιτόπουλος), και τους δε Ευρωπαίους να αρνούνται να διακινδυνεύσουν πιθανή ρήξη, δεδομένης της αποτελεσματικότητας του οργανισμού, και της συνεισφοράς του σε αμέτρητες αποστολές με στρατιωτική ή χρηματική συμβολή.

Και τελικά;

Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, όπου οι έννοιες της ασφάλειας και της ειρήνης έχουν κλονιστεί από αλληλοεξαρτώμενα συμφέροντα, τρομοκρατικές επιθέσεις και ένα “απρόβλεπτο” Brexit, η προστασία της Ευρώπης βρίσκεται, καταρχάς, στα χέρια των κρατών-μελών της ΕΕ. Έγινε αντιληπτό ότι δεν μπορούν να βασίζονται στις δυνάμεις και τις ικανότητες των εταίρων (π.χ. των ΗΠΑ με τον Donald Trump), αλλά ούτε και στο ΝΑΤΟ αυτό καθ’ αυτό. Έχοντας θέσει ήδη τα θεμέλια της ΚΕΠΠΑ, και ύστερα από χρόνια διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών περί χαρακτήρα και σκοπιμότητας της κοινής αυτής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει ένα τολμηρό βήμα μπροστά, και προτείνει τη δημιουργία αυτόνομης αμυντικής οντότητας – πρόταση η οποία έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή, αντιρρήσεις και πολλά ερωτηματικά. Η έννοια της ΚΕΠΠΑ, και ειδικότερα της κοινής άμυνας, είτε θα “δικαιωθεί” -εάν και εφόσον εφαρμοστούν οι προτάσεις της Commission-, είτε θα αποτελέσει τροχοπέδη στις σχέσεις των κρατών-μελών της ΕΕ.

Πηγές:

  1. Europedia.moussis.eu. (n.d.). Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας. [online] Available at: http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/3/8/2/index.tkl?lang=gr&s=1&e=10 [Accessed 12 Jun. 2017].
  2. Ευρωπαϊκή Ένωση. (2017). Εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας. [online] Available at: https://europa.eu/european-union/topics/foreign-security-policy_el [Accessed 12 Jun. 2017].
  3. Κουσκουβέλης, Η. (1996). Διπλωματία και Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενόψει της Διακυβερνητικής του 1996. 1st ed. Αθήνα: Παπαζήσης. Available at: http://www.kouskouvelis.gr/site/images/stories/chapter_4.pdf [Accessed 12 Jun. 2017].
  4. Rehrl, J. and Weisserth, H. (2013). Handbook on CSDP. 2nd ed. Vienna: European Union. Available at: http://www.eeas.europa.eu/archives/docs/csdp/structures-instruments-agencies/european-security-defence-college/pdf/handbook/handbook_csdp_2_auflage-revised.pdf [Accessed 12 Jun. 2017].
  5. Αρβανιτόπουλος, K. and Ήφαιστος, Π. (2009). Ευρωατλαντικές Σχέσεις. 5th ed. Αθήνα: Ποιότητα.
  6. Kathimerini.gr. (2017). Δική της άμυνα αποκτά για πρώτη φορά η Ε.Ε. [online] Available at: http://www.kathimerini.gr/912747/article/epikairothta/kosmos/dikh-ths-amyna-apokta-gia-prwth-fora-h-ee [Accessed 12 Jun. 2017].
Έχει περάσει αρκετός χρόνος (10 μήνες) από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Παρακαλούμε συνεχίστε στην ανάγνωσή του έχοντας υπόψη την ημερομηνία δημοσίευσης.

Tagged under:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Περισσότερα από την Power Politics:

Log in or Sign Up

Pin It on Pinterest